Γεώργιος Π. Μαυρομιχάλης. Ένας τραγικός πρωταγωνιστής
«Αδέρφια, ομόνοια, αγάπη». Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του όταν ο θρυλικός για το παράστημα, τις
γνώσεις και την παλικαριά του «Μπεηζαντές» Γιωργάκης Μαυρομιχάλης έπεφτε
νεκρός από τα πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος, το ημερολόγιο έγραφε ημέρα
Σάββατο 10 Οκτωβρίου 1831.
Γεώργιος Πέτρου Μαυρομιχάλης. Στον Πόρο 1827. Krazeisen Karl (1794-1878). Μολύβι σε χαρτί 16Χ12. Αρ. έργου Π.1325/Α/3. Εθνική Πινακοθήκη.
Ε΄ βρε Γιώργη. Που να φανταζόσουνα όταν έμπαινε στο πύργο σας στο Λιμένι στα 1815 ο μπάρμπας σου ο Σουκιούρμπεης για να κάνει Μπέη της Μάνης τον πατέρα σου, πως εσύ θα κατέληγες 15χρονο παιδί στην Πόλη ως όμηρος μαζί με τον αδερφό σου τον Αναστάση; Και πως εκεί θα αποκτούσες γνώσεις και παιδεία και γλωσσομάθεια και σκέψη πολιτική και θα γινόσουν ο πρώτος Μαυρομιχάλης που θα μάθαινε τα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας. Και οι Φαναριώτες που σε γνώρισαν και σε εκπαίδευσαν, θα σε αποκαλούσαν «Μπεηζαντέ», δηλαδή, διάδοχο του πατέρα σου στο Μπεηλίκι, παρόλο που ‘σουν τρίτος στη σειρά. Κι η ομορφάδα σου αξεπέραστη και η λεβεντιά σου απερίγραπτη. Την τελευταία στιγμή γλυτώσατε εσυ κι ο αδερφός σου, όταν μετά την έναρξη της Επανάστασης, και λίγο πριν δολοφονήσουν τον Πατριάρχη τον πέμπτο, πρόλαβε και σας βοήθησε να δραπετεύσετε με το σπετσιώτικο μπρίκι. Από τις 17 Μαρτίου του 1821 στην Αρεόπολη και μετά δεν κάθισες να ξεκουραστείς. Έτρεχες παντού για την Πατρίδα. Γιατί εσύ το είχες οργανώσει. Οι Φιλικοί ενημέρωσαν τον Καμαρινό πως εσύ μυήθηκες στη Φιλική Εταιρεία και εκείνος ήρθε και μύησε τον Πατέρα σου και τ’ αδέρφια σου στα 1818.
Πώς πήρε την απόφαση ο Μπέης να ξεκινήσει το σεφέρι, όταν γνώριζε πως στο προηγούμενο σεφέρι με τους
Ορλώφηδες κόντεψε να ξακληριστεί η νεραϊδογενιά σας και την κρίσιμη ώρα να
αποφασίσει, όταν τα δυο παιδιά του ήταν όμηροι στην Πόλη στα χέρια του
Σουλτάνου; Πώς πήρε την απόφαση ο Πατέρας σου να αρχίσει τον Μάρτη, όταν
μήνες πολλούς πριν οι ενθουσιώδεις άμυαλοι και ακράτητοι διέδιδαν το τι
επρόκειτο να γίνει και συκοφαντούσαν τους ψύχραιμους και σώφρονες προεστούς
του Μοριά; Εσύ Γιώργη στις 23
Μαρτίου ξεκίνησες από την Καλαμάτα για να πάρεις τα κάστρα της Μονεμβασιάς και
της Κορώνης.
Δεύτερη φορά εκούσιος όμηρος
τον Σεπτέμβρη του ΄21 στην Τριπολιτσά, τρεις μέρες προτού γίνει η κατάληψη πήρες
εκούσια την θέση του αδελφού σου του Αναστάση που αρρώστησε καθώς ομήρευε
από τον Φλεβάρη του ΄21 μαζί με άλλους προεστούς και κληρικούς στα
μπουντρούμια.
Στην άλωση της Ντροπολιτσάς είσαι αυτός αναλαμβάνει την φύλαξη των αιχμαλωτισμένων ηγετών των Τούρκων,
των χαρεμιών και των θησαυρών και αργότερα συνοδεύεις τα χαρέμια στην Κόρινθο
και τα ανταλλάσσεις με Έλληνες Σουλιώτες αιχμαλώτους. Εναντίον του Δράμαλη πολεμάς
ως Αίαντας στην μάχη που δίνεται στο
κάστρο του Άργους.
Τον Απρίλη του 1825 σκοτώθηκε ο
καφός σου ο Γιάννης στην πολεμίστρα του Νιόκαστρου που εσύ ήσουν φρούραρχος και
το Μάιο παράδωσες το κάστρο του. Ο Ιμπραήμ με μπαμπεσιά σε αιχμαλωτίζει για
να σε ανταλλάξει με τους αιχμάλωτους πασάδες του Ναυπλίου. Τρίτη φορά όμηρος-αιχμάλωτος σε τούρκικα χέρια. Η ελληνική
διοίκηση δεν θέλει να λεφτερώσει τους πασάδες του Ναυπλίου με ανταλλαγή
αιχμαλώτων και τότε η διπλωματική σου δεινότητα λειτουργεί. Σε λεφτερώνει ο
Αιγύπτιος γιατί τον πείθεις πως θα κάνεις τους Μανιάτες να υποταχθούν.
«Καπάκια» λέγανε την διπλωματία οι ρουμελιώτες. Και ο Ιμπραήμ απάντησε
στους όρους σου πως «.. συγχωρώντας τον μπαμπά σου, τους θείους σου και όλη
την φαμίλια σου, με το έχειν τους, πλούτη και τα εξής, το λοιπόν ημπορείτε να
είστε ήσυχοι και να πιστέψετε δίχως αμφιβολία. Εδιόρισα τον μπαμπά σου πάλι
Μπέη της Μανίας και εις των κληρονόμων του, τέλος πάντων εις την φαμελίαν
του…». Δηλαδή Γιώργη τα είχες όλα. Αν ήθελες έσβηνες την Επανάσταση και
όλα θα γίνονταν όπως πριν. Θάχες τα μπεηλίκια σου, τα πλούτη σου, τα πάντα
σου. Αλλά εσύ, η Εφορεία της Σπάρτης και οι κάτοικοι της Μάνης του γράψατε «..ημείς
σε περιμένομεν με όσας δυνάμεις θελήσης». Ήταν Μάιος του 1826. Λίγο μετά,
τον Ιούνιο στη Βέργα «οι αραπάδες έρχονται». Ήλθαν και απήλθαν. Και συ εκεί
στις ύστερες μάχες μπροστάρης, όπως όλοι οι οπλαρχηγοί συντοπίτες σου, και δεν
«φύλαγες τους αγιολιάδες». Τις πρώτες ώρες της μάχης στρατολόγαγες στα
Κακαβούλια και έμαθες για την επίθεση στο Διρό. Με 10 ώρες δρόμο άυπνος και
θεονήστικος έφτασες στο Αλμυρό και τότε βροντήξανε 1000 καρυοφύλλια να σε
υποδεχτούν. Έτσι σκοτώθηκε και το κορωνιοτόπουλο προσφυγάκι που ήταν εκεί
με τους γονήδες του να βρει προστασία στην παλικαροσύνη σας, και συ φιλότιμος
άνδρας τόχες στην ψυχή σου και στην ύστερη γραφή σου διόρθωσες το άδικο. Με
τους μπαρμπάδες και τα αδέρφια σου, με τους Καπετανάκηδες, τους Πιερράκηδες,
τους Κουμουνδουράκηδες, τους Χρηστέους, τους Κυβελαίους, τους Τρουπάκηδες, τους
Βενετσανάκηδες, τους Πικουλάκηδες, τους Κοσονάκηδες, τους Γρηγοράκηδες, τους
Δουράκηδες τον Δαρειώτη από το Νησί και τον παπά Ρούσσο που το τριμμένο
ρασοφόρι του δεν περνάγανε τα βόλια. Και ο μητροπολίτης από το Βαρούσι και ο
Φλουτσάκος που σας όρκισε στην Τσίμοβα στις 17 Μαρτίου και πλήθος άλλων
κληρικών. Κι όταν τα τρίμετρα άτια φτάνανε μπροστά στο λαγκάδι της Βέργας,
τρομάζανε από την αφοβιά σας, με τούμπανα και με ζουρνάδες δεν τρομάζατε, ούτε
με μπαϊράκια, ούτε με τους σαρικάτους ατλήδες με τα ακόντια. Κι η βέργα της
Βέργας απλωνόταν μέχρι απάνω, ξέρανε οι Καπετανάκηδες τι κάνανε και πόσο
στοίχισε η κατασκευή της, όλα βγήκανε από το ισχνό κεμέρι τους, μα έζησε η
βέργα και μέχρι σήμερα θυμίζει, σ’ αυτούς που γνωρίζουν να εκτιμάνε τις
πατριωτικές πράξεις, πως τούτη δα η μαντρούλα και η μανιάτικη αδάμαστη
ψυχούλα δεν έσωσε μόνο τη Μάνη και την Πατρίδα μας, αλλά έσωσε όλη την Ευρώπη,
διότι του Μπραήμη τα σχέδια ήταν μεγαλύτερα. Κι όταν οι Σκυφιάνοι πέρασαν πίσω
από το Καστράκι, βγήκανε στα πλάγια των αραπάδων και τους βάρεσαν, τους βλέπανε
να κρατάνε τις βράκες τους και να τρέχουν πίσω στην άγιαΣώ να κρυφτούν.
Εσύ συνέχισες να έχεις κατά πόδας
τον Αιγύπτιο.
Ε βρε Γιώργη!!!!! Γιατί δεν
κάθισε κάποιος από την φαμίλια σου να γράψει την αληθινή ιστορία;;; γιατί
αφήσατε τους απόλεμους καλαμαράδες να γράψουν την ιστορία κατά πως συνέφερε
κάποιους;; ποιος Μανιάτης έγραψε ιστορία ή απομνημονεύματα για το 1821;;;
μόνο ο Σαλαφατίνος, που τον έβαλε «στα μπροστά» ο μπάρμπα Ρήγας Παλαμήδης, μιας
και ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές στην ιστορία του Αρκάδα Σπηλιάδη, έγραφε,
έγραφε, περιέγραφε ο Λίας, δημοσίευε ο Παλαμήδης, αλλά…. Η ιστορία έμεινε με
λάθη σοβαρά που τους αληθινούς πρωταγωνιστές, γενικά τους Μανιάτες, τους άφησε
στην αφάνεια και στη δυσμένεια.
Ποιος θα ξεκίναγε το Μάρτη του 1821
άμα δεν ξεκινάγατε σείς; ποία θα ήταν η τύχη του Ξεσηκωμού αν το Μάιο του 1821
στο Βαλτέτσι δεν κράταγε η άμυνα με τα πέντε ταμπούρια εκ των οποίων τα 4,5
μανιάτικα;;; πήγαινε σήμερα στο Βαλτέτσι Γιώργη μου και δεν θα δεις κανένα
αναμνηστικό για τον ηρωισμό σας. Όλοι πολεμούσαν για τις ιδιαίτερες πατρίδες
τους και τα χωριά τους και σεις οι Μαυρομιχαλαίοι πολεμούσατε σε όλη την
Ελλάδα. Οι Λοκατζήδες του 1821. Στην Εύβοια σκοτώθηκε ο Λίας, στην Ήπειρο ο
Κυριακούλης, στην Πύλο ο Γιάννης. Και στα Ορλωφικά χάθηκαν πολλοί δικοί σας μα
όταν χρειαζόταν κρεμάγατε πολλά τούρκικα κεφάλια στους πύργους σας, το λέει και
ο Γάλλος ο Λεκόντ ντε Λίλλ στο ποίημα
του «το Κομπολόϊ των Μαυρομιχαλαίων» :
..Κόψετε τα κεφάλια αυτά κι απάνω
καρφωμένα
στο τοίχο αραδιάστε τα του πύργου ένα-ένα.
Βροντοφωνούν από ψηλά του Καπετάνιου οι λόγοι
«μ’ αυτά τα πιο καλύτερα θα κάμω κομπολόγι…».
Προσωπογραφία του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, ελαιογραφία σε μουσαμά του Επαμεινώνδα Κοντιάδη, Αθήνα. Διαστάσεις : 0.77 x 0.99 Αριθμός Ταυτότητας : 2267-. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
ΣΑΡΑΝΤΑ
ΕΝΝΕΑ Μαυρομιχαλαίοι είχαν πέσει πολεμώντας στο πεδία μαχών όλης της Ελλάδος
λήγοντος του Αγώνος, έγραψε ο αντικειμενικός ιστορικός Μέντελσον Μπαρτόλδυ.
Εσείς
αποδείξατε «δια έργου και όχι δια λόγου» την επιθυμία σας για την Λεφτεριά, και
όταν σας φέρνανε στη γή σας να σας θάψουν (όσους έφεραν) σας έκλαιγαν «δια
λόγου και όχι δια έργου».
Γεμάτα
ηρωικές σελίδες τα βιβλία. Οι Μαυρομιχαλαίοι στην Καλαμάτα, στο Βαλτέτσι, στην
Τριπολιτσά, στην Αθήνα, στην Εύβοια, στα Μέγαρα, στην Εύβοια, στο Καρπενήσι,
στο Μεσολόγγι, στην Ήπειρο, στους Μύλους, στο Μανιάκι, στη Βέργα, στο Διρό,
στην Κακιά Σκάλα, στο Πολυτζάραβο….. Πως συντηρούσατε τα στρατεύματα; Πως
βρίσκατε μπαρουτόβολα;;; πως κάνατε τις εκστρατείες;;; Από την τσέπη σας βέβαια.
Λίγες φορές σας έδωσαν όταν πούλαγε το Κράτος τούρκικες περιουσίες και τις
αγόραζαν οι επιτήδειοι Έλληνες και ξένοι. Πολλές φορές δεν πήρατε εκείνα που
σας πρόσφεραν διότι όπως είπε και ο καπετάνιος σας ο Ηλίας Σαλαφατίνος
«είσασταν φτωχοί αλλά η τότε Πατρίδα ήτανε φτωχότερη». Οι άλλοι λαφυραγώγησαν
την Τριπολιτσά, το Ναύπλιο, το Άργος και άλλους τόπους και εσάς κατήγγειλαν σαν
πλιατσικολόγους. Μέχρι και τα πεντάκις εγγόνια τους έπαιρναν προίκα τα
χρυσοποίκιλτα σπαθιά που καταχράστηκαν.
Ε΄
ρε Γιώργη. Εκείνος που εσείς φέρατε σαν Κυβερνήτη είπε στον πατέρα σου πως
«25 είστε οι φθορείς του Έθνους» και εννοούσε τους εν δυνάμει και ενεργεία
προκρίτους που επί 10 χρόνια πλήρωναν και αγωνίστηκαν για την ελευθερία του
Έθνους. Επανάσταση και πόλεμοι με ιδιωτικά κεφάλαια.
«Αλλά αυτούς τους φθορείς
εξοχώτατε, του είπε ο Πατέρας σου, ηκολούθησαν όλοι οι Έλληνες και απετίναξαν
τον ζυγόν των».
Θύμωσε ο Καποδίστριας και απάντησε
απότομα : «Εφρόνουν ότι οι Έλληνες έχουν τας απαιτούμενας αρετάς αλλά δυστυχώς
δεν το βλέπω».
Δεν άντεξε ο Πατέρας σου την
προσβολή και τούπε : «Ούτε τούτο δεν θεωρείτε ως αρετήν, ότι εγνώρισαν εαυτούς
και προσεκάλεσαν υμάς να τους διοικήσετε;»
«Έχεις κι άλλα να μου πεις;» του
απάντησε ο Κυβερνήτης και του έστρεψε τα νώτα.
Κι αργότερα, αντί να σας πάρει με
το καλό και αναγνωρίσει τον αγώνα και τις θυσίες σας, άρχισε να διώκει την
φαμίλια σας, συνέλαβε και φυλάκισε στα σκοτεινά και υγρά μπουντρούμια του
Παλαμιδιού τον Μπέη, εσύ και ο μπάρμπας σου ο Κωνσταντίνος του στείλατε το
μήνυμα. «Άσε λέφτερο τον Γέρο». Ο Κυβερνήτης όμως ξεροκέφαλος καθώς ήταν και με
τους κακούς συμβούλους, δεν υποχωρούσε. Φυλακή λοιπόν ο πρώτος των πρώτων,
αυτός που αν δεν έλεγε το ναι για τον Ξεσηκωμό θάμασταν σήμερα τουρκόσποροι,
αυτός που έχασε παιδιά, αδέρφια, εγγόνια… στη φυλακή. Κι όταν πια η ξεροκεφαλιά
υποχώρησε, το ξανασκέφτηκε και λύγισε στις πιέσεις των συνετών, ζήτησε να
φέρουν μπροστά του τον Αρχηγό της Επανάστασης, αυτόν δηλαδή που τον πρότεινε
για Κυβερνήτη, τον άφησε να ξεροσταλιάζει στον προθάλαμο του φράγκικου γραφείου
του ώρα ολόκληρη… και μετά κυκλοθυμικός όπως ήταν και για ασήμαντη αφορμή,
είπε «πάρτε τον πίσω στα σίδερα της χάψης».
Ε΄ ρε Γιώργη. Τον είδες στα σοκάκια
του Ναυπλίου να Τον φέρνουν και μετά από λίγο να Τον ξαναπαίρνουν. Πέρα-δώθε
τον αρχηγό της Μάνης, σαν κλεφτοκοτά. Ετοιμάσατε τον μπαλαρμά και το μαυρομάνικο
μαχαίρι. Στον Άγιο Σπυρίδωνα γδικιώσατε για την προσβολή. Έντεκα χρόνια
αργότερα ο Μπέης στην διαθήκη του, που έγραψε το 1842, έχει συγχωρήσει τον
Καποδίστρια για τις προσβολές και γράφει πως «..επιθυμώ να μην τους
μνημονεύεσει η ιστορία (τους προσβλητικούς λόγους) δια να μην υπάρχει και μία
τοιαύτη κηλίς εις την βιογραφίαν του εξόχου διπλωμάτου».
Ο Κωνσταντήμπεης έτρεξε προς τη
θάλασσα, τον κυνήγησαν, τον σκότωσαν και τον πέταξαν στο νερό. Εσύ μπήκες σε
σπίτι να φυλαχτείς και σ’ έπιασαν. Πληρωμένους σας είπανε κάποιοι. Άλλοι σας
είπαν τυραννοκτόνους. Άλλοι πιόνια των Φραγκολεβαντίνων. Αλλά εσείς είσαστε
Μανιάτες. Ποίος μη Μανιάτης μπορεί να καταλάβει;;;;
Προσωπογραφία του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, ελαιογραφία σε μουσαμά. Διαστάσεις : 0.83 x 1.04. Αριθμός Ταυτότητας : 4647. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
Σε θάνατο η καταδίκη. Στο Παλαμήδι
και σύ, σε άλλο κελί. Έγραψες την διαθήκη σου. Πως τα θυμόσουν τόσα χρέη που
είχες; Χρώσταγες και χρωστάγατε παντού. Χρέη, χρέη, χρέη. Κάποιοι συναγωνιστές
σου έγραψαν αργότερα για «τάλληρα» εννοώντας προφανώς πως πληρώθηκες για να
σκοτώσεις τον Καποδίστρια, δεν ήξεραν για την διαθήκη σου, την φτώχεια σου. Η καλή
ψυχή σου δεν σε άφησε να αδικήσεις κανέναν. Για όλους φρόντισες. Και για τους
δανειστές σου, τις υποχρεώσεις, τους φτωχούς κι αδύναμους, στην Διαμαντούλα
εντολές… τα ψυχικά σου και φροντίδα για την ψυχή σου. Όσα άδικα είχες κάνει τα
θυμόσουν, παναπεί πως ήξερες όταν τα έκανες πως ήταν αδικίες. Και το μικρό
κορωνιοτόπουλο…και…και…και… Όταν σε έβγαλαν για την εκτέλεση είδες τον Πατέρα
σου στο κάγκελο της φυλακής του να σου γνέφει. Γονάτισες. Στο εκτελεστικό
απόσπασμα κάθισες άφοβα μπροστά τους. «Αδέλφια! Ομόνοια, αγάπη, πύρ».
Δώδεκα όπλα σε σημάδεψαν. Έντεκα σφαίρες σε βρήκαν. Ο Μανιάτης δεν σε
πυροβόλησε. Σε άφησαν καταχαμού μιάν ώρα. Σε ξυλοκρέβατο σε έβαλαν και σε
έχωσαν πολύ βαθιά, έξω απ’ τ’ Ανάπλι, βάζοντας στο κεφάλι σου μια πέτρα
αναθέματος «δια να σε βαραίνει αιωνίως η πράξη σου και να μην έχεις γαίαν
ελαφράν». Μόνο σου σε ξένο τόπο. Δυο χρόνια και δυο μήνες μετά, στις 15
Δεκεμβρίου 1833, νύχτα και κρυφά βγάλανε τα οστά σου και ο Αργολίδας Κύριλλος
βρήκε τον μπελά του από τα απομεινάρια των εχθρών σου. Παρόλα αυτά όμως ο
ατρόμητος δεσπότης και το «Σπίτι» σου, σου έκαναν επίσημα το μνημόσυνο στο
Ναύπλιο.
Η Διαμαντούλα η Νοταρίτσα, η
γυναίκα σου, που την αποκαλούσες «γλυκεία», «φιλτάτη», «αγαπητή συμβία»,
«πολύπαθη» και «τεθλιμμένη», σε πρόδωσε λίγο αργότερα. Όχι μόνο δεν γέννησε το παιδί σου που κυοφορούσε, όχι μόνο ξαναπαντρεύτηκε
παρά την «διάτα» σου, και πήρε τον Κλονάρη, αλλά σαν πέθανε τούτος
ξαναπαντρεύτηκε και πήρε ένα Καρβασαριώτη τυρογαλά, νέον σαν νάτανε παιδί της,
και γέννησε ένα γιο, τον Λουδοβίκο. Η κατάρα που της έδωσες, αν
ξαναπαντρευόταν, «να γενώ βάτος να σε πιάσω και να σε κρίνω εις το άλλον
κόσμον», έπιασε.
Δεν άφησε ούτε την κόρη σας την
Φωτεινή να μείνει Μαυρομιχαλίτσα. Την πήρε μαζί της, την πάντρεψε στο
Ξυλόκαστρο, δεν έκανε αυτή παιδιά, και μετά «αιχμαλωτίστηκε» από τον αδερφό της
Λουδοβίκο, που την κρατούσε για να ωφεληθεί την περιουσίας σας, παρόλο που ο
αδερφός σου ο Αναστάσης ήθελε να την πάρει υπό την προστασία του κοντά στην
δική του Φωτεινή, μιας και η δική σου ήταν όμορφη και ξανθούλα σαν την κόρη
του. Πέθανε και αυτή μακριά από την φαμίλια σας.
Ε΄ βρε Γιώργη. Από το ένδοξο «σε
περιμένομεν με όσας δυνάμεις θελήσης», στο πατριωτικό «Αδέρφια, ομόνοια, αγάπη»,
και μετά βρέθηκες με μια κοτρώνα αναθέματος στο κεφάλι.
Η Πατρίδα μας και σήμερα κινδυνεύει
από τον ίδιο εχθρό. Ζυγώνει η ώρα που θα πρέπει να πούμε στον λαό μας πρώτα το
«αδέλφια, ομόνοια, αγάπη» για να επιτευχθεί η εθνική ομοψυχία, και μετά να μηνύσομε
στους αιώνιους οχτρούς μας πως «σας περιμένομεν με όσας δυνάμεις θελήσετε, είτε
νύχτα έρθετε, είτε μέρα».-
Ομιλία στην εκδήλωση "Σε περιμένομεν με όσας δυνάμεις θελήσεις" Ο Ιμπραήμ εναντίον της Μάνης. Βέργα-Διρός-Πολυάραβος. 200 χρόνια 1826-2016. Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας 16 Ιουνίου 2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου