Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ
ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821.  
Μνήμη  Αγήρω
       Α) Σπουδαία προσωπικότητα του 1821 από το χωριό Κατσαρού, λησμονημένος και χωρίς να είναι ευρύτερα γνωστή η σπουδαιότατη προσφορά του στον Αγώνα του 1821. Παραθέτω την συγκλονιστική διήγησή του στον Σπύρο Τασιόπουλο (1). Κείμενο, σε συνέχειες, στην εφημ. Θάρρος στις 22,23,24.3.1940.
Ο Καρακίτσος Ιωάννης γεννήθηκε στα 1785 όπως αναφέρει ο ίδιος σε ένορκη κατάθεσή του στο Ειρηνοδικείο Οιχαλίας,  και πέθανε σε «προκεχωρημένη ηλικία», πάνω από 90 ετών, αφού πρόλαβε και εξιστόρησε περιστατικά από την προσφορά του στον Αγώνα του 1821.
Μερικά στοιχεία, σχετικά με την ηλικία του, από τα ΓΑΚ παράρτημα Καλαμάτας, αρχείο Μίμη Φερέτου.
α) Το 1865 σε ηλικία 80 ετών και γεωργός το επάγγελμα, κατέθεσε ενόρκως για την συμμετοχή του συμπολεμιστή του Δημ. Αδαμόπουλου, από τον συνοικισμό Τσαούσι της Μερόπης, στον Αγώνα του 1821.
β) Τον Ιούνιο του 1878 αναφέρεται ως Υπολοχαγός της προικοδοτουμένης Φάλαγγος, δηλαδή συνταξιοδοτείτο.
-Ο Φωτάκος στο βιβλίο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», αναφέρεται στο Γιάννη Καρακίτσο, αφού ανήκε και στο Κολοκοτρωνέϊκο στρατόπεδο, και γράφει: Ο Ιωάννης Καρακίτσος. Ο καπετάνιος ούτος εγεννήθη εις το χωρίον Κατσαρού της Μεσσηνίας. Κατά δε την Επανάστασιν εγένετο γνωστός δια τα προς την Πατρίδα στρατιωτικάς εκδουλεύσεις του, διότι ευρέθη παντού, και ιδίως εις το Βαλτέτσι και εις την πολιορκίαν της Τριπολιτσάς, ως και εις τας κατά του Δράμαλη μάχας. Ήτο μετά του Αρχιμανδρίτου Δικαίου και λοιπών Φλεσσαίων. Υπήγε δε και εκτός της Πελοποννήσου. Απέδειξε δε πολύν ζήλον, γενναιότητα και προθυμίαν ακούραστον.

Εφημερίδα Καλαμάτας «ΘΑΡΡΟΣ» 22,23,24.3.1940 του Σπύρου Τασιόπουλου.
     « Ότι πολλά ιστορικά γεγονότα της Ελληνικής μας ιστορίας, έχουν αναγραφή στις σελίδες αυτής, από απόψεως χρονολογίας, τοπογραφίας και προσωπογραφίας-τούτο είναι αληθές κι απόδειξις η παρά τον Νέδοντα δοξολογία. Αφού, για το ιστορικό αυτό γεγονός, τόσοι και τόσοι έχουν γράψει, ας επιτραπή και σε μας ν’ αναγράψωμεν  ό,τι γνωρίζομεν κι ό,τι ακούσαμεν από αυτόπτας και σημαίνοντας κείνου του καιρού μάρτυρας, που για πολλούς, μπορεί να πη κανείς, χωρίς υπερβολήν, ότι αν δεν ήσαν οι κύριοι παράγοντες του γεγονότος εκείνου, ήσαν όμως μεταξύ των κυρίων και δικαίως φρονούμεν πως τους ανήκει κάποιος έπαινος δικαιολογημένος, καίτοι ατυχώς, για τον πολύ του κοινού κοσμάκι, ως και για πολλούς των ασχολουμένων με την Ελληνικήν ιστορίαν, είναι εισέτι άγνωστοι. Ο Γιάννης ή Γιαννάκης Παναγιώτου ή Παναγιώταρου Καρακίτσιος, ή ως κοινώς καλείτο σε κείνα τα χρόνια της σκλαβιάς και του Εικοσιένα «το στοιχειό της Γουβάλας (2) ή ο Αράπης της Γουβάλας», και τούτο δι’ ούς λόγους αναφέρομεν, στη δική του και στις άλλες πατρογονικές του βιογραφίες, ως και των λοιπών αρματολών και κλεφτών της Μεσσηνίας, που ανέκδοτες κοιμούνται εισέτι κι’ αυτές, στις θυρίδες της Βιβλιοθήκης μου, ως κοιμούνται και τόσα άλλα Ιστορικά, δραματικά, ποιητικά και διάφορα άλλα έργα μου, ο Γιαννάκης λοιπόν αυτός ο Καρακίτσιος από του Κατσαρού, του τέως δήμου Οιχαλίας της Μεσσηνίας, όστις ήταν και φαλαγγίτης εκείνου του καιρού, μας διηγείτο τα εξής για το ιστορικό αυτό γεγονός της Καλαμάτας:
             Όταν ο Κεχαγιάμπεης στα 1806, μαζί με άλλους εκείνους 28 Μεσσηνίους κλέφτες που, στον σημερινό Ανεμόμυλο της Σκάλας του τέως δήμου Οιχαλίας, επαλούκωσε και τον πατέρα μου, το γέρο Παναγιώταρο, του Κατσαρού τον κλέφτη, τον κλέφτη της Μεσσηνίας, εγώ θα ήμουν τότε το πολύ ίσαμε 10-12 χρονών παιδάκι, κι έβλεπα, κι άκουγα που φώναζε και σπαρτάραγε ο πατέρας μου, με τους άλλους κλέφτες απάνου στα παλούκια. Σα μεγάλωσα αποφάσισα να εκδικηθώ το παλούκι του πατέρα μου και των άλλων Μεσσηνίων. Πήρα μερικούς δικούς μου Κατσαραίους-το Γάτση τον Καρζή, τον Κουρούση, το Τράγο, το Μαργαρίτη, μερικούς Ρερέους το Μήτρο, το Τάση, το Θοδωράκη, το Χρόνη, τον Αγγελή, τον Κανέλλο από τα Καλύβια του ίδιου δήμου Οιχαλίας και τον Δημοκάββουρα και τον Λατζούνη από τη Σκάλα Οιχαλίας, και όλη τη νύχτα της 21-22 Μάρτη του 1821 έστησα καρτέρι, έβαλα διάφορα καραούλια κάτω στην άκρη του χωργιού, πούνε τα ριζώματα του Κατσαρού και της Σκάλας, που περνούσε ο δρόμος της Καλαμάτας για το Λοντάρι και για την Ντροπολιτσά.
              Απάνω στα γλυκοχαράματα της 21-22 του Μάρτη του 1821, εσκότωσα τον Ποστιάρη-ταχυδρόμο, τον Τάταρη των Τούρκων που πήγαινε την πόστα-το ταχυδρομείο- της Καλαμάτας στο Λοντάρι και στη Ντροπολιτσά και μαζί με 20 άλλους που σκοτώσαμε έπιασα ζωντανό τον γαμπρό του Σουλεϊμάν Αρναούτογλου, του Βοεβόδα της Καλαμάτας-τον Μουσταφά- που ήταν γιός του Τούρκου εκείνου Μουσταφά, λοχαγού εκ των καλυτέρων αξιωματικών του Κεχαγιάμπεη, που είχε παλουκώσει τον πατέρα μου στην Παλουκόραχη της Σκάλας, κι αφού τον παλούκωσα κι εγώ, απάνω στην ίδια ράχη της Σκάλας που σήμερα λέγεται Παλουκόραχη, του πήρα δυο σφραγισμένα έγραφα πούφερε κατακρέατα μέσα στο γκόρφο του, και αφού τάδωσα και τα διάβασε ο τότε γέρος προεστός της Σκάλας ο Πούλος ο Πουλόπουλος, και μας είπε ότι αυτά γράφανε και λέγανε πως οι Τούρκοι της Καλαμάτας είχαν ανακαλύψει την επανάσταση της 25 Μαρτίου του 1821 και ότι ειδοποιούσαν του Λονταρίτες και Ντροπολιτσιώτες Τούρκους, να στείλουν βοήθεια στην Καλαμάτα για να πνίξουν την επανάσταση, γιατί οι Μεσσήνιοι και οι Μανιάτες θα σήκωναν την επανάσταση προ της 25 Μαρτίου. Σαν τα διάβασε ο γέρο Πούλος και τρόμαξε που είδεν ότι οι Τούρκοι τόξεραν για την επανάσταση μας,  είπε να τα  πάμε στη Καλαμάτα και να τα παραδόσουμε στους Καπετανέους,  που όλοι εκεί μαζεμένοι, όπως τούπε ο Μητροπέτροβας πούχε κι αυτός πάει με μερικούς από την Ανδανίαν, επήγα στην Καλαμάτα με τον ξάδελφό μου το Μήτρο το Ρερέ από τα Καλύβια και μαζί με άλλους Κατσαραίους και Ρερέους, πούχαμε μαζί μας εγώ και ο Ρερές, ήρθε μαζί μας και ο Δημοκάββουρας με το Λατζούνη. Ο Δημοκάββουρας ήταν γαμπρός του γέρο Πούλου του προεστού της Σκάλας. Σαν άφησα και σούρπωσε καλά, αφήκα τ’ άλλα παιδιά έξω εκεί κοντά στο μπάσιμο της Καλαμάτας, που μπένουμε απ’ τα Ασπρόχωμα. Επήρα το Ρερέ και πήγαμε στο σπίτι του Τζάνε πούνε στη Φραγκόλιμνα, κατά το Κάστρο, και έδωσα τα έγγραφα στους Καπετανέους που είχανε Συμβούλιο εκείνη τη νύχτα 21-22 του Μάρτη. Τα έγγραφα τάδωκα στον Μητροπέτροβα και εκείνος τάδωκε στο Κολοκοτρώνη. Στο Συμβούλιο εκείνο εκείνης της νύχτας 21-22 ήταν οι εξής Καπετανέοι: Ο Πετρόμπεης ο Μαυρομιχάλης κι ο γιός του ο Λιάς ο Μαυρομιχάλης, ο Μούρτζινος, ο Κυβέλος, ο Τζάνες, ο Πατριαρχέας, οι Καπετανάκηδες, ο Κυριακός, ο Δαρειώτης, ο Παπατσιώνης, ο Μητροπέτροβας, ο Βασιλάκης, ο Στρούμπος, ο Μασουρίδης, ο Παπαφλέσσας, ο Κεφάλας, ο Νικηταράς, ο Κολοκοτρώνης, κι εγώ με το Ρερέ. Σα διαβάσανε τα έγγραφα κι έγινε κάποια σοβαρά συζήτηση, γιατί ο Πετρόμπεης ήθελε να μην αρχίση ακόμη την επανάσταση, αλλά ν’ αφήσουν ν’ αρχίση από την Αγία Λαύρα στις 25 του Βαγγελισμού, ο δε Παπαφλέσσας με τον Κολοκοτρώνη επέμεναν, τότε, αφού το δέχτηκαν  κι όλοι οι άλλοι, κι ο Πετρόμπεης, να αρχίση από την Καλαμάτα πρώτα και ν’ αρχίση από τη νύχτα της 22-23, απεφάσισαν όλοι μαζί τα εξής: Συνεφώνησαν όλη την ημέρα της 22ας να ετοιμασθούν και να ειδοποιήσουν, όσο το δυνατόν, και όλα τα χωργιά της Καλαμάτας νάρθουν και αυτά να τους βοηθήσουν.
         Σα διελύθη το Συμβούλιο, σαν αγγελοφιλιθήκανε, σαν ευχηθήκανε το «Χριστός Ανέστη, το Καλή Ανάστασι και το Ελευθερία ή Θάνατος», επήρα το Ρερέ, γυρίσαμε στους άλλους κλέφτες που μας περίμεναν κι αφού τους είπαμε ό,τι έγινε στο Συμβούλιο, τη νύχτα της 22-23 πολιορκήσαμε την Καλαμάτα, την αυγή της 23 παρεδόθησαν οι Τούρκοι και κοντά στο απόγιομα της ίδιας ημέρας εκάναμε μια πολύ μεγάλη δοξολογία στο ποτάμι της Καλαμάτας, εκεί κοντά στους Αγιαποστόλους. Στη δοξολογία εκείνη ήσαν 18 παπάδες και μεις οι λαϊκοί, θάμασταν απάνω από 3 χιλιάδες. Το γλέντι πούγινε κείνο το βράδυ δεν περιγράφεται, και την άλλη μέρα στις 24 του Μάρτη, εγώ με τους δικούς μου, ο Ρερές με τους δικούς του, ο Μητροπέτροβας με τους δικούς  του κι ο Δημοκάββουρας με τον Λαντζούνη, τραβήξαμε για την απάνου Μεσσηνία τραγουδώντας και ντουφεκίζοντας και φωνάζοντας «ζήτω η Επανάστασις». Σα φθάσαμε στη Σκάλα και φιλήσαμε το χέρι του γέρο Πούλου  πούκλαιγε απ’ τη χαρά του, και φάγαμε και ήπιαμε καλά, στα στερνά ερρίξαμε απανωτά τρεις μπαταργιές. Μια εγώ με τους δικούς μου, μια ο Ρερές με τους δικούς του και μια ο Μητροπέτροβας με τους δικούς του και με τους Σκαλαίους, το γέρο-Πούλο και τον Δημοκάββουρα. Τα πάνου χωργιά σηκώθηκαν στο ποδάρι και σε λίγο ακούστηκαν κανα δυο-τρεις μπαταργιές από τα χωριά της Γαράντζας και της Οιχαλοανδανίας. Σα φύγαμε από τη Σκάλα φθάσαμε στην Αλλαγή και κει σαν πήραμε μαζί μας και μερικούς άλλους χωρικούς, τραβήξαμε για τα Ντερβενοχώριακαι σε λίγες ημέρες, σα σμίξαμε με το Νικηταρά και το Κολοκοτρώνη, τραβήξαμε και δώσαμε την τη πρώτη μάχη στη με τους Τούρκους στη Καρύταινα.
Για την αλήθεια απάνου σ’ αυτό το ιστορικό της Καλαμάτας, μαρτύρησαν (σημείωση: εννοεί πως ήταν αυτήκοοι μάρτυρες όσων περιέγραψε ο Γιάννης Καρακίτσος)
Η υπογραφή του Γ. Καρακίτσου
πλην άλλων και οι εξής γόνοι και απόγονοι των εργασθέντων και των παρευρεθέντων στην άλωσι της Καλαμάτας και στη δοξολογία των επαναστατών: Λυκούργος Πέτροβας δήμαρχος Ανδανίας, Παναγιώτης Πέτροβας δικηγόρος, Όθων Πέτροβας ιατρός και βουλευτής, Όθων Παπατσιώρης, Ιωάννης Παπατσιώρης, Αθαν. Κάββουρας δικηγόρος, Μιχ Πουλόπουλος αστυνόμος, Δημήτριος Καρακίτσιος δημοδιδάσκαλος, Δημήτρης Καρζής ιατρός, Παναγ. Κουτσουμπέλης οικονόμος και δημοδιδάσκαλος, Ιωαν. Μαργαρίτης, Ανδρ. Γιαννόπουλος σακελλάριος και δημοδιδάσκαλος, Κωνσ. Σταθόπουλος δημοδιδάσκαλος και ταμειακός υπάλληλος, Παναγ. Γάτσης, Θεοδ. Τράγος, Αναγνώστης Νικολαϊδης δήμαρχοι αμφότεροι Οιχαλίας ως και βουλευταί και πληρεξούσιοι Μεσσηνίας ως και ο Δημήτριος και ο Ανδρέας Ρερές και ο εμός πατήρ, οι οποίοι ήκουσον το άνω γεγονός από το ίδιο στόμα των μαρτύρων που ανέγραψαν το ιστορικό γεγονός της Καλαμάτας».
ΣΠΥΡ. Γ. ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ Ιατρός
(1)  Τασιόπουλος Σπύρος γεννήθηκε στο Αλή-Τσελεπή του δήμου Οιχαλίας το έτος 1873 και αποφοιτήσας από το Γυμνάσιο Καλαμάτας την 13 Σεπτεμβρίου 1891, εισήλθε εις την Ιατρικήν Σχολήν.
(2)  Γουβάλα λέγεται το προς ανατολάς βουνό πάνω από το χωριό Κατσαρού. Η ονομασία προέρχεται από μια γούβα, μοιάζει με κρατήρα ηφαιστείου, που βρίσκεται στην κορυφή του βουνού.
         Β) Σημαντικό περιστατικό στον βίο του υπήρξε η «εμπλοκή» του κατά το εμφύλιο πόλεμο 1824-1825, κατά την διάρκεια του οποίου, ως φίλος του Κολοκοτρώνη, τάχθηκε με την παράταξή του και κατά των κυβερνώντων  Γ. Κουντουριώτη-Ι. Κωλέττη. Γι αυτό και κατηγορήθηκε για συμμετοχή στην «ανταρσία». Γίνηκε διοικητική ανάκριση εναντίον του, αλλά η ανακριτική επιτροπή, με έκθεσή της στο Υπ. Αστυνομίας από 26 Μαρτίου 1825, αποφάνθηκε ότι «….εξετάσαντες λοιπόν αυτούς και μη έχοντας δεδομένα έγγραφα ανά χείρας μας και αξιοπίστους μαρτυρίας, και τα όσα από τους λόγους των ηκούσαμεν, δεν ημπορούμεν διόλου να καθυποβάλωμεν αυτούς εις την ενοχήν της ανταρσίας και καθυποβάλλομεν υπ΄όψιν του εξόχου τούτου υπουργείου…»      
         Από την σύλληψή του και μέχρι την αθώωσή του κρατήθηκε σε ελεγχόμενο σπίτι-φυλακή στην πόλη του Ναυπλίου, μαζί με άλλους σπουδαίους Αγωνιστές-μεταξύ τους και ο Μητροπέτροβας- σε συνθήκες που περιγράφονται στην παρακάτω επιστολή, την οποίαν υπογράφουν όλοι οι εγκλεισμένοι. Η υπογραφή του Γιάννη Καρακίτσου.    
Καταθέτω το πρωτότυπο έγγραφο με ημερομηνία 23 Ιανουαρίου 1825, το οποίο υπογράφουν οι επιφανείς Αγωνιστές του 1821, μεταξύ τους και κορυφαίοι Μεσσήνιοι. Η μεταφορά του δημοσιεύθηκε  στο περιοδικό «Τριφυλιακή Εστία» τόμος 2, τεύχος 9 του 1976.
ΓΑΚ-Εκτελεστικό-φακ.55-τεκμήριο 114

ΓΑΚ-Εκτελεστικό-Φακ.55-έγγρ. 114
«Προς το Σεβαστόν Βουλευτικόν Σώμα
          Οι υποφαινόμενοι, κινήσαντες έκαστος από τα ιδίας επαρχίας ήλθομεν αυτόκλητοι δια να προσθέσωμεν εις την συμπάθειαν της Διοικήσεως, και να δείξωμεν την ευπείθειαν και υποταγήν εκάστου εις τους νόμους. Αλλ’ ενθάδε ελθόντες βιαζόμεθα να δοκιμάζωμεν μέγιστα και ανυπόφορα δεινά, καθότι εγκλεισθέντες εις τούτο το οσπίτιον χείρον και της φυλακής όν, διωρίσθη περί πλέον και έξωθεν στρατιωτική φρουρά εμποδίζουσα την είσοδον οποιουδήποτε και σιμά των όσα από το ψύχος δοκιμάζομεν, με το να είναι το οσπίτιον τούτο και αδιόρθωτον και στενόν δια να μας χωρίση, εμποδίζεται και η είσοδος αυτών των αναγκαίων, οικείων και δούλων προς εξοικονόμησίν μας. Αφήνομεν ότι είναι μερικοί εξ ημών εις όχι καλήν κατάστασιν υγείας, και ότι αν εισέτι διαρκέση η ενταύθα φυλάκισίς μας, έπεται να αρρωστήσωμεν από το υπερβολικόν ψύχος, και εις αυτήν την ζωήν να κινδυνεύσωμεν.
           Διο παρρησιαζόμενοι, δια της παρούσης ταπεινής ημών αναφοράς, και παριστάνοντες εις την Σεβ. Διοίκησιν, την στενοχωρίαν μας και τον εκ ταύτης κίνδυνον της ζωής μας, παρακαλούμεν θερμώς, όπως δείξει και προς ημάς το μητρικόν αυτής έλεος, και δώση την άδειαν και το ελεύθερον, δια να εξοινονομηθώμεν έκαστος, προς διαφύλαξιν της υγείας μας και ζωής, δια τα οποία ταύτα προσφέρομεν και επαγγελλόμεθα το απαιτούμενον και καθήκον ημών σέβας, υπόκλισιν και ευπείθειαν προς την Σεβ. Διοίκησιν και μένομεν ευσεβάστως.
Τη 23 Ιανουαρίου 1825 εν Ναυπλίω.
Οι ταπεινοί και ευπειθείς πατριώται:
Χρύσανθος Σισίνης, Αναστάσιος Κατζαρός, Μήτρος Αναστασόπουλος, Δημήτριος Παπατζώνης, Μητροπέτροβας, Γιάννης Δ. Κρίτζαλης, Γιάννης Καρακίτζος».
      Γ) Το ανωτέρω αφιέρωμα στον Αγωνιστή του 1821 Γιάννη Καρακίτσο θα ήταν ελλιπές αν δεν συμπληρωνόταν από  άρθρο του εκ Κατσαρού δημοσιογράφου Πέτρου Τζώρτζη (Τυρταίος), που δημοσιεύτηκε στις 13/04/1940 στην εφημερίδα "ΘΑΡΡΟΣ"
        «Από καιρό τώρα είχα υπόψη μου να γράψω ένα ιστορικό σημείωμα σχετικά με τον πολεμιστή Καρακίτσο και την Επανάσταση του 1821. Ας μου επιτραπεί, αν και δεν είμαι ειδικός να δώσω τη γνώμη μου η οποία στηρίζεται πάνω σε ιστορικές πηγές βγαλμένες από τη σωστή και αμεταμόρφωτη παράδοση. Ο πατέρας, λοιπόν, του Γιάννη, ο Παναγιώτης Καρακίτσος από το Κατσαρού, που ήταν διορισμένος από τον πασά της Ανδρούσας για να παρακολουθεί τα κινήματα των κλεφτών και αρματολών- κι ο οποίος τουναντίον βοηθούσε το έργο τους- στα 1806, όπως είναι γνωστό, ευρήκε σε μία ράχη της Σκάλας, που σήμερα ονομάζεται Παλουκόραχη, το φρικτό θάνατο του ανασκολοπισμού μαζί με πολλούς άλλους από τον Καχαγιάμπεη.
Ήταν 13 χρόνων τότε ο Γιάννης Καρακίτσος που αντίκρισε τον πατέρα του πάνω στο παλούκι να βασανίζεται. Μέσα του θέριεψε το μίσος ενάντια στον τύραννο κι από τότε φερόταν πολύ άσχημα στους Τούρκους. Πολύ σύντομα γίνηκεν ύποπτος και για να γλιτώσει αναγκάστηκε μαζί με τον αχώριστο φίλο του Δρούλια να φύγουν για την πόλη. Εκεί μάλιστα, όταν αργότερα ήρθε ο Παπαφλέσσας, γνωρίστηκε μαζί του κι έγινε κι αυτός μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ύστερα από κάμποσα χρόνια ξαναγυρίζει στο χωριό του. Διψάει για εκδίκηση και θυμάται τον όρκο που έδωσε στον πατέρα του και το αίμα του θεριεύει μέσα στις φλέβες του.
Δεν είχε ακόμη φωτίσει η 22α Μαρτίου. Πήρε το φίλο του Δρούλια που ήταν άριστος σκοπευτής και βγήκαν να κυνηγήσουν λαγούς στον Αη-Λια τον Κατσαρέικο. Το πρωί είδαν τον ταχυδρόμο που έφερνε τα γράμματα από την Τρίπολη για να τα πάει στην Ανδρούσα κι από κει να διανεμηθούν στην Καλαμάτα κι αλλού. Στη θέση ακριβώς που είναι σήμερα το σπίτι του Τράγου- ήταν τότε το Χάνι του Μαργαρίτη- τον σταμάτησαν κι αφού του πήραν τα γράμματα του ΄δωσαν δυο μπαταριές και τον άφησαν νεκρό.
Αμέσως έτρεξαν στη Σκάλα στο γερο-προεστό Πουλόπουλο για να τα διαβάσει.
Μαζί με τ’ άλλα ο Τούρκος ταχυδρόμος έφερνε και το παρακάτω έγγραφο που ερχόταν από το σουλτάνο και του οποίου το περιεχόμενο όπως το εφύλαξε η παράδοση μέσα στην οικογένεια των Καρακίτσων από το ίδιο στόμα του Γιάννη Καρακίτσου, το παραθέτω:
ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ
ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΙΡΑΔΕΣ
(ΔΙΑΤΑΓΜΑ)
Αυτά τα ιοβόλα ερπετά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας της Πελοποννήσου, άτινα ονομάζονται Έλληνες προεστοί, να εξαφανιστούν δια πυρός και μαχαίρας. Τα κτήματά τους ας διανεμηθούν εις τους πιστούς Οθωμανούς. Αι οικίαι τους να συντριβούν τοιουτοτρόπως ώστε ούτε αλέκτωρ να εκφωνεί εις το μέλλον. Να μεταδοθεί τάχυστα εις άπαντα τα φρούρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας της Πελοποννήσου. Η μέρα εκτελέσεως ορίζεται η 31η Μαρτίου 1821. ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ
Αυτό το έγγραφο κατά πάσα πιθανότητα έφερε ο γενναίος Καρακίτσος εις τον Παπαφλέσσα κι επισπέφθη η έκρηξις της Επαναστάσεως. Ο Καρακίτσος με το Δρούλια ακολουθήσανε το γερο-Κολοκοτρώνη και λάβανε μέρος σε όλες τις μάχες. Αργότερα βοηθήσανε και τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι. Με πολλές πληγές και οι δυο τους γυρίσανε στο Κατσαρού και πεθάνανε αφού είδανε την Ελλάδα λεύτερη σε προκεχωρημένη ηλικία. Για τα παραπάνω εις τα οποία είναι ολοφάνερη η άδολη πιστότητά τους, σχετικές πληροφορίες μας έδωσε ο τέως οπλαρχηγός του ελληνοτουρκικού και βορειοηπειρωτικού αγώνα που υπηρετούσε στο σώμα το Ρώμα κύριος Απόστολος Καρακίτσος έγγονος του γενναίου πολεμιστή Γιάννη Καρακίτσου και φίλος αχώριστος του Λορέτζο Μαβίλλη που σκοτώθηκε στα Δρίσκα».
        Δ) Ο  Γεώργιος Μεγρέμης-δάσκαλος- σε εργασία του δημοσιευμένη στο ιστότοπο «Meropitopik», σχετική με το χωριό Κατσαρού, καταθέτει χειρόγραφο
έγγραφο-Ιούλιος 1845- του Γιάννη Καρακίτσου, με την οποίαν απευθύνεται στο Ι. Κωλέττη και ζητάει βοήθεια και στην οποία δηλώνει ότι στερείται τον "άρτον τον επιούσιον".

Καλαμάτα 17.3.2016

Χρήστος Νικ. Ζερίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου