Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

ΣΑΪΤΟΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ-ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΚΟΥΡΗΣ.ΕΝΑΣ ΠΑΛΙΟΣ ΣΑΪΤΟΛΟΓΟΣ

Νίκος Τσικούρης-ο πιο παλιός σαϊτολόγος εν δράσει. 

Μπροστινή σειρά, από αριστερά: Βασίλης Τσικούρης (πατέρας), Ντίνος Τσικούρης (γιός), Νίκος Τσικούρης (γιός)
2η πίσω σειρά, από αριστερά: Παναγιώτης Τσικούρης (με γραβάτα), Δημήτρης Τσικούρης, Παναγιώτης Λαγιάκος, Πούλος Λαγιάκος.
3η σειρά: Μαρίνος Πιτσιλής, Λάκης Θειακός, Τάσος Λαγιάκος (μικρός), άγνωστος.

Κάθεται που λέτε ανακούκουρδα  ο τζες και συλλογιέται.
-Έ ρε μάγκες μου, τι είμαστε; Τίποτα του τίποτες. Σκόνη της σκόνης. Και μας λέει ο πάπας το «κέντρον της γης». Ο Άθρωπος δηλαδής. Κι όπως έλεγε κι ο σοφός μπάρμπα Νίκος ο Τσιφόρος, που τάξερε καλύτερα να πούμ’ «από τον άθρωπο ξεκινάει το βλέμμα και φτάνει στ’ αστέρια, από αυτόνε η ακοή και πιάνει το θρόισμα των φύλλων και τη μουσική του Μπάχ, από τον άνθρωπο ξεκινάνε οι πόθοι, ο φόβος του αύριο, η απληστία, το μίσος να καταστρέψει και η λαχτάρα να δημιουργήσει, ο αγώνας να διατηρηθεί. Στο δικό του στήθος, δεξιότερα από την καρδιά, νιώθει ένα τόσο δα πραγματάκι που είναι σαν πουλάκι από άνεμο και το λένε ψυχή και…θέλει δε θέλει το πιστεύει πως είναι το κέντρον της δημιουργίας του σύμπαντος και την ψωνίζει πως είναι σπουδαίος και μέγας,  και σκέπτεται μέσα από κείνο το μυστήριο ραντάρ που λέγεται υποσυνείδητο».
-Ναι ρε Εγώ είμαι το Παν. Μάλιστα Εγώ.
Και εκεί που απλώνεις μάγκα μου μπόι σα τη σκιά σου, έρχεται ο μασκαράς με την κόσσα και σου λέει.
-Για περάστε για  ένα μικρόν ταξίδιον.
-Με το παρντόν, δεν αντελήφθην, ξεροκαταπίνεις εσύ.
-Πεθαίνεις ρε, έλα μαζί μου, σου λέει άγρια σαν επιλοχίας καρατζόβας ο Οξωδότης.
-Συγνώμη κύριε, ποιος είστε, πως μου μιλάτε έτσι? Συνεχίζεις να κάνεις την κορόιδα.
-Αγόρι μου πάπαλα,  είσαι για να πεθάνεις, έχεις εισιτήριο για κάτω κόσμο, επιμένει ο Άλλος κουκουλωμένος με τη μπαντανία του Αρκά.
-Μα γιατί καλέ μου άνθρωπε, ρωτάς χαμοληλάτα και συνεχίζεις να το παίζεις παρθένα.
-Πού ζεις ρεεεε, ο Χάρος δεν καλεί με τις κλάσεις, οποιανού έρθει η ώρα έρχομαι αυτοπροσώπως ο ίδιος και τον παραλαμβάνω, σου απαντάει ο Αποτέτοιος.
-Ωχού τι πάθαμε!!!!!
             Και τότε σε πιάνει ένα σύγκρυο. Για κάτσε ρε. Εγώ θα είμαι πεθαμένος και τα λουλούδια θ’ ανθίζουνε την άνοιξη, οι πεταλούδες και τα χελιδόνια θα σπάνε πλάκα με τα αεροπλανικά τους, θα μυρίζουνε οι γαζίες και οι βασιλικοί ανακατεμένοι με τα γιασεμιά, τα κορίτσια με τα τσιτάκια τους  θα σουλατσάρουνε στο Τριανόν, οι φίλοι μου θα πίνουνε καφέ στον Λωτό και θα τρώνε ποικιλίες στο Κύμα, τα ντερβίσια θα ρίχνουνε σαΐτες και θ’ αμπολάνε αερόστρατα, θα μυρίζουνε τα σουβλατζίδικα, θα περπατάνε οι καλαματιανοί στο χιλιόμετρο και στη Ναυαρίνου, οι Νεδουσέοι θα φοράνε κουδούνες τραγίσες, τα κορίτσια του Μεσσηνιακού θα είναι στην πρώτη εθνική του βόλεϊ, η Πανάθα θα παίρνει το ένα πρωτάθλημα μετά το άλλο παντού, η πιτσιρικαρία θα γυμνάζεται στο στάδιο, ο Μπιτσάνης θα βάζει λουλουδοφωτογραφίες στα φέσιμπούκια, θα παίζει στην τηλεόραση για χιλιοστή φορά η παλιά ταινία «παιδί μου, είμαι μια καρακαηδόνα», οι φίλοι του Ταϋγέτου θα φυτεύουνε πεύκα, τ’ ασημόνερα θα κυλάνε,  οι αβέρτοι θα βουτάνε από το Τετράγωνο…κι εγώ σέκος? Και δεν έχω προκάμει ένα σωρό πράγματα. Ούτε τον άλλο σοφό τον μπάρμπα Νίκο τον Τσικούρη τον πιο παλιό σαϊτολόγο δεν έχω συναντήσει, που λέει ο λόγος.
-Μου πασάρεις τελευταία επιθυμία; σε ρωτάει ο Μπαντανίας. Και για να σπάσει πλάκα, σου πλασάρει την παρόλα.
-Αφού το ζήτησες, εντάξει. Παίρνεις προθανάτιο ρεπό μόνο για να συναντήσεις τον «Αλή Τσεκούρα». Μιλάς  και μόλις τελειώσεις έρχομαι και σε παίρνω, έχουμε ταξιδάκι αναψυχής. Μπουχαχαχαχαχαχα.
           Και κάνει ένα μπράφ και γίνεται καπνός σαν το Πνεύμα που επισκέφτηκε τον Χόρν, κι αλίμονο στους νέους.
-Μάγκα μου την πάτησες, σκέφτεσαι. Τι τόθελες και ξεστόμισες για Τσικούρη. Αυτό ήτανε το πιο σπουδαίο που θάθελες να κάνεις; Αμάν τι πάθαμε. Τόσες εκκρεμότητες. Τι να κάνεις όμως. Τόπες; δεν τόπες;
          Αμέσως μετά βρίσκεσαι στο σπίτι του μπάρμπα Νίκου του Τσικούρη στου Ντελίμεμη. Ο Θρυλικός «Αλητσεκούρας», παιδιά, γυναίκα, γείτονες. Και σου λέει ιστορίες αντρίκιες για το μεράκι του, την Σαΐτα.
Νίκος και Παναγιώτης Τσικούρης. 2015
 «Γεννημένος το ’34 είμαι. Ενός χρονού έπαθα πολυμελίτιδα. Παλιότερα ήμουνα καλύτερα, τώρα στις δυσκολίες. Αντέχω όμως και δεν το βάνω κάτω. Με όλα ασχολιέμαι. Ένας μπάρμπας μου είχε μπακάλικο εδώ στην Αιθαία και έφτιαχνε σαΐτες. Πέτρος Τσικούρης. Δίπλα ήταν καφενείο που συχνάζανε μεγάλοι και μικροί, κι ο πατέρας μου, θυμήθηκα σωρό τη μπαρούτη στο πάτωμα. Εφτά χρονού ήμουνα και ήθελα ν΄ανακατευτώ, καιγόμουνα. Μου αναθέσανε οι μεγάλοι μια δουλειά. Να πηγαίνω στους δρόμους και να μαζεύω τα πεταμένα πακέτα από τσιγάρα. Τα θέλανε για στούπωμα. Και αφού τους έφερνα πολλά μου δίνανε χαρτζιλίκι και πήγαινα ν’ αγοράσω «καψερούλια» (στραγάλια). Τους βοήθαγα και φτιάνανε στουπιά. Μόλις ήρθανε οι Γερμανοί φύγαμε από το χωριό και ήρθαμε στις Γουλιμίδες στην Καλαμάτα. Είχαμε ένα περβόλι. Ζήσαμε από κείνο. Όταν ήμουνα 10 χρονού μου δίνανε δυο γαϊδάρους φορτωμένους με σύκα και στάρι και πήγαινα στην αγορά στην Καλαμάτα να τα πουλήσω. Λίγο αργότερα αγοράσαμε ένα οικόπεδο στη Ράχη και φτιάξαμε σπίτι κοντά στου Κοντόπουλου, Σουλίου 15. Σα μεγάλωσα έφευγα και πήγαινα στο χωριό, δε μου άρεσε η Καλαμάτα.
        Ένα Πάσχα αντρειευόμουνα γιατί στο χωριό ρίχνανε σαΐτες την Δευτέρα και όχι Κυριακή που τις ρίχνανε οι καλαματιανοί. Μια Μεγ. Παρασκευή, πριν παντρευτώ, κάποιος χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μας. Ήταν ο μπάρμπα Θόδωρος ο Βαρκλαντής καπετάνιος σαϊτολόγος σε ραχιώτικο μπουλούκι. Αυτός γνώριζε πως ο πατέρας μου και ο μπάρμπας μου ανακατευόντουσαν με τις σαΐτες.
 –‘Ελα ρε Νίκο, μου λέει, ψόφησα.
 Ήτανε πολύ πιωμένοι μαζί με τον Πούλο που ήτανε μαζί του. Πάω σπίτι του, τι να δω. Είχανε φτιάξει μπαρουτοχαρμάνι τίγκα στο πετρέλαιο. Τόχανε μέσα σ’ ένα καζάνι και κλαίγανε τη μοίρα τους.
-Θα το φτιάξω  μπάρμπα Θόδωρα, του είπα.
-Άντε παιδάκι μου να φτιάξωμε καμιά καλή σαΐτα για τη Ράχη.
-Άντε τράβα στον Κοντόπουλο, του λέω, και φέρε μου μπλε χαρτί.
Πράγματι μου το έφερε, έβαλα το μπαρούτι πάνω του και το άπλωσα στο πεζοδρόμιο.
-Μόλις ασπρίσει μάζωχτο, του είπα και γέμα μια σαΐτα να δούμε.
           Μέχρι τότε δεν είχα ανακατευτεί, αλλά επειδή από παιδάκι παρακολουθούσα προσεκτικά, ήξερα. Εκείνη τη χρονιά έριξα με την ομάδα Ράχης του Βαρκλαντή. Πήγανε ωραία όλες.
-Θα μπεις στην ομάδα μου, μου λέει ο μπάρμπα Θόδωρος.
-Μπάρμπα Θόδωρε θα δω , του είπα, γιατί σκέβομαι να φτιάξω δική μου ομάδα.
-Πράγματι την άλλη χρονιά έκανα ομάδα με τους Πετροπουλέους-10 άτομα- και τον Πούλο Λαγιάκο. Η μάνα μου ήτανε μανάβισσα και γνωρίζαμε τον Πούλο που ήτανε της αγοράς. Τότε για να πάρεις μπαρούτι σου δίνανε στο Δημαρχείο διατακτική και πήγαινες στα συνεργαζόμενα οπλοπωλεία και έπαιρνες. Εγώ πήγαινα στου Μαντηλάρη. Εμένα μου κάνανε μουτσουτσούνια γιατί οι άλλοι καπετανέοι λέγανε πως έχω έδρα στο χωριό. Πήγα όμως στον  Δήμαρχο τον Κουμάντο και του εξήγησα, κι αυτός καθάρισε και πήρα μπαρούτι.
         Από το 1955 έχω δική μου ομάδα. Έριχνα στην Καλαμάτα, έπαιρνα καμιά σαΐτα και πήγαινα στο χωριό μου και έριχνα και εκεί την Δευτέρα του Πάσχα. Εμείς στου Ντελίμεμη γιορτάζουμε την Κυριακή στα σπίτια μας και την Δευτέρα όλοι μαζί. Με έβλεπε, που λες, ο Μαρίνης ο Δαφνάς ο πρόεδρος  και μου είπε να ρίχνουμε σαΐτες-όπως παλιά- και στο χωριό μας. Έτσι ξεκινήσαμε στο χωριό. Θάναι 20-25 χρόνια.  Ρίχνουμε τώρα σαΐτες και της αγια-Μαρίνας στις 17 Ιουλίου.
       Το 1966 αν θυμάμαι καλά, γίναμε πολλά επεισόδια στην Καλαμάτα επειδή απαγορέψανε τις σαΐτες. Θυμάμαι πως ένας καλός νωματάρχης είχε έρθει και με ειδοποίησε στη μάντρα να φύγω γιατί είχε δοθεί εντολή να μας πιάσουνε. Κρυβόμασταν και μόλις φεύγανε οι χωροφυλάκοι συνεχίζαμε να τις φτιάχνουμε. Πήγαμε να ρίξουμε στην πλατεία και μας κυνηγάγανε. Τις ρίξαμε όλες στο δρόμο μέχρι να γυρίσουμε στη Ράχη.
       Στην 7ετία ήμουνα Αθήνα και κατέβαινα το Πάσχα και έριχνα σαΐτες με τον πατέρα μου και τα αδέρφια μου στο χωριό. Κάποια χρονιά μπήκαμε και ρίξαμε και στην Καλαμάτα.
      Τώρα διάδοχός μου είναι ο γιός μου ο Παναγιώτης. Έχει μπουλούκι 25-30 άτομα, 12-15 νομάτοι είναι από το σόι μας.  Εμείς φτιάχνουμε σαΐτες μπουμπούδες.
       Ο παλιός δήμαρχος Θουρίας ο Σκαλαίος βοήθησε πολύ το έθιμο. Τότε ήμασταν 3-4 μπουλούκια στη Θουρία. Εμείς, ο Μπαρμπέρης, ο Σακκάς, ο Πανάγος. Καιγότανε ο τόπος. Κόλαση.
       Στο χαρτόνι που είναι 1,55Χ,1,05 βγάζουμε 4 σαΐτες.  Παλιά τα χαρτόνια ήτανε 1Χ0,80.  Κάποιοι φιγουρατζήδες φτιάχνανε 2 στο χαρτό. Μιλάμε για πολύ γέμιση.
       Μου αρέσει να καλλιεργώ τις σκέψεις μου. Παλιότερα καίγαμε τον Ιούδα. Βάζαμε άχυρα μέσα σε ρούχα και τον φουντώναμε στον Επιτάφιο. Τον Ιούδα εγώ τον είδα διαφορετικά. Μεγάλος προδότης. Μόνο τον καις; όχι βέβαια. Επειδή σκαμπάζω πολύ από εκρήξεις και πιάνουν τα χέρια μου, τον Ιούδα στην Αιθαία, πριν από 25 χρόνια περίπου, τον έφτιαξα διαφορετικά. Πάνω σε σιδερένιο σκελετό, πέρασα φυτίλι και έκανα συνδέσεις για βαρελότα και σαΐτες. Τα βαρελότα τα δικά μου είναι ακίνδυνα. Δίπλα να είσαι και να σκάσει, δεν παθαίνεις τίποτα. Δουλεύω πολλά υλικά και ξέρω  τις επιδόσεις τους. Έχω κάνει πολλές δοκιμές. Έτσι ξεκινήσαμε και δεν τον καίγαμε απλά. Τον ανατινάζαμε σιγά σιγά. Και συνεχίζουμε μέχρι σήμερα. Όποιος έρθει την Δευτέρα του Πάσχα στην Αιθαία, στην πλατεία του χωριού, πάνω σχεδόν στον εθνικό δρόμο, θα δει υπερθέαμα.

Ιούδας στην Αιθαία.2015
Ιούδα ανατιναζόμενο και Σαΐτες πάρα πολλές.  Γίνεται της Κολάσεως. Πολύ φωτιά σου λέω. Ακίνδυνα όμως. Μελετημένα. Έρχονται πολλοί καλαματιανοί φίλοι σαϊτολόγοι και ρίχνουνε σαΐτες μας. Ξέρουνε αυτοί. Εδώ στο χωριό χαιρόμαστε για το Πάσχα όλοι μαζί οι χωριανοί, και κρατάμε το έθιμο που έρχεται από πολύ παλιά. Σου είπα ο πατέρας μου έφτιαχνε σαΐτες που είχε μάθει από τους παλιότερους στην οικογένεια. Η οικογένεια Τσικούρη είμαστε μεγάλη και παλιά…»
ο καπετάν Νίκος Τσικούρης με την φωτιά στα χέρια
        Και εκεί που ακούς με το στόμα ανοιχτό τις διηγήσεις του μπάρμπα Νίκου, κάνεις έτσι και βλέπεις το μαύρο σύννεφο να κατεβαίνει, ν’ ανοίγει ένα πορτοπαράθυρο και να σου δίνει το χέρι ο Αποτέτοιος.
-Ωχ, τι κάνουμε τώρα, σκέφτεσαι.
- Φεύγουμε, ακούγεται η αγριοφωνάρα Του.
Δίνεις το χέρι σου και μπαίνεις στο συννεφένιο «αεροπροωθούμενο». Κάθεσαι αναπαυτικά και «απολαμβάνεις» το τελευταίο ταξίδι σου.
-Που πάμε Κύριε, τολμάς να ρωτήσεις.
-Κεριά λιβάνια ρε. Άσε τις ρεβεράντζες. Εσένα σε πάω στον Πάνω Κόσμο.
-Μα μόνο τον Κάτω Κόσμο έχω ακουστά, συνεχίζεις με φωνή που σβήνει.
-Τους Σαϊτολόγους και τους Σαϊτολάγνους έχω εντολή να τους παγαίνω στον Πάνω.
-Παράδεισος υπάρχει εκεί; ρωτάς τρέμοντας.
-Και βέβαια υπάρχει, αλλά… εσένα σε πάω στη Κόλαση…
«Κόλαση, Κόλαση, Κόλαση» (τρις) ακούς μέσα στα αυτιά σου.
- Κόλαση το κάναμε, γεια σου μπάρμπα Νίκο Τσικούρη με τις σαΐτες σου, γεια σου Παναγιώταρε, γεια σας μάγκες Ντελιμεμέοι, δώστε φωτιά να γίνει αληθινή Κόλασηηηηηη….και…
….Φωνές πολλές ακούγονται από το κοινό στην πλατεία της Αιθαίας που παρακολουθεί την ομάδα να ρίχνει τις μπουμπούδες της. Θαυμάζουν τον  μπάρμπα Νίκο τον Τσικούρη, που στόνα χέρι έχει τη μαγκούρα και στο άλλο τη σαΐτα, κολασμένες οι φλόγες ξεπετάγονται, οι καψαλίθρες στο απόκοσμο τοπίο αιωρούνται, ο Ιούδας παραδίπλα τετρακλάδια, βρυχάται το κολασμένο θεριό… μπουμ που μπου… αμάν…εδώ δεν είναι χαλιμύξηδες παρά μονάχα μερακλωμένοι άντρες αλύγιστοι και λυγισμένοι, γύρω από τα απομεινάρια του Ιούδα κρατάνε σφιχτά των έρωτά τους, τόσο σφιχτά που ξερνάει φωτιά…της Κολάσεως…
-Κόλαση, Κόλασηηηη…φωνές από απαντού…
Και ξαφνικά η φωνή της Κυρίας μου:
-Ξύπνα μωρέ και σήκω να πας στην αγοράαααα. Μεσημέριασε.
-Διατάχτε κυρά Ποτούλα…. Ρεεεεε…όνειρο έβλεπα…Ουφ…





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου