ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ (ΠΟΥΛΟΣ) ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ-ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ ΤΗΣ 22 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1943. ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΧΑΪΔΑΡΙ. ΔΙΑΜΟΝΗ-ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ.
Σημείωση
γράφοντος: Οι παρακάτω αναμνήσεις του κ. Παναγιώτη Κωστόπουλου
μαγνητοφωνήθηκαν στις 13/2/2023 στο κατάστημα του γιού του Γιώργου επί της οδού
Είρας 13. Ευχαριστώ το γιό του Γιώργο για την διευκόλυνση.
Κωστόπουλος Παναγιώτης 13 Φεβρουαρίου 2023.
-Κωστόπουλος-Ξυλάς Παναγιώτης
του Γεωργίου, ετών 100.
-Ο κύριος Κωστόπουλος διηγείται την προσωπική του εμπειρία από τις συλλήψεις που έκαναν
οι Γερμανοί τον Οκτώβριο του ‘43 στην Καλαμάτα. 22 Οκτωβρίου 1943, Παρασκευή
πρωί.
-Λοιπόν, μας συγκέντρωσαν στην πλατεία……
-Από που γίναν οι συλλήψεις; περιοχή Καλύβια, Ράχη;
-Δυτική Καλαμάτα. Λοιπόν μας συγκέντρωσαν στην πλατεία στου Τσώλη, σημερινή
πλατεία Ομήρων Γερμανίας.
-Πόσα άτομα ήταν περίπου οι συλληφθέντες;
-Απάνω από 2.000-2.300, και μας
πήγανε με τα αυτοκίνητα στα Παραδείσια, στον δρόμο έξω. Και εμείς για να μην
πέσουμε κρατιόμαστε, μια σειρά από εδώ και μια σειρά από κει, πίσω πλάτη με
πλάτη, και είμαστε πιο νέοι να μην πέσουμε και σκοτωθούμε. Την άλλη μέρα μας
πήγανε με τα πόδια στη Μεγαλόπολη. Αλλά
προτού μας πάνε στη Μεγαλόπολη, από το Δεδέμπεη (Τριπόταμον) κατεβάσανε κάποιες
γυναίκες κόφες ψωμί και ήταν ευτυχώς και ένα πηγάδι εκεί. Και φάγαμε το
γλυκύτερο ψωμί που έχω φάει ποτέ στη ζωή μου. Πήγαμε στη Μεγαλόπολη και μας
έβαλαν στο αμφιθέατρο, στο παλιό το θέατρο της Μεγαλόπολης, στο αρχαίο θέατρο.
Εκεί μας έδωσαν τα πάντα οι Μεγαλοπολίτες, 200 με 300 κιλίμια γιατί κάτω ήτανε
λάσπη. Πήγαμε από εκεί την άλλη μέρα στην Ασέα. Εκεί ήρθε το αυτοκίνητο του Κακαλέτρη και
έφερε διάφορα πράγματα σε όλους. Όσοι είχανε δηλαδή. Από εκεί μας πήγανε, με τα
πόδια όλα αυτά, την Τρίπολη. Προτού μπούμε στην Τρίπολη αριστερά, καρυδιές
είναι.. νηστικοί, ούτε νερό ούτε τίποτα, όλα στο ύπαιθρο. Περάσαμε από την
Τρίπολη και κατεβήκαμε στον Αχλαδόκαμπο. Εκεί κοιμηθήκαμε στο σχολείο του Αχλαδοκάμπου.
Αλλά σε κάθε διαδρομή το βράδυ που οδηγούμαστε, όταν ήταν άρρωστος κανένας τους
έβγαζαν και τους έδιωχναν. Από εκεί μας πήγανε την άλλη μέρα στους Μύλους. Την
άλλη μέρα το πρωί μας πήγανε και μας βάλανε στα μνήματα του νεκροταφείου του
Άργους, και από τις 5 η ώρα το απόγευμα μέχρι τις 5 το πρωί έριξε καλαπόδια και
εμείς ήμασταν έτσι. Εμένα εκεί πρήστηκαν οι αμυγδαλές μου και δεν μπορούσα να
μιλήσω και προχωρώντας με τα πόδια στο Κουτσοπόδι ήρθε το αυτοκίνητο και μεταξύ
αυτών πήρε και εμένα και μας πήγανε στο Γουδί.
Εκεί είδα τα πρώτα βάσανα και σκέφτηκα τι θα τραβήξουμε.
Στο στρατόπεδο του Γουδιού ήταν δύο Ιταλοί (κρατούμενοι). Ένας ήταν, πως ήταν οι
κρατούμενοι στο Νταχάου, έτσι, ίσα που στεκόταν (αδύναμος). Ένας άλλος ήταν κι
αυτός σε καλύτερη μοίρα, είχε ένα μπαστούνι και μάζευε γόπες από το στρατόπεδο.
Την άλλη ημέρα ήρθανε επιτροπή για να
διαλέξουν και ήταν ο αξιωματικός, Έλληνας Καλαματιανός. Στο προπό τώρα που
είναι εκεί, στο από κάτω μαγαζί, ο πατέρας του έφτιαχνε σαμάρια (τότε), και
περνούσαμε, αυτός από το παράθυρο, εμείς έτσι, πήγαινες έλεγες πως λέγεσαι,
έλεγε Α, B, C,… Α, Β, Γ, το Α
εκεί, το Β εκεί, το C εκεί. Μετά
μας πήραν τις ταυτότητες. Στο Γουδί τώρα, μας πήρανε τα χρήματα, τις ταυτότητες
και δεν είχαμε τίποτα. Εγώ μετά, την άλλη ημέρα, όπως πάω να μπω μέσα για να
κοιμηθώ, βλέπω κάτω λεφτά, τα οποία τα πήρα στην τσέπη μου, μπαίνω μέσα λέω «ρε
παιδιά έχασε κανένας λεφτά;, έχασε κανένας λεφτά;, έχασε κανένας λεφτά;», δεν
μιλάει κανένας, φωνάζουνε όλοι «είναι δικά σου» και εκείνο ήταν που με γλίτωσε
από τον εξ ασιτείας θάνατο, γιατί ήταν Ιταλοί μάγειρες για τους Γερμανούς και κάθε
πρωί πηγαίνανε στην αγορά, και τους έδινα κι εγώ από αυτά τα λεφτά κρυφά και
μου φέρνανε καλούπια σύκα, αλλά την δεύτερη μέρα ή την τρίτη μας είχαν μαγειρέψει
λαχανίδες με κάποιες τεράστιες κάμπιες…. Βρώμα, και λέω σε ένα συμμαθητή μου
και φίλο μου, λέω βρωμάει, εγώ δεν θα το φάω, μου λέει εγώ θα το φάω, τι έκανε; έπιανε τις
κάμπιες τις έβγαζε και έτρωγε τα άλλα…. εγώ ούτε έβαλα στο στόμα μου τίποτα. Μετά
από λίγες ημέρες πάμε στο Χαϊδάρι.
-Πόσοι είχατε μείνει τότε;
-Από εκεί, το Α τους αφήσανε ελεύθερους, το Β στο Χαϊδάρι και το C στη Γερμανία, πόσοι ήτανε
τώρα δεν ξέρω, και πηγαίνοντας 8 ώρες με τα πόδια Γουδί-Χαϊδάρι, ούτε νερό,
τίποτα, τίποτα και δεν είχανε ούτε φαΐ (όταν έφθασαν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου),
είχανε κάτι λίγο μπλουγούρι, και μας λένε «παιδιά πάρτε λίγο αυτό (το μπλουγούρι)
το πρωί θα έχουμε πάλι (φαγητό) γιατί δεν σας περιμέναμε». Αυτοί που τα
μαγείρευαν εκεί ήταν οι κομμουνιστές που τους είχε πιάσει ο Μεταξάς το 1936 και
δεν τους είχαν αφήσει. Κάθε πρωί
μας βγάζανε έξω μια ώρα δήθεν ότι κάναμε γυμναστική. Όπως προχωρούσαμε κατά
εξάδες και για καλή μου τύχη λέει «ΑΛΤ» ο Διερμηνέας, ο οποίος ήταν καθηγητής
γυμναστικής, και εσύ, εσύ, εσύ, εξάδες τώρα, είμαστε 300 άτομα, 291, λοιπόν και
θα σου πω τον αριθμό, και «πού έχεις κάνει στρατιώτης;» με ρώτησε, προτού
προλάβω να απαντήσω εγώ, πετάγονται δύο, ο Νίκος ο Γκιταράκος και ο Βασίλης ο Δασκαλάς
και λένε «δεν έχει πάει στρατιώτης, είναι μαθητής του πρακτικού Λυκείου
Καλαμάτας». Μόλις άκουσε ο Διερμηνέας «έβγα έξω, μπροστά», μου λέει. Με έβγαλε
έξι βήματα μπροστά, όταν κάνουμε τη στροφή λέει πηγαίνοντας στους μαγείρους «αυτό το παιδί το βλέπετε θα του δίνετε
διπλάσια μερίδα φαγητό». Ο Διερμηνέας ήταν Έλληνας πιασμένος από το Μεταξά και
το είπε στο μάγειρα τον Έλληνα. Ο Βασίλης
Δασκαλάς ήτανε σοφέρ και έπαιζε και τερματοφύλακας στον Απόλλωνα. Λοιπόν και ο Διερμηνέας
με έλεγε Παναγή. Αλλά από την απλυσιά γεμίσαμε ψείρες, τις τσακάγαμε
όλη την ημέρα, το βράδυ τσακίζαμε, το πρωί είχαμε περισσότερες. Και φρόντισε
αυτός ο Διερμηνέας, έδωσε και τη ζωή του, τον εκτελέσανε στην Καισαριανή. Φαίνεται
ζήτησε από τον διοικητή εκεί πέρα και μας φρόντισαν για τα ρούχα, όλα τα ρούχα,
μείναμε ολόγδυτοι, για να τα πλύνουν, για να τα ζεματίσουν, τα ζεματίσανε. Και
πήγαμε και στις βρύσες, πλυθήκαμε, αυτό μήνας Δεκέμβριος.
Κηδεία Ελασιτών μετά την μάχη της
Καλαμάτας 10.9.1944. Ο Παν. Κωστόπουλος σημειώνεται με την γραμμή. Φωτογραφία
Χρήστου Αλειφέρη. Πηγή ΓΑΚ Αρχεία νομού Μεσσηνίας.
Λοιπόν, στις 12 Δεκεμβρίου, λέει όλοι οι καλαματιανοί που
θα ακούσετε το όνομά σας, θα πηγαίνετε να πάρετε την ταυτότητα και τα λεφτά σας.
Πράγματι, πήγαμε 191 άτομα είμασταν, γιατί την άλλη μέρα το πρωί ειπώθηκε αυτό.
Και μας πήρε ένας υποδεκανέας, ένας μαντράχαλος Γερμανός και μας πήγε στο
σταθμό Πελοποννήσου, στο τρένο. Εκεί ήταν πολλοί συγγενείς και ο Ερυθρός
Σταυρός μας έδωσε τροφές για δύο ημέρες. Και αφού κάτσαμε λίγο άρχισε να φεύγει η
μπουρού και από το σταθμό Πελοποννήσου μέχρι την Κόρινθο δεν άκουσα ούτε μία
λέξη, ήμασταν μόνο κράτσα κρούτσα από το μάσημα της τροφής που μας έδωσε ο
Ερυθρός Σταυρός. Και το απογευματάκι φτάσαμε στο Άργος. Μας συνόδευαν πέντε-έξι
αξιωματικοί της Γκεστάπο. Και λένε «θέλετε να βγείτε έξω, θέλετε να μείνετε
εδώ, το πρωί θα είσαστε όλοι εδώ, θα πάμε στην Καλαμάτα». Κατεβαίνουμε ήταν μία
αίθουσα κάτω στο σταθμό, όπως κατεβήκανε λέμε «έχεις τίποτα να φάμε;». «Σταφίδα
ραζακιά και κρασί, τίποτα άλλο δεν έχω» λέει. Πήραμε. Αλλά η σταφίδα με το
κρασί, δηλαδή με 2 ποτήρια γίνεσαι φέσι. Αρχίσανε το χορό και το κυριότερο τώρα:
Μας λέει «Παιδιά να φύγετε γιατί στις 12 η ώρα εγώ πρέπει να κλείσω το μαγαζί απαγορεύεται
η κυκλοφορία». «Τι χρωστάμε» ρωτάμε τον καταστηματάρχη. «Είσαστε αυτοί που σας
έβαλαν οι Γερμανοί στο νεκροταφείο του Άργους;», μας ρωτάει. Λέμε ναι. «Δεν
χρωστάτε τίποτα». Μας λέει. Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Ένας μπατίρης
να κάνει μια θυσία για την εποχή εκείνη ήταν υπολογίσιμη.
Κατεβαίνουμε στη Μεγαλόπολη εκεί σε ένα σταθμό να βάλουν
νερό στη μπουρού. Και μας λένε «πηγαίνετε εκεί πέρα είναι αποθήκες σύκα». Εγώ
πήγα γέμισα. Κατεβαίνουμε στην Καλαμάτα. Στου Σταματελάκη το εργοστάσιο
βλέπουμε στο σταθμό να είναι μαζεμένη η μισή Καλαμάτα. Οι συγγενείς. Όλοι κοιτάξανε
από τα παράθυρα. Εγώ λέω θα πάω σε μια πόρτα, έτοιμος να βγω πρώτος. Και μόλις
σταματάει το τρένο βγήκα πρώτος. Βλέπω την αδερφή μου έκλαιγε. Και όταν πήγα να
τη χαιρετήσω της λέω «γιατί κλαις;» μου λέει «δεν σε είδα». Το βράδυ όλα τα
παιδιά των Καλυβίων ήρθαν και με χαιρετίσουνε. Αλλά το πρωί δεν είχα ούτε το
παντελόνι ούτε το σακάκι να ντυθώ. Και πήγα σε κάτι
ξαδέρφια μου. Σε ποια κατάσταση ήταν το σακάκι και το
παντελόνι δεν το λέω.
-Πόσους πήρανε Καλαματιανούς
και τους πήγανε στο Νταχάου τότε.
-Πρέπει να ήτανε καμμιά 300αριά.
-Από αυτούς πόσοι γυρίσανε ζωντανοί;
-Περισσότεροι από μισοί.
-Εκεί ήταν ο Ζαχαριάδης, διερμηνέας. Ήταν οι περισσότεροι τσαγκαράδες που είχαν
συλληφθεί εκεί. Και τους τσαγκαράδες τούς είχε ψηλά ο Ζαχαριάδης. Και ένα φίλο μου
και συμμαθητή μου, γείτονά μου, είχε τελειώσει το Λύκειο, αυτός είχε προχωρήσει
πολιτικά, ήταν κώλος και βρακί με τον
Ζαχαριάδη. Κρύωσε αυτό το παιδί. Βάζει δύο σεντόνια στην κατάψυξη. Τα στρώνει
κάτω. Τον βάζει, τον διπλώνει και μετά από λίγο έχει ιδρώσει. Και αυτό είναι που
τον γλύτωσε. Και ήρθε κι αυτός ο εδώ και μου τα έλεγε».
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ
Ποδοσφαιρικός αγώνας και στήριξη οικογενειών συλληφθέντων
Ο Αθλητισμός είχε ξεκινήσει στις 9/5/1943 (με βάση τα
διαθέσιμα στοιχεία ο τελευταίος ποδοσφαιρικός είχε γίνει στις 1/5/1940 –κύπελο
Πάσχα μεταξύ των ομάδων Πράσινα Πουλιά, Ολυμπιακός και Απόλλων) με αγώνα μιας ομάδας Φοιτητών με την ομάδα της Δάφνης
Καλαμάτας. Οι εισπράξεις του αγώνα ήταν υπέρ των «απόρων φοιτητών». Από τον
Μάιο μέχρι και τον Οκτώβριο του 1943 είχαν διεξαχθεί, σποραδικά και όχι
συντονισμένα, αρκετές ποδοσφαιρικές συναντήσεις μεταξύ των ομάδων Πράσινα
Πουλιά, Απόλλωνα Καλαμάτας, Δάφνης, Ολυμπιακού, Παμίσου, Μεσσηνιακού και
κάποιες ομάδες Φοιτητών, Νυκτερινής και Δημόσιας Εμπορικής σχολής.
Μετά τις συλλήψεις οργανώνεται ποδοσφαιρικός αγώνας «Υπέρ
των Οικογενειών των Συλληφθέντων». Οι μικτές ομάδες Πράσινων Πουλιών και
Απόλλωνα αγωνίστηκαν, κατόπιν αδείας του Γερμανικού φρουραρχείου, με αυτή των
Ολυμπιακού και Δάφνης, την Κυριακή 31/10/1943 στο γήπεδο του Μεσσηνιακού.
Εισιτήριο δραχμές 4.000. Από
τον αγώνα αυτό, ο οποίος έληξε 1-1, εισπράχθηκαν 4.000.000 δρχ.
Παράλληλα για την ενίσχυση των οικογενειών είχε ξεκινήσει
έρανος ο οποίος απέδωσε «πενιχρά αποτελέσματα».
Ο Γερμανός φρούραρχος είχε ήδη διαθέσει 1.000 οκάδες ρύζι
για τις οικογένειες των συλληφθέντων. Το
ίδιο έγινε και στις 2/11/1943 προς τις οικογένειες των συλληφθέντων από τη Ράχη
(ήταν οι περισσότεροι), με βάση το Γ΄ (τότε) Δημοτικό σχολείο Μπενάκη.
Ο Νομάρχης Μεσσηνίας Γκέλης με ανακοίνωση ενημερώνει πως
θα διανεμηθούν κρατικά βοηθήματα.
Ο Ερυθρός Σταυρός χορήγησε 177 οκάδες αλεύρι σε
οικογένειες από την ενορία Αγ. Κωνσταντίνου.
Στις οικογένειες των συλληφθέντων, από τις ενορίες Αγ.
Γεωργίου και Αγ. Δημητρίου, η Νομαρχία χορηγεί επιδόματα.
Στις 18/11/1943 η Νομαρχία με ανακοίνωσή της καλεί
«άπαντες οι κάτοικοι της συνοικίας Ράχης, οι συλληφθέντες και επανελθόντες ήδη,
όπως προσέλθωσιν εις το Δημαρχείον, κατά τα εργασίμους ώρας και μέχρι του
προσεχούς Σαββάτου 20ης τρέχοντος, ίνα καταγραφώσι εις ειδικόν
κατάλογον προκειμένου να ληφθώσι μέτρα υπέρ αυτών». Εφημ. «Θάρρος», φυλ.
18/11/1943.
Στις 3/11/1943 η εφημ. «Θάρρος» δημοσιεύει ανακοίνωση της
Επιτροπής Εράνων υπέρ των Συλληφθέντων σχετική με το αποτέλεσμα: «Ο έρανος
απέδωσε δρχ. 15.200.000 τα οποία διετέθησαν ως εξής : 1) Δια του ιεροκήρυκος
εις κρατουμένους Τριπόλεως μετρητά δρχ. 2.250.000, τσιγάρα 325.000. Σύνολον
2.675.000. 2) Αποστολή τροφίμων εις τους φυλακισμένους της Τριπόλεως δια του κ.
Ι. Χαλούλου 2.900.000. 3) Εις διαφόρους αποφυλακισθέντας, βοήθημα προς
μετάβασιν εις εστίας των δρχ. 90.000. 4) Εις ςπιτροπήν προστασίας κρατουμένων
εις φυλακάς προς αποφυλάκισίν των, δια του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας δρχ.
1.000.000. 5) Εις τας οικογενείας των δέκα εκτελεσθέντων δρχ. 3.000.000.
Σύνολον 9.665.000. Υπόλοιπον όπερ θέλει διατεθεί δια την αποστολήν τροφίμων εις
Τρίπολιν εντός της εβδομάδος δρχ. 5.535.000. Διευκρινίζεται ότι εις την αξίαν
των αποσταλέντων τροφίμων δεν συμπεριλαμβάνονται τα δοθέντα δωρεάν α) υπό του
εδώ Δ.Ε.Σ. 65 οκάδες άρτου, β) 60 οκάδες σύκα υπό των αδελφών Πλεμμένου, γ)
1.000 πορτοκάλια υπό των Σ. Αδαμοπούλου και Σ. Κουτουμάνου, Η Επιτροπή Ι.Μακρόπουλος
Αρχιμανδρίτης, Ι. Χαλούλος Δημαρχών, Π. Καίσαρης, Μ. Σαραντόπουλος».
Επίλογος
Σε όλη την διάρκεια της συγγραφής του παρόντος με
διακατείχε μεγάλη συγκίνηση και για όλα όσα μου περιέγραψε ο κ. Παναγιώτης
Κωστόπουλος, ο οποίος βρίσκεται εν ζωή, σήμερα 10 Σεπτεμβρίου 2025, αλλά και
για την συνολική στάση ζωής που επέδειξε τα μετέπειτα των περιπετειών του
χρόνια. Πιστός στις αντιλήψεις του για κοινωνική δικαιοσύνη και την ελευθερία
της σκέψης, διαμόρφωσε φιλίες με βάση την εντιμότητα και την αξιοσύνη, στήριξε
σιωπηλά συμπολίτες του έχοντες ανάγκη, εργάστηκε δημιουργικά, υπήρξε ακέραιος
στις συναλλαγές του, απέφυγε την πολιτική στράτευση και απέκτησε οικογένεια
στην οποία εμφύσησε τα ίδια χαρακτηριστικά. Όταν τον ρώτησα αν συνταξιοδοτήθηκε
ως αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, μου απάντησε στέρεα ΟΧΙ και στη συνέχεια
στην ερώτησή μου Γιατί; μου απάντησε με φράση που με συγκίνησε ακόμη
περισσότερο, λέγοντας πως «όσα τραβήξαμε στην Κατοχή τα πάθαμε για την Πατρίδα.
Δεν μας το ζήτησε εκείνη».
Τον Φεβρουάριο του 2026 θα δημοσιευθεί η επόμενη διήγησή
του, ως αυτόπτης μάρτυρας, σχετική με τις συλλήψεις της 5/2/1944 και τις
εκτελέσεις της 7/2/1944 εκατοντάδων φυλακισμένων πατριωτών.
«Εκ του
διενεργηθέντος την 28ην λήγοντος, εράνου εις το εμπορικώτατον τμήμα
της πόλεως, διεπιστώθη ότι συμπολίται οικονομικώς ανεξάρτητοι, προσέφεραν ποσά
πενιχρά και ανάξια συζητήσεως. Επειδή αν συνεχισθή η τακτική αύτη η επιτροπή
είναι υποχρεωμένη να διακόψη το σοβαρόν της έργον, ποιείται υστάτην έκκλησιν
προς τους ευπόρους της πόλεώς μας και παρακαλεί ούτους όπως φανώσι γενναιόδωροι
και συνδράμωσι το έργον αυτής. Η επιτροπή. Ι. Μακρόπουλος Αρχιμανδρίτης, Φ.
Τσαγκάρης Δήμαρχος, Π. Καίσαρης ιατρός, Μ. Σαραντόπουλος Δ/ντης Εμπορικού
Επιμελητηρίου…». Εφημερίδα Καλαμάτας «Θάρρος» φύλ. 30/10/1943.
Ανακοινούται ότι από της πρωίας
της 9ης τρέχοντος, ημέραν Τρίτην άρχεται η διανομή βοηθημάτων εις τας
οικογενείας των συλληφθέντων κατοίκων «Ράχης». Τα βοηθήματα ταύτα, διατεθέντα
υπό του Κράτους, καθωρίσθησαν εις 25.000 δρχ. κατά οικογένειαν, προσαυξανόμενα
κατά 7.000 δρχ. δι΄ έκαστον των μελών της οικογένειας…». Εφημερίδα «Σημαία», φυλ. 9/11/1943.
Η Κεντρική Επιτροπή Διανομών του Ερυθρού Σταυρού Καλαμών,
ανακοινοί ότι εις αρτοποιόν Βασ. Μαμέαν παρεδόθησαν προς διανομήν εις τας 177 οικογενείας συλληφθέντων και μη
επιστρεψάντων της ενορίας Αγ. Κωνσταντίνου (Καλυβίων), 177 οκάδες αλεύρου, και
εν αναλογία μιας (1) οκάς κατά συλληφθέντα, επί τη βάσει καταλόγου υποβληθέντος
ημίν παρά του εφημερίου τα ανωτέρω ενορίας. Εφημερίδα «Θάρρος, φυλ.10/11/1943.