Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Γεώργιος Π. Μαυρομιχάλης. Ένας τραγικός πρωταγωνιστής

 Γεώργιος Π. Μαυρομιχάλης. Ένας τραγικός πρωταγωνιστής

«Αδέρφια, ομόνοια, αγάπη». Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του όταν ο θρυλικός για το παράστημα, τις γνώσεις και την παλικαριά του «Μπεηζαντές» Γιωργάκης Μαυρομιχάλης έπεφτε νεκρός από τα πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος, το ημερολόγιο έγραφε ημέρα Σάββατο 10 Οκτωβρίου 1831.

 
Γεώργιος Πέτρου Μαυρομιχάλης. Στον Πόρο 1827. Krazeisen Karl (1794-1878). Μολύβι σε χαρτί 16Χ12. Αρ. έργου Π.1325/Α/3. Εθνική Πινακοθήκη.

Ε΄ βρε Γιώργη. Που να φανταζόσουνα όταν έμπαινε στο πύργο σας στο Λιμένι στα 1815  ο μπάρμπας σου ο Σουκιούρμπεης για να κάνει Μπέη της Μάνης τον πατέρα σου, πως εσύ θα κατέληγες 15χρονο παιδί στην Πόλη ως όμηρος μαζί με τον αδερφό σου τον Αναστάση; Και πως εκεί θα αποκτούσες γνώσεις και παιδεία και γλωσσομάθεια και σκέψη πολιτική και θα γινόσουν ο πρώτος Μαυρομιχάλης που θα μάθαινε τα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας. Και οι Φαναριώτες που σε γνώρισαν και σε εκπαίδευσαν, θα σε αποκαλούσαν «Μπεηζαντέ», δηλαδή, διάδοχο του πατέρα σου στο Μπεηλίκι, παρόλο που ‘σουν τρίτος στη σειρά. Κι η ομορφάδα σου αξεπέραστη και η λεβεντιά σου απερίγραπτη. Την τελευταία στιγμή γλυτώσατε εσυ κι ο αδερφός σου, όταν μετά την έναρξη της Επανάστασης, και λίγο πριν δολοφονήσουν τον Πατριάρχη τον πέμπτο, πρόλαβε και σας βοήθησε να  δραπετεύσετε με το σπετσιώτικο μπρίκι. Από τις 17 Μαρτίου του 1821 στην Αρεόπολη και μετά δεν κάθισες να ξεκουραστείς. Έτρεχες παντού για την Πατρίδα. Γιατί εσύ το είχες οργανώσει. Οι Φιλικοί ενημέρωσαν τον Καμαρινό πως εσύ μυήθηκες στη Φιλική Εταιρεία και εκείνος ήρθε και μύησε τον Πατέρα σου και τ’ αδέρφια σου στα 1818.

Πώς πήρε την απόφαση ο Μπέης να ξεκινήσει το σεφέρι, όταν γνώριζε πως στο προηγούμενο σεφέρι με τους Ορλώφηδες κόντεψε να ξακληριστεί η νεραϊδογενιά σας και την κρίσιμη ώρα να αποφασίσει, όταν τα δυο παιδιά του ήταν όμηροι στην Πόλη στα χέρια του Σουλτάνου; Πώς πήρε την απόφαση ο Πατέρας σου να αρχίσει τον Μάρτη, όταν μήνες πολλούς πριν οι ενθουσιώδεις άμυαλοι και ακράτητοι διέδιδαν το τι επρόκειτο να γίνει και συκοφαντούσαν τους ψύχραιμους και σώφρονες προεστούς του  Μοριά; Εσύ Γιώργη στις 23 Μαρτίου ξεκίνησες από την Καλαμάτα για να πάρεις τα κάστρα της Μονεμβασιάς και της Κορώνης.

Δεύτερη φορά εκούσιος όμηρος τον Σεπτέμβρη του ΄21 στην Τριπολιτσά, τρεις μέρες προτού γίνει η κατάληψη πήρες εκούσια την θέση του αδελφού σου του Αναστάση που αρρώστησε καθώς ομήρευε από τον Φλεβάρη του ΄21 μαζί με άλλους προεστούς και κληρικούς στα μπουντρούμια.

Στην άλωση της Ντροπολιτσάς είσαι αυτός αναλαμβάνει την φύλαξη των αιχμαλωτισμένων ηγετών των Τούρκων, των χαρεμιών και των θησαυρών και αργότερα συνοδεύεις τα χαρέμια στην Κόρινθο και τα ανταλλάσσεις με Έλληνες Σουλιώτες αιχμαλώτους. Εναντίον του Δράμαλη πολεμάς ως Αίαντας  στην μάχη που δίνεται στο κάστρο του Άργους.

Τον Απρίλη του 1825 σκοτώθηκε ο καφός σου ο Γιάννης στην πολεμίστρα του Νιόκαστρου που εσύ ήσουν φρούραρχος και το Μάιο παράδωσες το κάστρο του. Ο Ιμπραήμ με μπαμπεσιά σε αιχμαλωτίζει για να σε ανταλλάξει με τους αιχμάλωτους πασάδες του Ναυπλίου. Τρίτη φορά όμηρος-αιχμάλωτος σε τούρκικα χέρια. Η ελληνική διοίκηση δεν θέλει να λεφτερώσει τους πασάδες του Ναυπλίου με ανταλλαγή αιχμαλώτων και τότε η διπλωματική σου δεινότητα λειτουργεί. Σε λεφτερώνει ο Αιγύπτιος γιατί τον πείθεις πως θα κάνεις τους Μανιάτες να υποταχθούν. «Καπάκια» λέγανε την διπλωματία οι ρουμελιώτες. Και ο Ιμπραήμ απάντησε στους όρους σου πως «.. συγχωρώντας τον μπαμπά σου, τους θείους σου και όλη την φαμίλια σου, με το έχειν τους, πλούτη και τα εξής, το λοιπόν ημπορείτε να είστε ήσυχοι και να πιστέψετε δίχως αμφιβολία. Εδιόρισα τον μπαμπά σου πάλι Μπέη της Μανίας και εις των κληρονόμων του, τέλος πάντων εις την φαμελίαν του…». Δηλαδή Γιώργη τα είχες όλα. Αν ήθελες έσβηνες την Επανάσταση και όλα θα γίνονταν όπως πριν. Θάχες τα μπεηλίκια σου, τα πλούτη σου, τα πάντα σου. Αλλά εσύ, η Εφορεία της Σπάρτης και οι κάτοικοι της Μάνης του γράψατε «..ημείς σε περιμένομεν με όσας δυνάμεις θελήσης». Ήταν Μάιος του 1826. Λίγο μετά, τον Ιούνιο στη Βέργα «οι αραπάδες έρχονται». Ήλθαν και απήλθαν. Και συ εκεί στις ύστερες μάχες μπροστάρης, όπως όλοι οι οπλαρχηγοί συντοπίτες σου, και δεν «φύλαγες τους αγιολιάδες». Τις πρώτες ώρες της μάχης στρατολόγαγες στα Κακαβούλια και έμαθες για την επίθεση στο Διρό. Με 10 ώρες δρόμο άυπνος και θεονήστικος έφτασες στο Αλμυρό και τότε βροντήξανε 1000 καρυοφύλλια να σε υποδεχτούν. Έτσι σκοτώθηκε και το κορωνιοτόπουλο προσφυγάκι που ήταν εκεί με τους γονήδες του να βρει προστασία στην παλικαροσύνη σας, και συ φιλότιμος άνδρας τόχες στην ψυχή σου και στην ύστερη γραφή σου διόρθωσες το άδικο. Με τους μπαρμπάδες και τα αδέρφια σου, με τους Καπετανάκηδες, τους Πιερράκηδες, τους Κουμουνδουράκηδες, τους Χρηστέους, τους Κυβελαίους, τους Τρουπάκηδες, τους Βενετσανάκηδες, τους Πικουλάκηδες, τους Κοσονάκηδες, τους Γρηγοράκηδες, τους Δουράκηδες τον Δαρειώτη από το Νησί και τον παπά Ρούσσο που το τριμμένο ρασοφόρι του δεν περνάγανε τα βόλια. Και ο μητροπολίτης από το Βαρούσι και ο Φλουτσάκος που σας όρκισε στην Τσίμοβα στις 17 Μαρτίου και πλήθος άλλων κληρικών. Κι όταν τα τρίμετρα άτια φτάνανε μπροστά στο λαγκάδι της Βέργας, τρομάζανε από την αφοβιά σας, με τούμπανα και με ζουρνάδες δεν τρομάζατε, ούτε με μπαϊράκια, ούτε με τους σαρικάτους ατλήδες με τα ακόντια. Κι η βέργα της Βέργας απλωνόταν μέχρι απάνω, ξέρανε οι Καπετανάκηδες τι κάνανε και πόσο στοίχισε η κατασκευή της, όλα βγήκανε από το ισχνό κεμέρι τους, μα έζησε η βέργα και μέχρι σήμερα θυμίζει, σ’ αυτούς που γνωρίζουν να εκτιμάνε τις πατριωτικές πράξεις, πως τούτη δα η μαντρούλα και η μανιάτικη αδάμαστη ψυχούλα δεν έσωσε μόνο τη Μάνη και την Πατρίδα μας, αλλά έσωσε όλη την Ευρώπη, διότι του Μπραήμη τα σχέδια ήταν μεγαλύτερα. Κι όταν οι Σκυφιάνοι πέρασαν πίσω από το Καστράκι, βγήκανε στα πλάγια των αραπάδων και τους βάρεσαν, τους βλέπανε να κρατάνε τις βράκες τους και να τρέχουν πίσω στην άγιαΣώ να κρυφτούν.

Εσύ συνέχισες να έχεις κατά πόδας τον Αιγύπτιο.

Ε βρε Γιώργη!!!!! Γιατί δεν κάθισε κάποιος από την φαμίλια σου να γράψει την αληθινή ιστορία;;; γιατί αφήσατε τους απόλεμους καλαμαράδες να γράψουν την ιστορία κατά πως συνέφερε κάποιους;; ποιος Μανιάτης έγραψε ιστορία ή απομνημονεύματα για το 1821;;; μόνο ο Σαλαφατίνος, που τον έβαλε «στα μπροστά» ο μπάρμπα Ρήγας Παλαμήδης, μιας και ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές στην ιστορία του Αρκάδα Σπηλιάδη, έγραφε, έγραφε, περιέγραφε ο Λίας, δημοσίευε ο Παλαμήδης, αλλά…. Η ιστορία έμεινε με λάθη σοβαρά που τους αληθινούς πρωταγωνιστές, γενικά τους Μανιάτες, τους άφησε στην αφάνεια και στη δυσμένεια.


Γεώργιος Πέτρου Μαυρομιχάλης. Στο Ναύπλιο 1826. Krazeisen Karl (1794-1878). Μολύβι σε χαρτί 31Χ26. Αρ. έργου Π.1325/Α/1. Εθνική Πινακοθήκη.

Ποιος θα ξεκίναγε το Μάρτη του 1821 άμα δεν ξεκινάγατε σείς; ποία θα ήταν η τύχη του Ξεσηκωμού αν το Μάιο του 1821 στο Βαλτέτσι δεν κράταγε η άμυνα με τα πέντε ταμπούρια εκ των οποίων τα 4,5 μανιάτικα;;; πήγαινε σήμερα στο Βαλτέτσι Γιώργη μου και δεν θα δεις κανένα αναμνηστικό για τον ηρωισμό σας. Όλοι πολεμούσαν για τις ιδιαίτερες πατρίδες τους και τα χωριά τους και σεις οι Μαυρομιχαλαίοι πολεμούσατε σε όλη την Ελλάδα. Οι Λοκατζήδες του 1821. Στην Εύβοια σκοτώθηκε ο Λίας, στην Ήπειρο ο Κυριακούλης, στην Πύλο ο Γιάννης. Και στα Ορλωφικά χάθηκαν πολλοί δικοί σας μα όταν χρειαζόταν κρεμάγατε πολλά τούρκικα κεφάλια στους πύργους σας, το λέει και ο Γάλλος  ο Λεκόντ ντε Λίλλ στο ποίημα του «το Κομπολόϊ των Μαυρομιχαλαίων» :

..Κόψετε τα κεφάλια αυτά κι απάνω καρφωμένα
στο τοίχο αραδιάστε τα του πύργου ένα-ένα.
Βροντοφωνούν από ψηλά του Καπετάνιου οι λόγοι
«μ’ αυτά τα πιο καλύτερα θα κάμω κομπολόγι…».

 

Προσωπογραφία του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, ελαιογραφία σε μουσαμά του Επαμεινώνδα Κοντιάδη, Αθήνα. Διαστάσεις : 0.77 x 0.99 Αριθμός Ταυτότητας : 2267-. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

ΣΑΡΑΝΤΑ ΕΝΝΕΑ Μαυρομιχαλαίοι είχαν πέσει πολεμώντας στο πεδία μαχών όλης της Ελλάδος λήγοντος του Αγώνος, έγραψε ο αντικειμενικός ιστορικός Μέντελσον Μπαρτόλδυ.

Εσείς αποδείξατε «δια έργου και όχι δια λόγου» την επιθυμία σας για την Λεφτεριά, και όταν σας φέρνανε στη γή σας να σας θάψουν (όσους έφεραν) σας έκλαιγαν «δια λόγου και όχι δια έργου».

Γεμάτα ηρωικές σελίδες τα βιβλία. Οι Μαυρομιχαλαίοι στην Καλαμάτα, στο Βαλτέτσι, στην Τριπολιτσά, στην Αθήνα, στην Εύβοια, στα Μέγαρα, στην Εύβοια, στο Καρπενήσι, στο Μεσολόγγι, στην Ήπειρο, στους Μύλους, στο Μανιάκι, στη Βέργα, στο Διρό, στην Κακιά Σκάλα, στο Πολυτζάραβο….. Πως συντηρούσατε τα στρατεύματα; Πως βρίσκατε μπαρουτόβολα;;; πως κάνατε τις εκστρατείες;;; Από την τσέπη σας βέβαια. Λίγες φορές σας έδωσαν όταν πούλαγε το Κράτος τούρκικες περιουσίες και τις αγόραζαν οι επιτήδειοι Έλληνες και ξένοι. Πολλές φορές δεν πήρατε εκείνα που σας πρόσφεραν διότι όπως είπε και ο καπετάνιος σας ο Ηλίας Σαλαφατίνος «είσασταν φτωχοί αλλά η τότε Πατρίδα ήτανε φτωχότερη». Οι άλλοι λαφυραγώγησαν την Τριπολιτσά, το Ναύπλιο, το Άργος και άλλους τόπους και εσάς κατήγγειλαν σαν πλιατσικολόγους. Μέχρι και τα πεντάκις εγγόνια τους έπαιρναν προίκα τα χρυσοποίκιλτα σπαθιά που καταχράστηκαν.

Ε΄ ρε Γιώργη. Εκείνος που εσείς φέρατε σαν Κυβερνήτη είπε στον πατέρα σου πως «25 είστε οι φθορείς του Έθνους» και εννοούσε τους εν δυνάμει και ενεργεία προκρίτους που επί 10 χρόνια πλήρωναν και αγωνίστηκαν για την ελευθερία του Έθνους. Επανάσταση και πόλεμοι με ιδιωτικά κεφάλαια.

«Αλλά αυτούς τους φθορείς εξοχώτατε, του είπε ο Πατέρας σου, ηκολούθησαν όλοι οι Έλληνες και απετίναξαν τον ζυγόν των».

Θύμωσε ο Καποδίστριας και απάντησε απότομα : «Εφρόνουν ότι οι Έλληνες έχουν τας απαιτούμενας αρετάς αλλά δυστυχώς δεν το βλέπω».

Δεν άντεξε ο Πατέρας σου την προσβολή και τούπε : «Ούτε τούτο δεν θεωρείτε ως αρετήν, ότι εγνώρισαν εαυτούς και προσεκάλεσαν υμάς να τους διοικήσετε;»

«Έχεις κι άλλα να μου πεις;» του απάντησε ο Κυβερνήτης και του έστρεψε τα νώτα.

Κι αργότερα, αντί να σας πάρει με το καλό και αναγνωρίσει τον αγώνα και τις θυσίες σας, άρχισε να διώκει την φαμίλια σας, συνέλαβε και φυλάκισε στα σκοτεινά και υγρά μπουντρούμια του Παλαμιδιού τον Μπέη, εσύ και ο μπάρμπας σου ο Κωνσταντίνος του στείλατε το μήνυμα. «Άσε λέφτερο τον Γέρο». Ο Κυβερνήτης όμως ξεροκέφαλος καθώς ήταν και με τους κακούς συμβούλους, δεν υποχωρούσε. Φυλακή λοιπόν ο πρώτος των πρώτων, αυτός που αν δεν έλεγε το ναι για τον Ξεσηκωμό θάμασταν σήμερα τουρκόσποροι, αυτός που έχασε παιδιά, αδέρφια, εγγόνια… στη φυλακή. Κι όταν πια η ξεροκεφαλιά υποχώρησε, το ξανασκέφτηκε και λύγισε στις πιέσεις των συνετών, ζήτησε να φέρουν μπροστά του τον Αρχηγό της Επανάστασης, αυτόν δηλαδή που τον πρότεινε για Κυβερνήτη, τον άφησε να ξεροσταλιάζει στον προθάλαμο του φράγκικου γραφείου του ώρα ολόκληρη… και μετά κυκλοθυμικός όπως ήταν και για ασήμαντη αφορμή, είπε «πάρτε τον πίσω στα σίδερα της χάψης».

Ε΄ ρε Γιώργη. Τον είδες στα σοκάκια του Ναυπλίου να Τον φέρνουν και μετά από λίγο να Τον ξαναπαίρνουν. Πέρα-δώθε τον αρχηγό της Μάνης, σαν κλεφτοκοτά. Ετοιμάσατε τον μπαλαρμά και το μαυρομάνικο μαχαίρι. Στον Άγιο Σπυρίδωνα γδικιώσατε για την προσβολή. Έντεκα χρόνια αργότερα ο Μπέης στην διαθήκη του, που έγραψε το 1842, έχει συγχωρήσει τον Καποδίστρια για τις προσβολές και γράφει πως «..επιθυμώ να μην τους μνημονεύεσει η ιστορία (τους προσβλητικούς λόγους) δια να μην υπάρχει και μία τοιαύτη κηλίς εις την βιογραφίαν του εξόχου διπλωμάτου».

Ο Κωνσταντήμπεης έτρεξε προς τη θάλασσα, τον κυνήγησαν, τον σκότωσαν και τον πέταξαν στο νερό. Εσύ μπήκες σε σπίτι να φυλαχτείς και σ’ έπιασαν. Πληρωμένους σας είπανε κάποιοι. Άλλοι σας είπαν τυραννοκτόνους. Άλλοι πιόνια των Φραγκολεβαντίνων. Αλλά εσείς είσαστε Μανιάτες. Ποίος μη Μανιάτης μπορεί να καταλάβει;;;;

Προσωπογραφία του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, ελαιογραφία σε μουσαμά. Διαστάσεις : 0.83 x 1.04. Αριθμός Ταυτότητας : 4647. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Σε θάνατο η καταδίκη. Στο Παλαμήδι και σύ, σε άλλο κελί. Έγραψες την διαθήκη σου. Πως τα θυμόσουν τόσα χρέη που είχες; Χρώσταγες και χρωστάγατε παντού. Χρέη, χρέη, χρέη. Κάποιοι συναγωνιστές σου έγραψαν αργότερα για «τάλληρα» εννοώντας προφανώς πως πληρώθηκες για να σκοτώσεις τον Καποδίστρια, δεν ήξεραν για την διαθήκη σου, την φτώχεια σου. Η καλή ψυχή σου δεν σε άφησε να αδικήσεις κανέναν. Για όλους φρόντισες. Και για τους δανειστές σου, τις υποχρεώσεις, τους φτωχούς κι αδύναμους, στην Διαμαντούλα εντολές… τα ψυχικά σου και φροντίδα για την ψυχή σου. Όσα άδικα είχες κάνει τα θυμόσουν, παναπεί πως ήξερες όταν τα έκανες πως ήταν αδικίες. Και το μικρό κορωνιοτόπουλο…και…και…και… Όταν σε έβγαλαν για την εκτέλεση είδες τον Πατέρα σου στο κάγκελο της φυλακής του να σου γνέφει. Γονάτισες. Στο εκτελεστικό απόσπασμα κάθισες άφοβα μπροστά τους. «Αδέλφια! Ομόνοια, αγάπη, πύρ». Δώδεκα όπλα σε σημάδεψαν. Έντεκα σφαίρες σε βρήκαν. Ο Μανιάτης δεν σε πυροβόλησε. Σε άφησαν καταχαμού μιάν ώρα. Σε ξυλοκρέβατο σε έβαλαν και σε έχωσαν πολύ βαθιά, έξω απ’ τ’ Ανάπλι, βάζοντας στο κεφάλι σου μια πέτρα αναθέματος «δια να σε βαραίνει αιωνίως η πράξη σου και να μην έχεις γαίαν ελαφράν». Μόνο σου σε ξένο τόπο. Δυο χρόνια και δυο μήνες μετά, στις 15 Δεκεμβρίου 1833, νύχτα και κρυφά βγάλανε τα οστά σου και ο Αργολίδας Κύριλλος βρήκε τον μπελά του από τα απομεινάρια των εχθρών σου. Παρόλα αυτά όμως ο ατρόμητος δεσπότης και το «Σπίτι» σου, σου έκαναν επίσημα το μνημόσυνο στο Ναύπλιο.

Η Διαμαντούλα η Νοταρίτσα, η γυναίκα σου, που την αποκαλούσες «γλυκεία», «φιλτάτη», «αγαπητή συμβία», «πολύπαθη» και «τεθλιμμένη», σε πρόδωσε λίγο αργότερα. Όχι μόνο δεν γέννησε το παιδί σου που κυοφορούσε, όχι μόνο ξαναπαντρεύτηκε παρά την «διάτα» σου, και πήρε τον Κλονάρη, αλλά σαν πέθανε τούτος ξαναπαντρεύτηκε και πήρε ένα Καρβασαριώτη τυρογαλά, νέον σαν νάτανε παιδί της, και γέννησε ένα γιο, τον Λουδοβίκο. Η κατάρα που της έδωσες, αν ξαναπαντρευόταν, «να γενώ βάτος να σε πιάσω και να σε κρίνω εις το άλλον κόσμον», έπιασε.

Δεν άφησε ούτε την κόρη σας την Φωτεινή να μείνει Μαυρομιχαλίτσα. Την πήρε μαζί της, την πάντρεψε στο Ξυλόκαστρο, δεν έκανε αυτή παιδιά, και μετά «αιχμαλωτίστηκε» από τον αδερφό της Λουδοβίκο, που την κρατούσε για να ωφεληθεί την περιουσίας σας, παρόλο που ο αδερφός σου ο Αναστάσης ήθελε να την πάρει υπό την προστασία του κοντά στην δική του Φωτεινή, μιας και η δική σου ήταν όμορφη και ξανθούλα σαν την κόρη του. Πέθανε και αυτή μακριά από την φαμίλια σας.

Ε΄ βρε Γιώργη. Από το ένδοξο «σε περιμένομεν με όσας δυνάμεις θελήσης», στο πατριωτικό «Αδέρφια, ομόνοια, αγάπη», και μετά βρέθηκες με μια κοτρώνα αναθέματος στο κεφάλι.

Η Πατρίδα μας και σήμερα κινδυνεύει από τον ίδιο εχθρό. Ζυγώνει η ώρα που θα πρέπει να πούμε στον λαό μας πρώτα το «αδέλφια, ομόνοια, αγάπη» για να επιτευχθεί η εθνική ομοψυχία, και μετά να μηνύσομε στους αιώνιους οχτρούς μας πως «σας περιμένομεν με όσας δυνάμεις θελήσετε, είτε νύχτα έρθετε, είτε μέρα».-

Ομιλία στην εκδήλωση "Σε περιμένομεν με όσας δυνάμεις θελήσεις" Ο Ιμπραήμ εναντίον της Μάνης. Βέργα-Διρός-Πολυάραβος. 200 χρόνια 1826-2016. Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας 16 Ιουνίου 2026

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Σαϊτοπόλεμος Καλαμάτας. Οι σαϊτες, ο πρωτομάστορας και οι βασιλιάδες...

 Τα παιδιά της πιάτσας.

Οι Σαΐτες, ο Πρωτομάστορας, οι Βασιλιάδες,
ο Μπαϊρακτάρης, οι Αριστοκράτες μάγκες
και ο Στάθης Καρέλιας

       Ο Λυκούργος, ναι.  Βάρος σαράντα καντάρια και μουστάκα πατημένη στη μαντέκα καντάρια οχτώ. Οι σημερινοί μάγκες δεν έχουνε ιδέα περί μουστάκι γιατί αφήνουνε ένα ποντικοκούραδο στ’ απάνω χείλη ή το ξυρίζουνε και μοιάζουνε σα Μαρίκες.  Κουστουμιά μαύρη και παντελόνι σωληνέ με τσάκιση ξυράφι, άσπρο πουκάμισο  τζαμέ να φαίνεται και το φανελάκι από μέσα, γραβάτα μαύρη της θλίψης, μαντηλάκι μωβ, κάλτσα μεταξωτή και παπουτσάκι μυτερό με ποτηρέ τακούνι. Ξούρα στη πένα, μαλλί πατικωμένο με μπριγιόλ λεμονάτο. Στο ένα χέρι ο «παίχτης» με δεκατρείς βαριές και κίτρινες χαντρόρογες και στο άλλο η «κερασέα» και για ακούμπι και για καβγά, καθότι απαγορεύεται η οπλοφορία και δε σ’ αφήνουνε να έχεις μήτε νυχόλιμα..

Ομάδα Σαϊτολόγων το έτος 1900. .. "Τότε αναδειχτήκανε ο Καρνέρης, ο Κατασχετής, ο Παναγουλάκης, ο Γερακάρης, ο Γουργούρης, ο Στραβάκος, ο Χαλές, ο Κουραμάνας ο Πεπαντήτης στα 1900 τόσο, ο Μαυροειδής ο Αγιαννίτης, που τονε φωνάζαμε Μαντραγούδα επειδή ήτουνα αδύνατος και μαυριδερός σα καλκατζόνι.  Τούτοι δω όλοι ρίξανε σαΐτες το 1887 πούρθε ο βασιλιάς ο Γιώργης, έτσι για το «καλώς ήρθες μόρτη βασιλέα με τα μπόλικα λιλιά».

         Καθότανε στο καφενείο του Νικήτα και γουργούραγε το ναργιλέ του. Μπροστά του  και τέσσερα σάμαλι για να πάνε κάτω τα βραδινά ζαφείρια. Κουμανταδόρος ο γερόμαγκας ο Λυκούργος σε λέσχες. Δίπλα του ο αδελφοποιητός ο Βαγγέλης και στο απέναντι τραπέζι τα παιδιά του, οι «’ποστηριχτές του». Συμβουλές με νοήματα στα ατζαμάκια για το πώς παίζεται το μουλτεζίμ στο τάβλι, κούνημα του τελβέ, χαμόγελο και στεναγμός για το χτες, καρέκλες για ξάπλα και από το μυαλό του περνάει κενιματόγραφος το παρελθόν που ήτουνα  νέος και τον έτρεμε το ταράφι. Κουβέντες λίγες καθότι μιλάει κανονικά μετά το μεσημέρι. Κι άμα δεν μιλήσει αυτός, δεν μιλάει κανένας.
-Αχ!  έκανε. Τ’ αγόρια ξαφνιαστήκανε, αλλά στο μουγκό.
-Αχ! Ξανάπε ο γερόμαγκας. Τ’ αγόρια κοιταχτήκανε, αλλά μουγκόπετροι.
-Τι έχεις Λυκούργο μου και έχεις μούρη τσιγκελάτη; τόλμησε ο Βαγγέλας.
Σιωπή και περίσκεψις κοιτώντας το πάτωμα.
-Πάσχα έρχεται και θυμήθηκα τον Χρήστο τον Αρβανιτάκη.
-Ποιος είναι ο τζες; Είναι ακόμα στο ταράφι ή έχει βουρκολακιάσει;
Αναστέναξε, τράβηξε πέντε γουργουριστές και άρχισε να διηγείται αργά:
«Ο Χρήστος ο Αρβανιτάκης ήτανε από τους Δολούς. Είχε ένανε τεκέ στου Στραβοσκιάδη του «συμβόλαια» απέναντι. Ωραίος και πρόσβαρος μάγκας. Με είχε ψυχοπαίδι του. Αυτός βρήκε τη καλαματιανή Σαΐτα. Το 1885 έφυγε για την Αθήνα. Θάχε εξηνταρίσει και, τότε.  Έγινε τσιρίμπασης κάτω στο Μεταξουργείο. Είχε κάνει τα φονικά του, αλλά λίγο έμεινε στη μπουζούρα καθότι προσωπικός φίλος και οπαδός του Δεληγιάννη. Είχε αδειάσει τρεις φορές το Μπάγκειον, το καφενείο στην Ομόνοια. Και το Μπάγκειον δεν το άδειαζε ο πάσα ένας. Τον έτρεμε όλη η μαγκιά. Έμπαινε στο καφενείο, έβαζε την μπιστόλα πάνω στο τραπέζι και έλεγε στο γκαρσόνι «φέρε μου ένα βαρύ γλυκό στο χοντρό και γουστάρω να τόνε πιώ μονάχος μου».  Όσοι ήτανε θαμώνες, είτε σκληροί είτε νοικοκυραίοι, γινόντουσαν καπινός, καθόσον δεν τα βάζεις με τους σιδερένιους. Ένας μια βολά, που ήτανε κουφαηδόνης και έμεινε, του’ βαλε την κάμα στον λαιμό και του’ πε «ή τραβήξου στα σκοτεινά ή σε ρίχνω στο σκοτάδι», τρέχει ακόμα να κρυφτεί.
-Ο εφευρέτης της καλαματιανής σαΐτας; τόλμησε να ρωτήσει το Θανασάκι «ο κερχελές».
Ο Λυκούργος τον κοίταξε καρφωτικά και άρχισε:
«Ναι για… Η καλαματιανή Σαΐτα μάγκες μου να πούμε δεν είναι για τίποτις λιανοτάρια άνευ ψυχής, καθότι πρέπει νάσαι αντρειωμένος και να το λέει η περδικούλα σου. Τόσοι μάγκες περάσανε πριν από μας και μας κληρονομήσανε την «πυραυλοκίνηση», ούτε ένας δεν βρέθηκε να κάνει ματσακονιές και όλοι υπήρξανε παιδιά τζιμάνια και ξεγυρισμένα ντερβίσια. Και μπορεί την σήμερον να μην διαθέτουνε όλοι τέσσερα κιλά μουστάκες, ούτε σαράντα ζεμπίλια αγριάδα σαν του καπετάν Χρήστου του Αρβανιτάκη, που ζούσε στους Δολούς και πηγαινορχότανε στην Καλαμάτα με την μαύρη φοράδα του, αλλά έχουμε και μείς τα τέτοια μας και υπήρξαμε ψυχοφίλοι του και απόγονοί του στην ψυχή και στην τρέλα.



         Και όταν λέμε Χρήστος Αρβανιτάκης, πρέπει να μάθει ο πάσα ένας πως, υπήρξε ο εφευρέτης της Σαΐτας. Αυτός που πήρε το πυροτέχνημα και το μουγκό σαϊτάκι και τούδωσε λαλιά. Αηδόνα. Ο πατέρας του ήτανε με τους Μανιάτες στ' Ανάπλι το 1832 και μετά το φόνο του Καποδίστρια ήρθανε κάτι φραντζέζικα παπόρια και τον Γιούλιο μήνα αμπολήκανε πυροτεχνήματα για να γιορτάσουνε την κάποια επανάσταση στη Φραγκιά. Ο μάγκας είδε τη μάκαινα και τα σχετικά και πήρε δείγμα που τόφερε στους Δολούς. Έφτιαξε κάτι παρόμοια και τάριγνε στους Πιταφίους. Ο μπάρμπα Χρήστος γεννήθηκε μέσα στα μπαρούτια. Δούλεψε το μυαλό του φουρκέτα. Και να πως: Θάτανε θαρρώ το 1850, τριαντάρης αυτός, κοσάχρονος εγώ- ο μπάρμπα Χρήστος έτριβε τα μπαρούτια και έφτιαχνε χαρμάνια για ψάρεμα στα βράχια των Κιτριώνε. Νια βολά έβαλε στο χαρμάνι και λίγο πετρέλαιο  και το γέμισε σε καλάμι με θαλάμια. Για δυναμίτη το πήγαινε. Τούκανε και διάδρομο για να περνάει οι φωτιά και έτσι του βγήκε η σαΐτα. Αστεία, σοβαρά είπε τη πατεντιά στον φίλο του τον Καρνέρη, κι αυτός, θεός σχωρέστονε γιατί ανατινάχτηκε μεγαλωμένος με ψαροδυναμίτη στ’ Αρμένικα, την έφτιαξε και την έριξε ως χαρτοσαΐτα ένα Πάσχα στην Καλαμάτα. Την πήρανε αμέσως τα φιλαράκια του ο Κατασχετής και μπάρμπα Αντώνης ο Στραβάκος και την κάνανε πασχαλινό έθιμο στις γειτονιές τους. Ο Καρνέρης ήτανε Καλυβιώτης, ο Κατασχετής Αγιαννιώτης και ο Στραβάκος Φυτειώτης.  Μόλις οι άλλοι σερνικοί είδανε τη μάκαινα την πήρανε και έτσι, σιγά-σιγά, έγινε η Σαΐτα της βουής και η μπου-μπου.  Αρχίσανε να παραβγαίνουνε οι γειτονιές. Τότενες στην Καλαμάτα ήτανε όλες στα βόρεια, τα Καλύβια, η Ράχη και η Αγιάννα με τα αγροτοφτωχαδάκια, ο Αγιάννης με τους αριστοκράτες, «Τσιρίτσιδες» λεγόντουσταν, εκεί που  έγινε ο ‘κλησσιασμός το ’21, η Φραγκόλιμνα με τ’ αρχοντόσπιτα και τους δεκεγόρους και οι Φυτειώτες με τους μανιάτες που δουλεύανε στα ρύζα στο Νησί και το βράδυ σκοτωνόσαντε αναμετάξυ τους.

Ομάδα Σαϊτολόγων το 1926


       Ο Χρήστος είχε και πάρε δώσε με τα μπασκίνια γιατί το 1875 τονε πιάσανε με 15 βαρέλια μπαρούτια και τα κατάσχανε όλα. Κοιτάτε τι γράφανε ρε οι χαρτογιακάδες.

                                                                        Σάλπιξ 9.4.1875

          Λίγους χρόνους μετά πλάκωσε μπιστολιές τον σκληρό τον Μπαϊραχτάρη με τ’ αποσπάσματά του, κάτι βλάχους ρουμελιώτες, που μπήκε στον τεκέ να του κάνει τσιριμόνιες. Του τάχε και μαζεμένα γιατί ο βλάχος κυνήγαγε το παιδιά της φάρας που ρίχνανε σαΐτες και κάνανε κοντραμπάντα. Επειδή μυρίστηκε τα δύσκολα, γιατί ο Αστυνόμος δεν μάσαγε εύκολα, έφυγε για την Αθήνα να ξεχαστεί η αβανιά. Έκανε χοντρό κουμάντο σε Ομόνοια και Μεταξουργείο. Αργότερα ο Δεληγιάννης έδωσε αμνήστες στους φυγοδίκες και ο Χρήστος βγήκε αφρός. Παντρεύτηκε τη χοντροκαπουλάτη τη Ζαμπέτα, άνοιξε σπιτικό  και ψώνιζε το Σάββατα κιλότο και σαφρίδια από την αγορά. Ίσιωσε και άνοιξε το καφενείο στο Παλλάδιο στην Πανεπιστημίου. Παρέμεινε μάγκας και μπεσαλής και πάντα μας έστελνε προυσιώτικα καϊνάρια που φέρνανε οι κοντραμπατζήδες. Ο Πρώτος.


"Οι Σαϊτομάχοι". Ζωγραφικός πίνακας του Ευάγγελου Δράκου (1913-1972), που παραχωρήθηκε ευγενώς από τον γιο του Διονύσιο Δράκο.

      Σας είπα πριν για τον Μπαϊραχτάρη τον χωροφύλακα. Ακούστε με καλά γιατί τονέ γνώρισα. Σα δυο βόδια χοντρός, αχαμνός, αλλά άγριος με μισό στρέμμα μουστάκα, σκληρός σα νταμαρόπετρα, άσσος στο σημάδι. Ταγματάρχης. Τονε φοβότανε όλη η ’Φήλιος. Κουβαλήθηκε το 1883 στην Καλαμάτα γιατί οι χωριάτες τόχανε ρίξει στη ληστεία και οι πολιτικοί είχανε δώσει ελευθερία στα τσιράκια τους τα κομματόσκυλα και δέρνανε τον κοσμάκη. Κουμαντάριζε ολόκληρο τάγμα Ευζώνων. Καβαλάγανε και κάτι αλόγατα ίσαμε ένα σπίτι το καθένα. Πλάκωσε στις φάπες αυτούς που έβαλε στο μάτι. Μας κάθισε στο σβέρκο μέχρι το 1885. Οι κουρελαπλάδες οι εφημερίδες γράφανε: «Καθ’ ας έχομεν αυθεντικάς πληροφορίας, βεβαιούμεν τους αναγνώστας του φύλλου ημών ότι, τα περί της μεταθέσεως του Δικοικητού του ενταύθα ευζωνικού τάγματος κ. Μπαϊρακτάρη διαδοθέντα, είναι όλως ψευδή και ανυπόστατα. Ου μόνον σκέψις περί της εντεύθεν μεταθέσεώς του δεν εγένετο, αλλ’ απεναντίας γνωρίζομεν κάλλιστα ότι άπαντες οι αντιπρόσωποι της επαρχίας ημών εσκέφθησαν την ενίσχυσιν της δυνάμεως του τάγματος, αναγνωρίζοντες τας υπηρεσίας άς τούτος προσφέρει τω τόπω, συνετέλεσαν σπουδαίως εις την παγίωσιν της τάξεως και της ησυχίας, αλλά και την ανωτέραν νοημοσύνην, αμεροληψίν και ευθύτητα μεθ ής διευθύνεται υπό του κ. Μπαϊρακτάρη. Η μετάθεσις ανδρός τοσαύτην δικαίαν υπόληψιν αποκτήσαντος εν τω τόπω, ήθελεν είσθαι σφάλμα, εις ό πεποίθαμεν, ότι ούτε ηδη, ούτε εν τω μέλλοντι ήθελεν υποπέσει η Κυβέρνησις.»

Κοιτάχτε ρε μούρη. Σα μανιάτικο μπουζίο.


         Ρε μπελάς που μας κατσικώθηκε με δαύτονε. Μια βολά που κυνήγαγε στις Κουταλέϊκες στάνες ένα ληστή από τη Βελιγοστή, τον Δοξαρά, τον έπιασε και γύριζε πασχαλιάτικα στην Καλαμάτα. Πέρασε από τα Καλύβια κι έπεσε πάνω στην στιγμή που ο Καρνέρης έριχνε σαϊτες. Τον μπουζούριασε κι αυτόνανε. Οι μάγκες πήρανε ανάποδες. Δοποιήσανε τον Αρβανιτάκη. Πήγε ο Χρήστος στο ευζωνικό, τονε βρήκε και του ζήτησε να τον αμπολήσει. Ο Μπαϊραχτάρης του μίλησε προσβλητικά και του Χρήστου γύρισε το μάτι. Μετά από δυό μέρες ο χοντρός πήγε στα Καλύβια και έδειρε όλους τους Καρνέρηδες, βούτηξε τις μπαρούτες και έσπασε τα βαγένια με δυο χιλιάδες οκάδες κρασί από το χάνι του Καρνέρη. Αμάν, θα σκοτωθούμε. Μπουκάρει μια βραδιά στον τεκέ του Αρβανιτάκη και σπάζει λουλάδες, γκρεμίζει πόρτες. Κείνη την ώρα ‘ρχότανε ο Χρήστος. Με το που βλέπει το ρημαδιό, μπαίνει μέσα, βγάζει τη διμούτσουνη και ρίχνει στον Μπαϊραχτάρη. Μέσα στο χαμό δεν τον πέτυχε. Τον τσακώσανε, αλλά πέσανε πάνω στις φουστανέλλες οι μάγκες και κατάφερε ο τζες να γίνει μπουχός. Το άλλο Πάσχα προκλητικός ο Μπαϊραχτάρης ξαναπήγε στα Καλύβια μεσημεριάτικα. Δόθηκε σύρμα και βγήκανε μπροστά κάτι ντερβίσα και αμπολήκανε σαϊτες. Χεστήκανε τ’ άλογα, κατουρηθήκανε τα ευζωνάκια, πέσανε και κάτι μπαταριές, κάνανε πίσω οι χωροφύλακες, μετά όμως τους πήρανε φαλάγγι και λακήσανε οι Καλυβιώτες, γκρέμισε τους φούρνους, πάνε τα ψητά, κλέγανε τα παιδιά, σκούζανε οι γριές, παρακαλούσανε οι μάνες, μαντάρα το Πάσχα. Από τότενες δεν άφησε τη μαγκιά και τη σαϊτα σε χλωρό κλαρί. Ούτε εμείς κάναμε πίσω, ούτε κείνος. Ευτυχώς που τον καλέσανε να πάει στην Αθήνα να ξεριζώσει τη ντόπια μαγκιά και γλυτώσαμε εμείς, αλλώτικα θάχαμε τραβηχτεί σα τα σαντεκλέρια. Αυτάαα με τον χοντρό.                                          .                                                                               
         Αφού  ο Μπαϊραχτάρης έγινε «της αναλήψεως» πήραμε αέρα και μέρα νύχτα ρίγναμε σαΐτες έτσι να μας φύγει το μπαγλάμι. Τότε αναδειχτήκανε ο Καρνέρης, ο Κατασχετής, ο Παναγουλάκης, ο Γερακάρης, ο Γουργούρης, ο Στραβάκος, ο Χαλές, ο Κουραμάνας ο Πεπαντήτης στα 1900 τόσο, ο Μαυροειδής ο Αγιαννίτης, που τονε φωνάζαμε Μαντραγούδα επειδή ήτουνα αδύνατος και μαυριδερός σα καλκατζόνι.  Τούτοι δω όλοι ρίξανε σαΐτες το 1887 πούρθε ο βασιλιάς ο Γιώργης, έτσι για το «καλώς ήρθες μόρτη βασιλέα με τα μπόλικα λιλιά». Του τις ρίξανε σα βγήκε από το παπόρι του, του τις ρίξανε στην πλατέα κάτω από την αψίδα του Γεωργιάδη και ύστερις πήγανε βραδιάτικα στη Φραγκόλιμνα στο σπίτι του Μαρκόπουλου που πήγε για τούφες ο άναξ, και του ρίξανε εξήντα ντουζίνες «φωτιά στα τόπια». Ο δήμαρχας ο Μπούτσης έλεγε σε κάτι δικούς του, πως η βασίλισσα κατουρήθηκε από το φόβο της και ο πρίγκιπας ο Αλέκος έβαλε τα κλάματα, καθότι μείραξ. Ο Γιώργης όμως, άναξ ατρόμητος και καραμπουζουκλής, μάθαμε πως βγήκε στο πανεθύρι και χαιρότανε και έκανε «τστστστστς τι ’ναι τούτοι, πιστοί ‘πήκοοι, γενναίοι ή τρελοί». Να ρε έχω και το απόκομμα της ‘φημερίδας του Γαβριλήδη.

           Αφού και ο βασιλιάς παραδέχτηκε τη σαΐτα και τους σαϊτολόγους, πήραμε αέρα και δεν κρατιόμασταν. Κάθε χρόνο καιγότανε  το σύμπαν άπαν. Βγήκανε κάτι ξεπεταρούδια που τόλεγε η καρδίτσα τους και έκοβε το νιονιό τους και σκαρφιστήκανε ένα σωρό μάκαινες με τα μπαρούτια που τάχαμε κείνα τα χρόνια σε αφθονία. Μη κοιτάτε τώρα πούμαστε στη νηστεία.  Θυμάμαι το 1894 ένα μαγκάκι θεοσεβούμενο, Ασημάκη τονε λέγανε, έφτιαξε ένα Γιούδα και τον καργάρισε τρομπονέτα και σαΐτες. Τα ένωσε μαστορικά με φιτίλια και έκανε την ανατίναξη του αρχιρουφιάνου. Μέχρι τότενες του βάζαμε στη μπάκα του ξερά χορτάρια και ανάβαμε τη φουντανέλα. Τονε καίγαμε ρέστο. Ο Ασημάκης τον έκανε Κούγκι. Τον ίδιο χρόνο ρίξαμε κάτι σαΐτες, τι να σας λέω. Ο Μαντραγούδας είχε φτιάξει μια ίσαμε οργιά. Φωτιά κα λαύρα. Μέρες γράφανε οι ‘φημερίδες:


                                                              Εφημ. Λαϊκή 22.4.1894

              Πάντοτες ρίχναμε σαΐτες και στις 25 Μάρτη και βγάζαμε τα φράγκικα και μπουρλιάζαμε κάτι φουστανέλες τριάντα οκάδες έκαστη. Το Μάρτη του 1904, αν δε γελιέμαι, ήμουνα με τον Κουραμάνα και άλλους τζέδες και πήγαμε στη Πεπαντή να τις ρίξουμε στο πλάτωμα μετά τα ευχέλαια. Πλακώσανε κάτι αγριεμένοι Αγιαννήτες, τα τσιριτσιδάκια, και είχανε λόξυγκα για νταραβέρια. Θα ρίξαμε ίσαμε 200 σαΐτες βασιβουζούκικα.
          Κάθε χρόνο μέχρι και το 1940 θυμάμαι, είχα καβατζώσει τα 80 χρόνια μου, στις 25 Μάρτη φοράγαμε τα σελάχια μας και ρίχναμε σαΐτες, πότε στον Αγιάννη τον Πρόδρομο, πότε στην Πεπαντή, πότε στις στρατώνες και πότε κάτω στην πλατέα στους Αποστόλους δίπλα στην πηγάδα.

           Και της Αναλήψεως παγαίναμε κάτω στη Ντουάνα και ρίγναμε στο πλάτωμα της εκκλησιάς. Μετά βγαίναμε παραλιμανίως και τρομάζαμε με τα τρομπονέτα τους βλάχους πουρχόντουσαν να πάνε στα «σαράντα κύματα» με τα καΐκια και να μπούνε για λίγο στο νερό που ήτανε άπλυτοι από τον καιρό του Κολοκοτρώνη.  Ήτανε κι ο καπετάν Λάμπρος ένας μάγκας Γυαλιώτης σαϊτολόγος, ντερβισόπαιδο και καλαμπουριτζής που ξηγιότανε ντεβεκέλικα.
         Πρωτομαγιές τραβάγαμε πότε πάνω στις Τούρλες και πότε στην Κοροκλονού-κήπο Εδέμ το λένε σήμερις-πίναμε και τρώγαμε και ρίγναμε και κάτι ξεγυρισμένες σαΐτες γιατί τα μπαρούτια είχανε στεγνώσει τότε με τις ζέστες και ήτανε «θερμοφόρες». Μας καλούσανε και οι μαγαζήδες να τους κάνουμε αβάντα στο καλαμπαλίκι για πελατεία. Ρίγναμε τις σαΐτες μας και τρώγαμε αμπάκικα.
       Από τη στιγμή που βγήκαμε στη δημοσά και ο βασιλιάς ο Γιώργης ο Άλφας μερακλώθηκε με τη σαΐτα, και μαθεύτηκε πως ο Μπούτσης είπε «μπράβο στους μαγκίτες που μας εβγάλανε ασπροπρόσωπους», τότε κάτι καλαματιανοί που είχανε ‘πιχειρήσεις αλλά δεν ήτουνα «μαλλί αγγέλου» και είχαν ξεκινήσει από τα φτωχάτα, ήρθανε και μας εβρήκανε και κάναμε παρτίδες. Δουλέψανε και τα τέλια πως «μάγκες σκληροί πιάνουνε στις χερούκλες τους τα θεριά και τα κουλαντρίζουνε, καθότι το έθιμο» και οι μανταμίτσες και τα δεσποινάρια ξερογλυφόντουσαν με την αλαναρία, είχανε ξενερώσει με τους παπιονάτους προπελάκηδες. Γίναμε μόδα.                                             .
        Μέχρι το 1895 τις ρίγναμε στις συνοικίες μας, στις ενορίες μας και στους ‘πιτάφιους. Ήτανε τότες ένας Μπενάκης, Πότης νομίζω, που ζούσε και στην Αθήνα και είχε πάρε-δώσε με τους βασιλικούς. Τούτος έμαθε για τον βασιλιά τον Γιώργη και την θαύμαξή του στη σαΐτα. Κείνη τη χρονιά τονε κάνανε πρόεδρο των τρεχαλατζήδων ενός σωματείου, Μεσσηνιακός λεγότανε, και αφού βγήκε πρόεδρος, και γούσταρε και δημαρχηλίκι καθόσον σοϊλής, μας φώναξε και του ρίξαμε καμιά πενηνταριά «δύο στο χαρτό», δηλαδής μισή οργιά σαΐτα η καθεμιά. Είδανε οι άλλοι από το συβούλιο, ο Ρεμπουτσάκος ο σιδεράς, και κάνανε μανιφατούρα. Μας αγοράζανε μπαρούτες και πηγαίναμε το Πάσχα και τις ρίγναμε και στις δικές τους ενορίες, άμα δεν είχανε, στα πλουσιόσπιτα. Ούτε ανθιστήκαμε πως βρεθήκαμε να τις ρίγνουμε όλες μαζί οι ενορίες πότε στην Κάτω Πλατέα στους απόστολους και πότε στους παλιούς στρατώνες, στους ταξιάρχες δηλαδής, το απόγευμα του Πάσχα. Θάτανε κει γύρω στα 1896.                                                .
        Θυμάμαι το 1903 ήρθανε μαζί μας και ρίξανε σαΐτες κάτι μπερκετόμαγκες της επίσημης κενωνίας. Εγώ ρε τσόλια τους τις είχα φτιαγμένες. Χωρίς μπικικίνια, το νογάτε ωρέ; Διότι ο πάς εις ένας σαϊτολόγος είχε ‘ποχρέωση στους δυνατούς που παίρνανε τον κοσμάκη στη δούλεψή τους. Ο Γιώργης ο Δικαιάκος, μια ντουλάπα άντρας  με μαυρομιχαλέϊκη μουστάκα, τις έριγνε δυο-δυο. Κάτι καπουλάτες μανταμίτσες με ομπρελίνες τονε φάγανε με τα μάτια. Τον σταύρωνε η Δικαιάκαινα. «Φτού σου κορώνα μου, καρφίτσες έχουνε στα μάτια τους οι κορκοσούρες» έλεγε και ξανάλεγε η Μανιάτα.      Διαβάστε ρε στουρνάρια τι έγραφε τότες το «Θάρρος» η ‘φημερίδα :                                                      
         «Οι κ.κ. Γ. Δικαιάκος, δικηγόρος και δημοτικός εισπράκτωρ, Αργύριος Παυλόπουλος έμπορος, Ν. Αντωνακάκης κτηματίας, Γ. Σκιάς καπνέμπορος, Γ. Καρδαράς κτηματίας, Κ. Πάτσος έμπορος και άλλοι.
         Πρώτος παίρνει φωτιά  ο κ. Δικαιάκος. Ευσταλής και ρωμαλέος κρατεί μεγαλοπρεπώς τη σαΐτα. Εξόχως επιτυχής δε αύτη. Ο κόσμος μετ’ εκπλήξεως παρατηρεί και γίνεται έξαλλος εκ του ενθουσιασμού του.
        -Ζήτω! Μπράβο, φωνάζουν όλοι.                                                         .
         Χειροκροτήματα ραγδαία και ατελεύτητα εξέσπασαν. Ο ενθουσιασμός δεν περιγράφεται. Ομοβροντίαι από ζήτω και από χειροκροτήματα εφ’ ικανάς στιγμάς δονούν την ατμόσφαιραν. Σημειωτέον δε ότι οι σαΐτες των ήσαν θαυμάσιαι ως προς την δύναμιν, διό ήλθον οι…πρώτοι επιλαχόντες εις την νίκην, καθότι νικηταί ανεδείχθησαν οι κατασκευάσαντες εις αυτούς τις σαΐτες.»
           Μετά θυμάμαι πως περάσαμε δύσκολα χρόνια και με πολέμους και γιατί η χωροφυλακή μας κυνήγαγε και μας χώνανε και στη στενή. Μετά το 1930 ξανάρχισε το βιολί, πήραμε αέρα και οι δημαρχαίοι και όλοι οι καλαματιανοί που το γουστάρανε και τους θύμιζε και τα παλιά τα χρόνια. Βγήκανε μπροστά και οι χωροφυλακαίοι κάνανε άπωσον.
          Το 1933 που κάηκε ο κόσμος ρίξανε ένα σωρό άνθρωποι του «καθώς πρέπει». Έγραφε η ‘φημερίδα «Σημαία»: «Όλοι οι σαϊτολόγοι είναι πλήρεις μένους, Μεταξύ αυτών διακρίναμε τον έμπορον κ. Παρθένιον με φεσάκι και σακούλι, τον πρόεδρον των Οπωροπωλών κ. Κόμπον επικεφαλής των Καλυβιωτών, τον κ. Αγγελέαν εκ του σώματος των Κρεοπωλών, τον περίφημον κ. Λάμπρου της Παραλίας με τον κ. Κατσαούνην και τον κ. Μουνδρέαν, τον δημοτικό σύμβουλο κ. Νικητάκην επικεφαλής της Δημαρχιακής ομάδος, τον κ. Παναγόπουλον επι κεφαλής των Αγιοταξιαρχιτών, τον χημικόν κ. Στεφανούρην, τον καλτσοβιομήχανον κ. Τριαντάφυλλον, δύο Τραπεζικούς υπαλλήλους, τον Πρόεδρον των Δικαστικών υπαλλήλων κ. Περικλήν Ζήραν, τον καλλιτέχνην κ. Καλλέργην και τον τέως Διοικητήν του Φρουρίου κ. Ευγένιον Παπασταθόπουλον, τον κ. Πέτρον Μολώνην, τον εργολάβο Δημοσίων έργων κ. Ποδοχωρίτην, τον κ. Γαρίδην και πολλούς άλλους. Ο Πρόεδρος του Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου κ. Πάνος Κωστόπουλος αδιαθετών δεν μετέσχε του σαϊτοπολέμου….».

Φιλαρμονική και Σαϊτολόγοι το 1932.
Αρχείο ΓΑΚ παράρτημα Μεσσηνίας, φάκελλος Μουτεβελή-Λίβα.

      Το 1934 ήτουνα δήμαρχας ο Χρήστος ο Κουμάντος, ωραίος μάγκας που έκανε πολλά έργα στην Καλαμάτα.  Ο Κουμάντος που λέτε μας αγόρασε μπαρούτες για 10 χρόνια και φτιάχναμε σαϊτες και τελειωμό δεν είχαμε. Τότες δώσαμε και ρίξανε όλη η «καλή κενωνία» για να ξυπνήσει το αίμα τους που είχανε αποβλακωθεί με τις ρεβεράντζες και τις βεγγέρες. Οι  ‘φημερίδες πιά γράφανε αβέρτα. Η «Σημαία» έγραφε: Το εσπέρας της Κυριακής. Όπως άλλωστε καθ΄έτος, ερρίφθησαν εις την κεντρικήν πλατείαν άνω των 1.000 σαϊτών. Εις τον σαϊτοπόλεμον αυτόν ο οποίος τέρπει τους καλαματιανούς και τους κάμνει να εκδηλούν τόσον πρόωρα τα ορμητικά και πολεμοχαρή των αισθήματα-δεν υστερούν εδώ και οι αντιπρόσωποι του ωραίου φύλου-έλαβον μέρος πλην των επαγγελματιών σαϊτολόγων, και το άνθος της καλαματιανής διανοήσεως άνθρωποι κατά πάντα σοβαροί, επιστήμονες, έμποροι, επαγγελματίαι, ως και εργάται».

           Με λίγα λόγια κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι μορφωμένοι, που ξέρανε πενήντα ζεμπίλια γράμματα ο καθένας, μπλέκανε και νταραβεριζόντουσαν με σαϊτες.
         Το 1937 ήρθε ο Βασιλιάς ο Γιώργης ο Βου και κάηκε το πελεκούδι. Μας καλέσανε και ρίξαμε σαϊτες έξω από το ‘Πιμελητήριο στην Κάτω Πλατέα. Ήτανε μέσα όλοι οι αρχόντοι και είχανε πέσει στις χοντρές τις μάσες. Μπήκε ο Κολοβέας μέσα  και είπε του Γιώργη του Βου να βγεί στο μπαλκόνι να μας εδεί. Έγραφε η ‘φημερίδα «Σημαία»: «Πλησιάζει η στιγμή να τελειώσει το γεύμα. Εις τον διάδρομον εμφανίζεται ο σαϊτολόγος Κολοβέας φορών φέσιον και φέρων σακκούλι πλήρες σαϊτών. Ο Βασιλεύς ζητεί να περιεργασθή σαϊταν…ο διευθυντής του Επιμελητηρίου κ. Σαραντόπουλος δίδει το σύνθημα εις τους Σαϊτολόγους. Ο Σαϊτοπόλεμος άρχεται. Ο σημαιοφόρος Ηλίας Μαλικούρτης και ο σαλπιγκτής Ξωξάκος εις το έργον τους. Οι σαϊτολόγοι Μ. Γαρίδης, Π. Σπηλιώτης, Αμπάβης, Οικονομάκος και λοποί δεν παύουν να κάνουν και τα κολπάκια τους».
          Η «Ακρόπολις» από την Αθήνα έμαθε πως ο βασιλέας ενδιαφέρθηκε περιπαθώς: «….κατόπιν ηρώτησε περί του τρόπου κατασκευής των σαϊτών, τας οποίας είδεν πρώτην φοράν την παρελθούσαν εσπέραν εις την οργανωθείσαν σαϊτομαχίαν, γνωστόν παλαιότατον έθιμον των Καλαμών, αναμνηστικόν του γεγονότος της δια των σαϊτών αναγγελίας της επεκτάσεως της Επαναστάσεως του ’21 εις ολόκληρον την Πελοπόννησον».
       Οι Φυτειώτες ως γνωστόν και σα Μανιάτες, οι περσότεροι, έχουνε λόξα με τους βασιλιάδες. Κει λοιπόν που ο Γιώργης είχε βγει το απόγευμα για τσάρκες στην Καλαμάτα, του κάνουνε μπραφ στη γωνία Φαρών και Λακωνικής, τότε ήτανε έδαφος Σπανοχωρίου, κάτι Φυτειώτες σαϊτολόγοι, τούχουνε στήσει και μια αψίδα με αγάλματα και τον σταματάνε. Ο Κοντοζαμάνης δεν κόλωνε τονέ πλησίασε και τούπε «ρε μόρτη βασιλέα γουστάρεις να σου ρίξουμε διακόσες οκάδες μπαρούτη που τις έχουμε σταβέντο για πάρτυ σου. Κι άμα σε ‘νοχλήσει η μπαρουτίλα έχουμε και κινίνα για την μεγαλειότητά σου».  Ο βασιλιάς δεν ήτουνα ζουπηγμένη λαμαρίνα και του απάντησε στη γλώσσα μας : «προχώρα ρε μόρτη γιατί εγώ μυρίζομαι την άνοιξη και δεν τρώω λάχανο και κάνε την Καλαμάτα Αρκάδι κρητικό». Αμάν, ο Βου μας βγήκε ταραφίσιος και γουστάρει τη φίνα δουλειά από τους μουστερήδες. Το τι έγινε τι να σας λέω. Ωραία πράματα. Παλαιά και σέρτικα.
        Το 1938 θυμάμαι έγινε Πασχαλιάτικα ένας χαμός. Είχε πει και ο βασιλιάς τα μελομακάρονά του για τις Σαΐτες, του δώσαμε και κατάλαβε. Τα θυμάμαι πλέρια, αλλά για να μη πάει το νιονιό σας πως λέω λουλούκες, κοιτάτε ρε τι έγραφε η ‘φημερίδα η «Σημαία»: «Εις την μάχην ερρίφθησαν αι εξής ομάδες. Των Κρεοπωλών με επι κεφαλής τον κ. Σπηλιώτη, των Φυτειωτών με αρχηγόν τον κ. Γρίβαν, των Σπανοχωριτών με επικεφαλής τον κ. Αντώνη Χαλασσοχώρην, των Αγιοταξιαρχιτών με αρχηγό τον κ. Αγγελέα, των Ραχιωτών με επικεφαλής τους κ.κ. Κώστα Βενετσάνον και τον Μπίζον. Στους επίλεκτους ήταν οι καπνοβιομήχανοι Στάθης Καρέλιας και Γιάννης Δαμηλάτης, ο Αντώνης ο Καβανατζόγλου, ο Γιάννης ο Κουτσομητόπουλος κ.α.»
       Τα ίδια και το 1939. Εγώ τότενες δεν έριξα καθότι το γκριζάρισμα. Καθόμουνα και έβλεπα τη μαγκιά με τα σακκούλια, τη καραμουτζαρχία με τα ταρατατζούμ και τον μαέστρο πούχε λιλιά. Είχα μερακλωθεί και φώναζα τους γνωστούς με τα ονόματά τους. Παραδίπλα στεκότανε μια κυρία με το καπελίνο και μια ομπρέλα και με ρώτηξε:
-Τους γνωρίζετε όλους κύριε;
-Αμ τι τους κάνω, της λέω, παιδιά ταραφίσια είναι όλα.
-Τι θα συμβεί τώρα, μπορείτε να μου εξηγήσετε; συνεχίζει η μανταμίτσα.
Πήρα και εγώ το σοβαρό μου καθότι ναι μεν παιδί της πιάτσας, αλλά έχουμε και πέντε αράδες γράμματα στην κωλότσεπη και ξέρουμε να μιλήσουμε σε κυρίες εκτός φάρας.
-Κυρία μου, άρχισα (έτσι με άκουγε ο Χλέμπουρας να μιλάω στο επίσημο θα χαχάνιζε λες και είχε φουμάρει πέντε νταμίρες μαζεμένες πρωινιάτικα) εις την πόλιν μας υπάρχουν φυλαί και φύλαρχοι. Έχουμε την φυλήν των Κρεοπωλών, την φυλήν των Αβραμέων, των Καλυβίων ή Ανθουπολιτών, της Φυτειάς, της Παραλίας, της Φραγκόλιμνας. Κάθε φυλή έχει και τους φυλάρχους της. Η φυλή της Παραλίας έχει τον καπετάν Λάμπρο ο οποίος διεκδικεί την κυριαρχίαν της μεσογείου Καλαμάτας από τον Βιντσέντζον διάσημον κιθαρωδόν και καρδιοκατακτητή.  Εις την φυλήν των Κρεοπωλών όλοι είναι φύλαρχοι, δεκατρείς κρεοπώλαι δεκαχτώ καπετανέοι. Με την άσπρη μπλούζα είναι ο καπετά Ρέγγος ή Σκουράτζος ή Λαγωνικάκος. Εκείνος ο κομψός νεανίας με το βελουδενιο σκουφάκι είναι ο καπετάν Ηλίας Μαλικούρτης από το Ασπρόχωμα. Αυτός ο κοντοπίθαρος είναι ο καπετάν Βασίλης Μπουγάς τρομερός στο τρύπημα της σαϊτας. Εις την φυλήν των Καλυβιωτών διακρίνετε τον καπετάν Κόμπο, τον καπετάν Δασκαλά και πολλούς άλλους. Εις την φυλήν των Αβραμέων κυριαρχεί ο καπετάν Ιταλός, ο καπετάν Κακούρης, ο καπετάν Στράτης αδελφός του Κόμπου. Εκείνος που ονειροπολεί είναι ο καπετάν Γαρίδης. Θεριά αληθινά κυρία μου. Γεμάτοι μαχητικό μένος και έτοιμοι να πέσουν στην φωτιά για να ψηθούν με μπαρούτι.
-Εκείνο που μοιάζουν σαν Μαρκήσιοι, Δούκες και Κόμητες;
-Αυτοί αποτελούν την φυλήν των Επιλέκτων. Εκείνος ο πανύψηλος είναι ο τέως ταγματάρχης δούξ των Γιαννιτσανίκων, ελθών από την Αθήνα επίτηδες για να ρίξη σαϊτα. Εκείνος με τα ερωτύλα μάτια είναι ο βιομήχανος ο Καλούλης, ο άλλος με τα σπινθηροβολούντα μάτια είναι ο καπνοβιομήχανος κ. Ευστάθιος Καρέλιας, έχων το σπάνιον προσόν όχι μόνο να ανάβη σαϊτες και φωτιές αλλά και να τις σβύνει. Αλλά για να μην τα πολυλογώ οι άλλοι είναι ο καπετάν Γκόνος, ο καπετάς Στεφανούρης, ο καπετάν Αγγελόπουλος.



         Τα είπα και σταμάτησα. Κάνω έτσι και βλέπω την κυρία να έχει ανοίξη ένα πακέτο τσιγάρα Καρέλια και να μου προσφέρει. Τα έχασα.
-Πάρε ρε μόρτη ένα να στρώσεις κεφάλι, μου κάνει. Εξ επιτούτου σε αρώτηξα για να δω σε τι εκτίμα έχεις την αφρόκρεμα της καλαματιανής μαγκοσύνης. Εγώ όπως βλέπεις δεν πίνω πηγαδίσο νερό. Γουστάρω τη μαγκιά και τραβιέμαι με τον Μήτσο τον Αβέρτο καθότι λεβεντόπαιδο και με τράβηξε από την πλέμπα και τώρα έχω και το σπίτι μου το καλό και τα βουτήρατά μου και το φόρεμά μου το σπαθάτο. Καθότι για να με έχεις εμένα θέλω τα χρειαζούμενά μου και άμα δεν μου τα δώκεις τράβα να πουλάς χαμομήλι γερμανικό που αδυνατίζουνε οι ελέφαντες. Μπήκες;
-Ωραία εξήγηση μανταμίτσα μου, της είπα. Και παρότι μου φέρθηκες σκάρτα σε συχωρνάω και δεν ξεπλέκω το μιζανπλί αφού ανήκεις σε άντρα που ταμπακιάζω. Είμαι μάγκας με την σφραγίδα του και όχι τσουρούτικα πράματα. Καθόσον με καρατάρεις πως δεν είμαι για κέντημα  με το αντραντέ και μπορώ να σου μιλήσω και στην επίσημη και στην ταραφίσα γλώσσα. Σε μαρκάρω καλά και αφού γουστάρεις σαϊτες και έχεις κάνει γκεζί με τον Μήτσο, παναπεί πως έχεις πέσει στο βαθύ λαγούμι και κουβαλάς τη σπανακόπιττα. Ωραία τάπαμε, χάρηκα για τη γνώρα και φεύγω βέρτζινος γιατί τα παιδιά που τις ερίξανε με περιμένουνε στο τσαρδί να κοπανήσουμε κανά καταϊφι να πάνε κάτω τα μπαρουτόζαφειρα... Άντε και του χρόνου.

Σημείωση: Ιστορίες πέρα για πέρα αληθινές μέσα από τις παλιές εφημερίδες Αθήνας, Καλαμάτας και Περιχώρων, γραμμένη στη γλώσσα των παιδιών της πιάτσας που την μιλάνε και σήμερα καθότι δεν είναι…κούφιες αχιβάδες.-

Δια το πιστόν
Χρήστος Νικ. Ζερίτης

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Κωστόπουλου Παναγιώτη (Πούλου) διηγήσεις από την Κατοχή. Συλλήψεις της 5ης Φεβρουαρίου 1944. Ανακρίσεις, Εκτελέσεις, Λοιπά. Συμβολή

 ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ (ΠΟΥΛΟΣ) ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ-ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ ΤΗΣ 5ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1944. ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ-ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ. ΛΟΙΠΑ. Συμβολή.


«… οι εκατοντάδες πατριώτες που είναι θαμμένοι στον ομαδικό τάφο της Παραλίας, επαναλαμβάνουμε πως είναι πανέλληνες. Γιατί προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα της Καλαματιανής κοινωνίας και απ’ όλες τις πολιτικές μερίδες της, δεξιοί, αριστεροί, κομμουνιστές, δημοκρατικοί, βασιλόφρονες, φιλελεύθεροι…».
Εφημερίδα «Ελεύθερη Μεσσηνία» της 29/5/1945.

Συνέχεια της συζήτησης με τον Παναγιώτη Κωστόπουλο για της συλλήψεις της 5ης* Φεβρουαρίου του 1944 και τις εκτελέσεις της 6-7/2/1944.

Ο Παναγιώτης (Πούλος) Κωστόπουλος στην οδό Αριστομένους.

{Ημέρα. Σάββατο. Ήταν η αγορά. Εγώ πήγαινα εκεί στο μπακάλικο του ξαδερφού μου του Λέκκα. Και πρωί-πρωί το Σάββατο, «Όλοι να κλείσετε τα μαγαζά σας και να μαζευτείτε στη Λαχαναγορά και στους Αγιαποστόλους». Αυτό το φώναξε ένας καταδότης. Μου λέει ο ξάδερφός μου «έμπα μέσα να σε κλειδώσω». Του λέω όχι. Και μου λέει «έλα κοντά». Δεν πρόλαβα να πάω στους Αγιαποστόλους. Στο πίσω μέρος ήταν ο Αντώνης ο Καλαμαράς. Ο μεγαλύτερος καταδότης των Γερμανών (Σημείωση γράφοντος: Ο πατέρας του Καλαμαρά, Δημήτριος, ήταν ιδιοκτήτης του εκπαιδευτηρίου «Παλλάδιον» που ήταν προπολεμικά στην οδό Αριστοδήμου). (Δείτε σχετικά και
https://taygetos-
zeritis.blogspot.com/2023/01/1944.html).

Με τον αδερφό του Καλαμαρά πήγαινα στην ίδια τάξη στο πρακτικό Λύκειο πέντε χρόνια. Αυτός ήτανε ένα χρόνο μεγαλύτερος. Είχε έναν καλόγηρο (χοντρό σπυρί) στο σβέρκο του. Και όπως λέει «όλοι αριστερά και δεξιά» λέει και σε μένα «περάστε κύριε Κωστόπουλε». «Αντώνη εγώ»… «εσύ». Δεν υπήρχε άλλος. Και αφού τελείωσε, στην πίσω, στην δυτική πόρτα της Λαχαναγοράς, ήμουνα εγώ ο Οικονομόπουλος ο Μίμης και ένας Σαραντέας, Κώστας. Ο Οικονομόπουλος είχε τελειώσει το Λύκειο και στο «Τριανόν» από πάνω είχαν οι φοιτητές τη λέσχη τους. «Κύριε Οικονομόπουλε, αυτά που μου κάνατε στη λέσχη των φοιτητών, εδώ θα μου τα πληρώσεις». Του είπε. «Εδώ θα μου τα πληρώσεις». Του είπε ο Καλαμαράς.
Λοιπόν, «κύριε Σαραντέα…», αυτός ήτανε υπαρχηγός των Ναυτοπροσκόπων και εργαζότανε στον Δήμο, «Κύριε Σαραντέα, ό,τι μου κάνατε στο Δημαρχείο, εδώ θα μου τα πληρώσετε». Σε μένα δεν είπε τίποτα. Του λέω «Αντώνη, εγώ;». «Καλά εσύ... καλά εσύ» μου είπε.
-Πόσο άτομα μαζέψανε εκεί από τις συλλήψεις;
-Γύρω στους χίλιους.
-Πόσους αφήσανε εκεί; Από εκεί πόσοι φύγανε;
-Δεν ξέρω. Άκου τη συνέχεια τώρα. Μας πήγανε στο βόρειο μέρος του συντάγματος. Όλους. Στη γραμμή πεντάδες. Και μπαίναμε πέντε-πέντε από την πύλη, όχι στου Μεσσηνιακού αλλά από κάτω στη Λακωνικής. Από της Λακωνικής την πύλη μπήκαμε και μας πήγανε στο επάνω μέρος του στρατοπέδου. Από τη οδό Λακωνικής, ευθεία πάνω. Εκεί μπαίναμε πέντε-πέντε, ανέβαινες, διάδρομος. Πόρτα εδώ, που ήταν ο Νομάρχης και η παρέα του. Και στο επάνω μέρος του διαδρόμου, ήταν ο Καλαμαράς. Δίπλα από την πόρτα που μπαίναμε στον Νομάρχη, να μας ρωτήσουνε, να μάθουνε ποιοι είμαστε ο καθένας. Δίπλα ήταν ο Γερμανός. Αλλά από εκεί πέρα που είμαστε, πέντε-πέντε, ήταν ένας σε αυτό το δωμάτιο, είχε ένα παράθυρο και κοίταζε. Ούτε τον ήξερα, ούτε τον είχα δει ποτέ μου. Και του κάνω έτσι, με το χέρι μου (σημείωση : εννοεί τη χειρονομία «τι γίνεται τώρα»), και μου κάνει αυτός χειρονομία «καλά-καλά». Όπως πάμε ήταν μπροστά μου δυο πρώτα μου ξαδέρφια. «Ρε σεις, τον γνωρίζετε αυτόν;». Λένε, «όχι». «Να μπω πρώτος στους πέντε που θα μπούμε;. Λένε, «έμπα». Με τον μπάσιμο μέσα, πετάγεται ο άνθρωπος από το παράθυρο, «δικό μας παιδί, κύριε Νομάρχα». Ποιος ήτανε αυτός; Ήταν ο Δ.Π. ο οποίος είχε ψευτοσυγγένεια με τη μάνα μου. Λοιπόν, μου λέει ο Νομάρχης ο Περρωτής, «φύγε παιδί μου». Δεν πρόλαβα να κάνω ένα βήμα, να στρίψω  να πάω κάτω, φωνάζει ο Καλαμαράς στο Γερμανό φρουρό, «νίξ»,  δηλαδή να μη με αφήσουνε. Με το «νίξ», κάνω ένα βήμα μέσα και βάζω τις φωνές. «Τι έχω κάνει που δεν με αφήνει να φύγω». «Φύγε παιδί μου», μου ξαναλέει ο Περρωτής. Ταυτόχρονα έχω αρχίσει να ζαλίζομαι και χάνω την αίσθηση που βρίσκομαι και τι κάνω. Ταυτόχρονα, του Τζουμάνη του Θόδωρου που είχε το εστιατόριο, ο αδερφός του ήταν ανθυπολοχαγός, και φαίνεται ότι τον τσίγκλησε ο Περρωτής να πάει να εμποδίσει τον Καλαμαρά. Πέρασε δίπλα μου ο Τζουμάνης και δεν τον πήρα χαμπάρι. Ο Θόδωρος είχε το εστιατόριο. Ο άλλος αδερφός, αυτός δηλαδή, ήταν αξιωματικός ανθυπολοχαγός. Τα άλλα ήταν τα παιδιά του Θόδωρου.
Λοιπόν, με το «τι έχω κάνει κύριε Νομάρχα», τι φωνή έβαλα!!!!. «Φύγε παιδί μου». «Νίξ». Αλλά φαίνεται ότι ο αξιωματικός Τζουμάνης με έσπρωξε και βγήκα. Μαζευόμαστε απέξω καμμιά εξηνταριά και μας παίρνει ένας Γερμανός να μας πάει κάτω στη Λακωνικής, στην πύλη. Εγώ δεν είδα, δεν άκουσα, δεν κατάλαβα τίποτα από την ώρα με το «Νίξ» και τέτοια. Και πάω. Δεν ήξερα πού βρισκόμουνα, και όπως προχωρούμε και πλησιάζουμε την Λακωνικής, βλέπω κάτω. Απ' έξω ο κόσμος. Μεταξύ αυτών ήταν και η αδερφή μου. Μόλις βγήκα έξω από την πόρτα, πήρα μια βαθιά εισπνοή. Από την πύλη έφυγα αμέσως για τα Καλύβια που έμενα. Από τη οδό Μαυρομιχάλη πήγα; πέρασα το γήπεδο του Μεσσηνιακού και μετά έστριψα από την Καλλιπάτειρας; Στα Καλύβια έφτασα και δεν θυμόμουν τίποτα. Είχα χάσει τις αισθήσεις μου.
Τους εκτελέσανε λοιπόν την άλλη μέρα. Κυριακή το βράδυ, 6 προς Δευτέρα 7 Φλεβάρη.

Η παραπάνω φωτογραφία δεν είναι από τις εκτελέσεις της Καλαμάτας. Είναι φωτογραφία του «τελευταίου Εβραίου στη Βίνιτσα», είναι μία από τις πιο σκληρές εικόνες του Ολοκαυτώματος. Χάρη στην ΤΝ και τη συλλογική έρευνα γνωρίζουμε πλέον την ταυτότητα του δράστη, όπως γνωρίζουμε σήμερα τα ονόματα των δύο Γερμανών εκτελεστών των καλαματιανών κρατουμένων στις 6 και 7 Φεβρουαρίου 1944. Γιάκομπους Όνεν είναι το όνομα του παραπάνω δολοφόνου.
Ο Διοικητής Schmidt με την βοήθεια του υπολοχαγού Peicoln, συμμετείχε προσωπικώς σε αυτή τη φρικτή σφαγή στην Καλαμάτα. Σκότωσαν σε μια νύχτα 300 περίπου άτομα με πιστόλι parabellum.

-Με ποιον τρόπο έχεις ακούσει; Γιατί ο Τριανταφυλλάκης ο γιατρός που ήταν διερμηνέας είπε με πιστόλι. Δύο Γερμανοί με ένα μπιστόλι ο καθένας.
Π.Κ.-Τους εκτελούσανε όλη τη νύχτα.
-Έχω διαβάσει πως δώσανε τα ρούχα τους στον παπα-Τσίχλη στον Άγιο Νικόλα. Αληθεύει αυτό;
Π.Κ.-Δεν ξέρω.
-Τους εκτελέσανε εκείνο το βράδυ. Με πιο τρόπο; Έχεις ακούσει;
Π.Κ.-Δεν ξέρω αλλά επόμενο είναι.
-Με πολυβόλα;
Π.Κ.-Όχι, όχι. Πολυβόλα θα ακουγότανε.
-Ξέρατε που τους είχαν θάψει;
Π.Κ.-Που να ξέρουμε. Κανείς δεν ήξερε που τους πήγανε. Μόνο από το αίμα που έτρεχε από τα αυτοκίνητα. Και σκυλιά που τους βγάλανε.
-Έχεις ακούσει αριθμό εκτελεσμένων;
Π.Κ.-Όχι. Δεν ξέρω τίποτα. Λέγεται 540, τους μετρήσανε οι Εγγλέζοι. Το διάβασα και προχθές στην εφημερίδα.
-Στη Ράχη ήταν ένα καφενείο του Παναγιώτη. Μαζευόντουσαν αριστεροί. Το έχεις ακούσει;
Π.Κ.-Δεν ξέρω. Περικύκλωσαν οι Γερμανοί όλη τη Ράχη μέχρι κάτω και μέχρι τα Καλύβια.
-Είχες ακούσει έναν αντάρτη που τον λέγανε «ο τρόμος της Ράχης». Το είχες ακούσει αυτό το παρατσούκλι;
Π.Κ-Όχι. Εκείνο που ξέρω ήταν ότι ο εφεδρικός ΕΛΑΣ των Καλυβίων κοιμότανε στον Άγιο Νικόλαο, πιο πάνω, στο Πέταλο.
-Έναν Μίμη Γκουζουλή τον είχες ακούσει; Έχει γραφτεί πως δραπέτευσε νύχτα από το Στρατόπεδο.
Π.Κ.-Από πού να φύγει; Αφού ήτανε γύρω-γύρω το Σύνταγμα με σκοπιές και το βράδυ με φώτα.
Π.Κ.-Και έναν συμμαθητή μου, ένα και τριάντα ύψος, είχε βεντερούγα (κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης), μπρος πίσω, ένα αααααα τούκανες έπεφτε, αυτός δεν είχε ιδέα για τίποτα, είχε μόνο μια μάνα. Δεν το ήξερα πως τον είχαν εκτελέσει και όταν πήγαινα εκεί πέρα στο μνημείο που τους έθαψαν και άναβα κερί, και διάβασα τα ονόματα το είδα.  Τριβέλης Δημήτριος.
 -Ήταν ανακατωμένος σε κάποια κατάσταση αυτός;
Π.Κ-Τίποτα. Ήσυχο ανθρωπάκι.
-Από αυτούς που εκτελέσανε στην Καλαμάτα ήτανε αριστεροί ή ήτανε και δεξιοί και άλλοι;
Π.Κ.-Δεν ήξερε κανείς, τι αριστεροί μωρέ … δεν ήξερε κανείς. Μετά γίνανε ξεκαθαρίσματα.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ…

Π.Κ.-Παναγιώτης Μανωλούδης. Αυτός ήταν φοντιατζής και ήταν άριστος ποδοσφαιριστής
-Σε ποια ομάδα έπαιζε
Π.Κ-Στα Πράσινα Πουλιά πριν και μετά τον πόλεμο. Πριν τα Πράσινα Πουλιά ήταν στον Μεσσηνιακό.

Ο Πότης Μανωλούδης με την φανέλα του Μεσσηνιακού 1932


Λοιπόν, είχανε φτιάξει την καλύτερη ομάδα τα Πράσινα Πουλιά Και δυστυχώς στις 5 Φεβρουαρίου τον πιάσανε, δούλευε στου Περρέα του Μήτσου το υποδηματοποιείο. Τον πιάσανε στους Αγίους Αποστόλους. Τον πήγανε στον Σύνταγμα μαζί με τους άλλους και τον σκοτώσανε.  Ήταν ένα από τα εκλεκτά παιδιά. Ανύπαντρος, γιατί προστάτευε την αδερφή του με τα παιδιά της.  Ο Μανωλούδης, ο «Γούτος», το παρατσούκλι του.

-Άλλον ποδοσφαιριστή που εκτελέσανε θυμάσαι;

Π.Κ.-Έχουνε εκτελέσει πολλούς. Έναν που δούλευε στα συμβολαιογραφεία από κάτω, ήταν ένα χασάπικο, φόραγε την μπλούζα του, και περνάει ο Καλαμαράς «Έλα εδώ», πάει κι αυτός. Αυτός δεν ήταν στις συλλήψεις της Αγοράς, τον έπιασε αλλού ο Καλαμαράς, στην οδό Φαρών.
Τι να πρωτοθυμηθώ;
Ο Μαμώλης. Τον πιάσανε κι αυτόν. Ποδοσφαιριστής. Καλός ποδοσφαιριστής. Έπαιζε Πράσινα Πουλιά.


ΣΥΝΕΧΕΙΑ…

Π.Κ.-Στη Κατοχή ήταν ένας που τον έλεγαν Σταύρο και το παρατσούκλι του ήτανε Χαϊλέ Σελασιέ  και ήταν κομμένα τα πόδια του, ήτανε εδώ στη Φυτειά, και ήταν μαυριδερός, για αυτό τον βγάλανε Σελασιέ (αυτοκράτορας της Αιθιοπίας). (Σημείωση γράφοντος : με την βοήθεια του Σοφοκλή Μάρκου βεβαιώθηκε πως ο αναφερόμενος ήταν ο Σταύρος Σερεμέτης -παρατσούκλι «τσαντίλας»- που έπαιζε τερματοφύλακας στα Πράσινα Πουλιά Καλαμάτας).

Ονόματα ποδοσφαιριστών των ομάδων Πράσινα Πουλιά και Εθνικός στις 31/8/1943. Αναγράφονται τα ονόματα Σερεμέτη και Μανωλούδη.


Π.Κ.-Ήταν ο Καρμοίρης, ο Δημήτρης, με μαγκούρες, κομμένα τα πόδια από την Αλβανία. Ήτανε και τρεις τέσσερεις ακόμη, όλοι αυτοί είχανε χάσει τα πόδια τους στην Αλβανία από κρυοπαγήματα..

 

Δημήτρης Καρμοίρης. Προσφορά φωτογραφίας από την εγγονή του Κέλλυ Καρμοίρη.

Στο ημίχρονο κάποιου αγώνα στο γήπεδο του Μεσσηνιακού, δεν θυμάμαι πότε, ήτανε στη νότιο δυτική γωνία του γηπέδου ένας αξιωματικός Γερμανός και κοίταζε σοβαρός τους ανάπηρους που «κλωτσάγανε» τη μπάλα. Εγώ ήμουνα στο βόρειο μέρος και τον έβλεπα. Ο Χαϊλέ Σελασιέ τερματοφύλακας, ο Καρμοίρης και οι άλλοι με τις μαγκούρες να «κλωτσάνε» για να βάλουν γκολ.

Ο Γερμανός, είπα εκείνη την ώρα, κλαίει τη μοίρα του, το κατάντημα του πολέμου. Κομμένα τα πόδια αλλά η επιθυμία για μπάλα ήταν επιθυμία μια μπάλα.
Τον κοίταζε (τον Γερμανό) κατόπι όλο το γήπεδο. Μουγκαμάρα. Σε τι αγώνα ήταν αυτό το γεγονός….δεν θυμάμαι ποιον αγώνα. Μάλλον Έλληνες με Γερμανούς.

Ο Παναγιώτης Κωστόπουλος-Ξυλάς, γεννημένος το 1923, παραμένει και σήμερα ακμαίος υπό την φροντίδα του γιού του Γεωργίου. Σε όλη την διάρκεια της συγγραφής του παρόντος και του προηγούμενου κειμένου των αναμνήσεών του, 

https://taygetos-zeritis.blogspot.com/2025/10/22-1943.html  

με διακατείχε μεγάλη συγκίνηση και για όλα όσα μου περιέγραψε ο κ. Παναγιώτης Κωστόπουλος αλλά και για την συνολική στάση ζωής που επέδειξε τα μετέπειτα των περιπετειών του χρόνια. Πιστός στις αντιλήψεις του για κοινωνική δικαιοσύνη και την ελευθερία της σκέψης, διαμόρφωσε φιλίες με βάση την εντιμότητα και την αξιοσύνη, στήριξε σιωπηλά συμπολίτες του έχοντες ανάγκη, εργάστηκε δημιουργικά, υπήρξε ακέραιος στις συναλλαγές του, απέφυγε την πολιτική στράτευση και απέκτησε οικογένεια στην οποία εμφύσησε τα ίδια χαρακτηριστικά. Όταν τον ρώτησα αν συνταξιοδοτήθηκε ως αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, μου απάντησε στέρεα ΟΧΙ και στη συνέχεια στην ερώτησή μου Γιατί; μου απάντησε με φράση που με συγκίνησε ακόμη περισσότερο, λέγοντας πως «όσα τραβήξαμε στην Κατοχή τα πάθαμε για την Πατρίδα. Δεν μας το ζήτησε εκείνη».

* Σχετικά με την ημερομηνία των συλλήψεων. Ο ερευνητής-ιστοριοδίφης Ηλίας Μπιτσάνης έκανε σε ανάρτησή του την αποκάλυψη πως οι συλλήψεις ήταν διήμερες, δηλαδή εκτός της 5/2/1944 είχαν γίνει αρκετές και την προηγούμενη μέρα το απόγευμα της 4/2/1944. Γράφει :
"... Για το θέμα της ημερομηνίας των συλλήψεων στην Καλαμάτα, στη βιβλιογραφία και τις αφηγήσεις εμφανίζεται μια διχογνωμία. Η Γερμανική αναφορά γράφει 4 Φεβρουαρίου, η αγορά ήταν 5 Φεβρουαρίου. Απάντηση στη διχογνωμία δίνει η «Ελεύθερη Μεσσηνία» στις 30 Μαϊου 1945, λίγες μέρες μετά την ανακάλυψη των νεκρών στον ομαδικό τάφο της Δυτικής Παραλίας. Στην πραγματικότητα υπήρξαν δύο κύματα συλλήψεων: Το πρώτο την Παρασκευή το απόγευμα 4 Φεβρουαρίου όταν Γερμανοί και συνεργάτες τους μπήκαν σε καφενεία και μαγαζιά και προχώρησαν σε συλλήψεις. Γιαυτό και η αναφορά των Γερμανών για «συλλήψεις σε στέκια κομμουνιστών». Το δεύτερο εκδηλώθηκε την άλλη ημέρα το πρωί όταν ο κόσμος βρισκόταν στην αγορά...".