Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Κωστόπουλου Παναγιώτη (Πούλου) διηγήσεις από την Κατοχή. Συλλήψεις της 5ης Φεβρουαρίου 1944. Ανακρίσεις, Εκτελέσεις, Λοιπά. Συμβολή

 ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ (ΠΟΥΛΟΣ) ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ-ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ ΤΗΣ 5ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1944. ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ-ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ. ΛΟΙΠΑ. Συμβολή.


«… οι εκατοντάδες πατριώτες που είναι θαμμένοι στον ομαδικό τάφο της Παραλίας, επαναλαμβάνουμε πως είναι πανέλληνες. Γιατί προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα της Καλαματιανής κοινωνίας και απ’ όλες τις πολιτικές μερίδες της, δεξιοί, αριστεροί, κομμουνιστές, δημοκρατικοί, βασιλόφρονες, φιλελεύθεροι…».
Εφημερίδα «Ελεύθερη Μεσσηνία» της 29/5/1945.

Συνέχεια της συζήτησης με τον Παναγιώτη Κωστόπουλο για της συλλήψεις της 5ης Φεβρουαρίου του 1944 και τις εκτελέσεις της 6-7/2/1944.

Ο Παναγιώτης (Πούλος) Κωστόπουλος στην οδό Αριστομένους.

{Ημέρα. Σάββατο. Ήταν η αγορά. Εγώ πήγαινα εκεί στο μπακάλικο του ξαδερφού μου του Λέκκα. Και πρωί-πρωί το Σάββατο, «Όλοι να κλείσετε τα μαγαζά σας και να μαζευτείτε στη Λαχαναγορά και στους Αγιαποστόλους». Αυτό το φώναξε ένας καταδότης. Μου λέει ο ξάδερφός μου «έμπα μέσα να σε κλειδώσω». Του λέω όχι. Και μου λέει «έλα κοντά». Δεν πρόλαβα να πάω στους Αγιαποστόλους. Στο πίσω μέρος ήταν ο Αντώνης ο Καλαμαράς. Ο μεγαλύτερος καταδότης των Γερμανών (Σημείωση γράφοντος: Ο πατέρας του Καλαμαρά, Δημήτριος, ήταν ιδιοκτήτης του εκπαιδευτηρίου «Παλλάδιον» που ήταν προπολεμικά στην οδό Αριστοδήμου). (Δείτε σχετικά και
https://taygetos-
zeritis.blogspot.com/2023/01/1944.html).

Με τον αδερφό του Καλαμαρά πήγαινα στην ίδια τάξη στο πρακτικό Λύκειο πέντε χρόνια. Αυτός ήτανε ένα χρόνο μεγαλύτερος. Είχε έναν καλόγηρο (χοντρό σπυρί) στο σβέρκο του. Και όπως λέει «όλοι αριστερά και δεξιά» λέει και σε μένα «περάστε κύριε Κωστόπουλε». «Αντώνη εγώ»… «εσύ». Δεν υπήρχε άλλος. Και αφού τελείωσε, στην πίσω, στην δυτική πόρτα της Λαχαναγοράς, ήμουνα εγώ ο Οικονομόπουλος ο Μίμης και ένας Σαραντέας, Κώστας. Ο Οικονομόπουλος είχε τελειώσει το Λύκειο και στο «Τριανόν» από πάνω είχαν οι φοιτητές τη λέσχη τους. «Κύριε Οικονομόπουλε, αυτά που μου κάνατε στη λέσχη των φοιτητών, εδώ θα μου τα πληρώσεις». Του είπε. «Εδώ θα μου τα πληρώσεις». Του είπε ο Καλαμαράς.
Λοιπόν, «κύριε Σαραντέα…», αυτός ήτανε υπαρχηγός των Ναυτοπροσκόπων και εργαζότανε στον Δήμο, «Κύριε Σαραντέα, ό,τι μου κάνατε στο Δημαρχείο, εδώ θα μου τα πληρώσετε». Σε μένα δεν είπε τίποτα. Του λέω «Αντώνη, εγώ;». «Καλά εσύ... καλά εσύ» μου είπε.
-Πόσο άτομα μαζέψανε εκεί από τις συλλήψεις;
-Γύρω στους χίλιους.
-Πόσους αφήσανε εκεί; Από εκεί πόσοι φύγανε;
-Δεν ξέρω. Άκου τη συνέχεια τώρα. Μας πήγανε στο βόρειο μέρος του συντάγματος. Όλους. Στη γραμμή πεντάδες. Και μπαίναμε πέντε-πέντε από την πύλη, όχι στου Μεσσηνιακού αλλά από κάτω στη Λακωνικής. Από της Λακωνικής την πύλη μπήκαμε και μας πήγανε στο επάνω μέρος του στρατοπέδου. Από τη οδό Λακωνικής, ευθεία πάνω. Εκεί μπαίναμε πέντε-πέντε, ανέβαινες, διάδρομος. Πόρτα εδώ, που ήταν ο Νομάρχης και η παρέα του. Και στο επάνω μέρος του διαδρόμου, ήταν ο Καλαμαράς. Δίπλα από την πόρτα που μπαίναμε στον Νομάρχη, να μας ρωτήσουνε, να μάθουνε ποιοι είμαστε ο καθένας. Δίπλα ήταν ο Γερμανός. Αλλά από εκεί πέρα που είμαστε, πέντε-πέντε, ήταν ένας σε αυτό το δωμάτιο, είχε ένα παράθυρο και κοίταζε. Ούτε τον ήξερα, ούτε τον είχα δει ποτέ μου. Και του κάνω έτσι, με το χέρι μου (σημείωση : εννοεί τη χειρονομία «τι γίνεται τώρα»), και μου κάνει αυτός χειρονομία «καλά-καλά». Όπως πάμε ήταν μπροστά μου δυο πρώτα μου ξαδέρφια. «Ρε σεις, τον γνωρίζετε αυτόν;». Λένε, «όχι». «Να μπω πρώτος στους πέντε που θα μπούμε;. Λένε, «έμπα». Με τον μπάσιμο μέσα, πετάγεται ο άνθρωπος από το παράθυρο, «δικό μας παιδί, κύριε Νομάρχα». Ποιος ήτανε αυτός; Ήταν ο Δ.Π. ο οποίος είχε ψευτοσυγγένεια με τη μάνα μου. Λοιπόν, μου λέει ο Νομάρχης ο Περρωτής, «φύγε παιδί μου». Δεν πρόλαβα να κάνω ένα βήμα, να στρίψω  να πάω κάτω, φωνάζει ο Καλαμαράς στο Γερμανό φρουρό, «νίξ»,  δηλαδή να μη με αφήσουνε. Με το «νίξ», κάνω ένα βήμα μέσα και βάζω τις φωνές. «Τι έχω κάνει που δεν με αφήνει να φύγω». «Φύγε παιδί μου», μου ξαναλέει ο Περρωτής. Ταυτόχρονα έχω αρχίσει να ζαλίζομαι και χάνω την αίσθηση που βρίσκομαι και τι κάνω. Ταυτόχρονα, του Τζουμάνη του Θόδωρου που είχε το εστιατόριο, ο αδερφός του ήταν ανθυπολοχαγός, και φαίνεται ότι τον τσίγκλησε ο Περρωτής να πάει να εμποδίσει τον Καλαμαρά. Πέρασε δίπλα μου ο Τζουμάνης και δεν τον πήρα χαμπάρι. Ο Θόδωρος είχε το εστιατόριο. Ο άλλος αδερφός, αυτός δηλαδή, ήταν αξιωματικός ανθυπολοχαγός. Τα άλλα ήταν τα παιδιά του Θόδωρου.
Λοιπόν, με το «τι έχω κάνει κύριε Νομάρχα», τι φωνή έβαλα!!!!. «Φύγε παιδί μου». «Νίξ». Αλλά φαίνεται ότι ο αξιωματικός Τζουμάνης με έσπρωξε και βγήκα. Μαζευόμαστε απέξω καμμιά εξηνταριά και μας παίρνει ένας Γερμανός να μας πάει κάτω στη Λακωνικής, στην πύλη. Εγώ δεν είδα, δεν άκουσα, δεν κατάλαβα τίποτα από την ώρα με το «Νίξ» και τέτοια. Και πάω. Δεν ήξερα πού βρισκόμουνα, και όπως προχωρούμε και πλησιάζουμε την Λακωνικής, βλέπω κάτω. Απ' έξω ο κόσμος. Μεταξύ αυτών ήταν και η αδερφή μου. Μόλις βγήκα έξω από την πόρτα, πήρα μια βαθιά εισπνοή. Από την πύλη έφυγα αμέσως για τα Καλύβια που έμενα. Από τη οδό Μαυρομιχάλη πήγα; πέρασα το γήπεδο του Μεσσηνιακού και μετά έστριψα από την Καλλιπάτειρας; Στα Καλύβια έφτασα και δεν θυμόμουν τίποτα. Είχα χάσει τις αισθήσεις μου.
Τους εκτελέσανε λοιπόν την άλλη μέρα. Κυριακή το βράδυ, 6 προς Δευτέρα 7 Φλεβάρη.

Η παραπάνω φωτογραφία δεν είναι από τις εκτελέσεις της Καλαμάτας. Είναι φωτογραφία του «τελευταίου Εβραίου στη Βίνιτσα», είναι μία από τις πιο σκληρές εικόνες του Ολοκαυτώματος. Χάρη στην ΤΝ και τη συλλογική έρευνα γνωρίζουμε πλέον την ταυτότητα του δράστη, όπως γνωρίζουμε σήμερα τα ονόματα των δύο Γερμανών εκτελεστών των καλαματιανών κρατουμένων στις 6 και 7 Φεβρουαρίου 1944. Γιάκομπους Όνεν είναι το όνομα του παραπάνω δολοφόνου.
Ο Διοικητής Schmidt με την βοήθεια του υπολοχαγού Peicoln, συμμετείχε προσωπικώς σε αυτή τη φρικτή σφαγή στην Καλαμάτα. Σκότωσαν σε μια νύχτα 300 περίπου άτομα με πιστόλι parabellum.

-Με ποιον τρόπο έχεις ακούσει; Γιατί ο Τριανταφυλλάκης ο γιατρός που ήταν διερμηνέας είπε με πιστόλι. Δύο Γερμανοί με ένα μπιστόλι ο καθένας.
Π.Κ.-Τους εκτελούσανε όλη τη νύχτα.
-Έχω διαβάσει πως δώσανε τα ρούχα τους στον παπα-Τσίχλη στον Άγιο Νικόλα. Αληθεύει αυτό;
Π.Κ.-Δεν ξέρω.
-Τους εκτελέσανε εκείνο το βράδυ. Με πιο τρόπο; Έχεις ακούσει;
Π.Κ.-Δεν ξέρω αλλά επόμενο είναι.
-Με πολυβόλα;
Π.Κ.-Όχι, όχι. Πολυβόλα θα ακουγότανε.
-Ξέρατε που τους είχαν θάψει;
Π.Κ.-Που να ξέρουμε. Κανείς δεν ήξερε που τους πήγανε. Μόνο από το αίμα που έτρεχε από τα αυτοκίνητα. Και σκυλιά που τους βγάλανε.
-Έχεις ακούσει αριθμό εκτελεσμένων;
Π.Κ.-Όχι. Δεν ξέρω τίποτα. Λέγεται 540, τους μετρήσανε οι Εγγλέζοι. Το διάβασα και προχθές στην εφημερίδα.
-Στη Ράχη ήταν ένα καφενείο του Παναγιώτη. Μαζευόντουσαν αριστεροί. Το έχεις ακούσει;
Π.Κ.-Δεν ξέρω. Περικύκλωσαν οι Γερμανοί όλη τη Ράχη μέχρι κάτω και μέχρι τα Καλύβια.
-Είχες ακούσει έναν αντάρτη που τον λέγανε «ο τρόμος της Ράχης». Το είχες ακούσει αυτό το παρατσούκλι;
Π.Κ-Όχι. Εκείνο που ξέρω ήταν ότι ο εφεδρικός ΕΛΑΣ των Καλυβίων κοιμότανε στον Άγιο Νικόλαο, πιο πάνω, στο Πέταλο.
-Έναν Μίμη Γκουζουλή τον είχες ακούσει; Έχει γραφτεί πως δραπέτευσε νύχτα από το Στρατόπεδο.
Π.Κ.-Από πού να φύγει; Αφού ήτανε γύρω-γύρω το Σύνταγμα με σκοπιές και το βράδυ με φώτα.
Π.Κ.-Και έναν συμμαθητή μου, ένα και τριάντα ύψος, είχε βεντερούγα (κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης), μπρος πίσω, ένα αααααα τούκανες έπεφτε, αυτός δεν είχε ιδέα για τίποτα, είχε μόνο μια μάνα. Δεν το ήξερα πως τον είχαν εκτελέσει και όταν πήγαινα εκεί πέρα στο μνημείο που τους έθαψαν και άναβα κερί, και διάβασα τα ονόματα το είδα.  Τριβέλης Δημήτριος.
 -Ήταν ανακατωμένος σε κάποια κατάσταση αυτός;
Π.Κ-Τίποτα. Ήσυχο ανθρωπάκι.
-Από αυτούς που εκτελέσανε στην Καλαμάτα ήτανε αριστεροί ή ήτανε και δεξιοί και άλλοι;
Π.Κ.-Δεν ήξερε κανείς, τι αριστεροί μωρέ … δεν ήξερε κανείς. Μετά γίνανε ξεκαθαρίσματα.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ…

Π.Κ.-Παναγιώτης Μανωλούδης. Αυτός ήταν φοντιατζής και ήταν άριστος ποδοσφαιριστής
-Σε ποια ομάδα έπαιζε
Π.Κ-Στα Πράσινα Πουλιά πριν και μετά τον πόλεμο. Πριν τα Πράσινα Πουλιά ήταν στον Μεσσηνιακό.

Ο Πότης Μανωλούδης με την φανέλα του Μεσσηνιακού 1932


Λοιπόν, είχανε φτιάξει την καλύτερη ομάδα τα Πράσινα Πουλιά Και δυστυχώς στις 5 Φεβρουαρίου τον πιάσανε, δούλευε στου Περρέα του Μήτσου το υποδηματοποιείο. Τον πιάσανε στους Αγίους Αποστόλους. Τον πήγανε στον Σύνταγμα μαζί με τους άλλους και τον σκοτώσανε.  Ήταν ένα από τα εκλεκτά παιδιά. Ανύπαντρος, γιατί προστάτευε την αδερφή του με τα παιδιά της.  Ο Μανωλούδης, ο «Γούτος», το παρατσούκλι του.

-Άλλον ποδοσφαιριστή που εκτελέσανε θυμάσαι;

Π.Κ.-Έχουνε εκτελέσει πολλούς. Έναν που δούλευε στα συμβολαιογραφεία από κάτω, ήταν ένα χασάπικο, φόραγε την μπλούζα του, και περνάει ο Καλαμαράς «Έλα εδώ», πάει κι αυτός. Αυτός δεν ήταν στις συλλήψεις της Αγοράς, τον έπιασε αλλού ο Καλαμαράς, στην οδό Φαρών.
Τι να πρωτοθυμηθώ;
Ο Μαμώλης. Τον πιάσανε κι αυτόν. Ποδοσφαιριστής. Καλός ποδοσφαιριστής. Έπαιζε Πράσινα Πουλιά.


ΣΥΝΕΧΕΙΑ…

Π.Κ.-Στη Κατοχή ήταν ένας που τον έλεγαν Σταύρο και το παρατσούκλι του ήτανε Χαϊλέ Σελασιέ  και ήταν κομμένα τα πόδια του, ήτανε εδώ στη Φυτειά, και ήταν μαυριδερός, για αυτό τον βγάλανε Σελασιέ (αυτοκράτορας της Αιθιοπίας). (Σημείωση γράφοντος : με την βοήθεια του Σοφοκλή Μάρκου βεβαιώθηκε πως ο αναφερόμενος ήταν ο Σταύρος Σερεμέτης -παρατσούκλι «τσαντίλας»- που έπαιζε τερματοφύλακας στα Πράσινα Πουλιά Καλαμάτας).

Ονόματα ποδοσφαιριστών των ομάδων Πράσινα Πουλιά και Εθνικός στις 31/8/1943. Αναγράφονται τα ονόματα Σερεμέτη και Μανωλούδη.


Π.Κ.-Ήταν ο Καρμοίρης, ο Δημήτρης, με μαγκούρες, κομμένα τα πόδια από την Αλβανία. Ήτανε και τρεις τέσσερεις ακόμη, όλοι αυτοί είχανε χάσει τα πόδια τους στην Αλβανία από κρυοπαγήματα..

 

Δημήτρης Καρμοίρης. Προσφορά φωτογραφίας από την εγγονή του Κέλλυ Καρμοίρη.

Στο ημίχρονο κάποιου αγώνα στο γήπεδο του Μεσσηνιακού, δεν θυμάμαι πότε, ήτανε στη νότιο δυτική γωνία του γηπέδου ένας αξιωματικός Γερμανός και κοίταζε σοβαρός τους ανάπηρους που «κλωτσάγανε» τη μπάλα. Εγώ ήμουνα στο βόρειο μέρος και τον έβλεπα. Ο Χαϊλέ Σελασιέ τερματοφύλακας, ο Καρμοίρης και οι άλλοι με τις μαγκούρες να «κλωτσάνε» για να βάλουν γκολ.

Ο Γερμανός, είπα εκείνη την ώρα, κλαίει τη μοίρα του, το κατάντημα του πολέμου. Κομμένα τα πόδια αλλά η επιθυμία για μπάλα ήταν επιθυμία μια μπάλα.
Τον κοίταζε (τον Γερμανό) κατόπι όλο το γήπεδο. Μουγκαμάρα. Σε τι αγώνα ήταν αυτό το γεγονός….δεν θυμάμαι ποιον αγώνα. Μάλλον Έλληνες με Γερμανούς.

Ο Παναγιώτης Κωστόπουλος-Ξυλάς, γεννημένος το 1923, παραμένει και σήμερα ακμαίος υπό την φροντίδα του γιού του Γεωργίου. Σε όλη την διάρκεια της συγγραφής του παρόντος και του προηγούμενου κειμένου των αναμνήσεών του, 

https://taygetos-zeritis.blogspot.com/2025/10/22-1943.html  

με διακατείχε μεγάλη συγκίνηση και για όλα όσα μου περιέγραψε ο κ. Παναγιώτης Κωστόπουλος αλλά και για την συνολική στάση ζωής που επέδειξε τα μετέπειτα των περιπετειών του χρόνια. Πιστός στις αντιλήψεις του για κοινωνική δικαιοσύνη και την ελευθερία της σκέψης, διαμόρφωσε φιλίες με βάση την εντιμότητα και την αξιοσύνη, στήριξε σιωπηλά συμπολίτες του έχοντες ανάγκη, εργάστηκε δημιουργικά, υπήρξε ακέραιος στις συναλλαγές του, απέφυγε την πολιτική στράτευση και απέκτησε οικογένεια στην οποία εμφύσησε τα ίδια χαρακτηριστικά. Όταν τον ρώτησα αν συνταξιοδοτήθηκε ως αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, μου απάντησε στέρεα ΟΧΙ και στη συνέχεια στην ερώτησή μου Γιατί; μου απάντησε με φράση που με συγκίνησε ακόμη περισσότερο, λέγοντας πως «όσα τραβήξαμε στην Κατοχή τα πάθαμε για την Πατρίδα. Δεν μας το ζήτησε εκείνη».

 

 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου