Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

ΣΑΪΤΟΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ



 ΣΑΪΤΟΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
  
         Η 16ετής ενασχόλησή μου με το παραπάνω θέμα με έχει βοηθήσει να καταλήξω σε αρκετά συμπεράσματα, τα οποία κατά καιρούς με δημοσιεύματά μου παρουσίασα στο αναγνωστικό κοινό της πόλεώς μας.
        Φέτος θα παρουσιάσω τρεις αποδείξεις που θεμελιώνουν, πιστεύω, τις απόψεις μου για την προέλευση του τοπικού εθίμου του Σαϊτοπόλεμου.
        Πρώτον, πως το έθιμο της σαΐτας «εισήχθη» στην νοτιοδυτική Ελλάδα από τα Επτάνησα, στα οποία μεταφέρθηκε από τον γεωγραφικό χώρο της σημερινής Ιταλίας, στον οποίο είχε καταλήξει ο Μάρκο Πόλο φέρνοντας την πυρίτιδα από την Κίνα. Δεύτερον, πως δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να έφτιαχναν στη μάχη της Βέργας «σαϊτάκια» προκειμένου να απωθήσουν το αιγυπτιακό ιππικό και τρίτον, πως αυτό που τα τελευταία χρόνια ονομάζουμε Σαϊτοπόλεμο και πολλοί θαυμάζουμε μετά μανίας, έχει βαθιές ρίζες στη Καλαμάτα, και τη γύρω περιοχή, και εξελίχθηκε με το πέρασμα του χρόνου, βασιζόμενο στην ευρηματικότητα των καπεταναίων και των μπουλουκιών τους (εκ του τουρκ. Boluk=στίφος, λόχος. Ο αρχηγός μικρού στίφους ενόπλων αποκαλείται μπουλουξής. Προκειμένου περί σαϊτολόγων ένοπλος θεωρείται ο σαϊτοφόρος).
          

                        Πηγή εικόνας: Ιστορία εικονογραφημένη, τεύχος 445/7-2005, σελ. 96-101.
      
         Ο παραπάνω πίνακας έχει τίτλο «Λιτανεία του  Αγίου Σπυρίδωνος στη Σπιανάδα της Κέρκυρας» και είναι του Ζόζεφ Καρτράϊτ (1789 – 1829),  γενικού ταμία της Βρετανικής Φρουράς στην Κέρκυρα, που ήταν ένας από τους σημαντικότερους εικονογράφους της ζωής και της φύσης του νησιού. Οι πίνακες που ζωγράφισε ο Καρτράϊτ αφορούν τη ζωή των Κερκυραίων στο τέλος του 18ου αιώνα. Γνωρίζουμε πως από παλιά και μέχρι σήμερα στην Κέρκυρα, στην λιτανεία του Επιταφίου την Μ. Παρασκευή, περιφέρουν στην πόλη και το λείψανο του Αγ. Σπυρίδωνος, ως «αρχιερατικού προϊσταμένου» (εφημ. «Ακρόπολις» 7.4.1887). Φαίνεται ότι στην Κέρκυρα, και πιθανώς σε όλα τα Επτάνησα, «έριχναν» ένα είδος σαΐτας που εμείς τα λέμε σαϊτάκια ή «συντριβάνια» λόγω του συνεχούς της φωτιάς -χωρίς «φωνές» δηλαδή- τα οποία κρατούσαν μακριά τους με ειδικά ραβδιά, σαν πυροτεχνηματάκια. Στην παραπάνω εικόνα, η οποία είναι ζωγραφισμένη πριν το 1800, φαίνεται ξεκάθαρα ένας όρθιος φουστανελάς, πιθανόν πρόσφυγας από την Ήπειρο (εκτίμηση που κάνω βλέποντας τη φορεσιά του, το φεσάκι και τα ξυρισμένα ακούτραφα ), να «ρίχνει» ένα είδος σαΐτας κρατώντας την μακριά του. Λίγο πιο δεξιά δύο άλλα άτομα, ο ένας με φουστανέλα και ο άλλος με βράκα, ετοιμάζουν-γεμίζουν και άλλες σαΐτες προκειμένου να τις «ρίξουν». Αγγλικός στρατός συνοδεύει την εικόνα του Αγίου χωρίς να ενοχλείται από τα έθιμα των ντόπιων. Ένας σωρός από παλιόξυλα είναι έτοιμο να καεί, όπως γίνεται παντού όταν περνάει ο Επιτάφιος.
         (Σε αθηναϊκές εφημερίδες της πασχαλινής περιόδου των ετών 1838-1892 δεν έχω συναντήσει πουθενά περιγραφή παρεμφερούς εθίμου, παρά μόνο για πυροβολισμούς, «ροκέτες» και καψίματα Ιούδων).
         Είναι η πιο παλιά, μέχρι σήμερα, απόδειξη της απόψεώς μου, και την καταθέτω στο παρόν δημοσίευμα, πως οι σαΐτες-του αρχικού τύπου δηλαδή, πριν την εξέλιξή τους από τους καλαματιανούς- υπήρχαν από παλιά στα Επτάνησα, στα οποία είχαν φτάσει από την Βενετία και μεταφέρθηκαν στην δυτική ηπειρωτική Ελλάδα, όπου έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα στο Αγρίνιο με τα μονόφωνα «χαλκούνια», και στην Καλαμάτα, Μεσσήνη, Αίπεια, Εύα, σαν πολυφωνικές σαΐτες.
         Με βάση την παραπάνω εικόνα, αλλά και τις πληροφορίες για την εικαστική δραστηριότητα του Καρτράϊτ, εκτιμώ πως ο πίνακας δημιουργήθηκε μεταξύ των ετών 1785-1795. Αυτό σημαίνει πως η κατασκευή «πυρίτιδα μέσα σε χαρτόνι ή καλάμι» προκειμένου να τη «φουντώσουν» σε θρησκευτική γιορτή, υπήρχε σαν διαδικασία τουλάχιστον 50 χρόνια, ίσως και παραπάνω, πριν φτιαχτεί ο πίνακας. Η άνεση με την οποία «ρίχνει» ο όρθιος  άντρας την σαΐτα του, αλλά και η απεικόνιση του «στουπώματος» που επιμελούνται οι άλλοι δύο, δείχνουν έμπειρους άντρες που την ξέρουν την διαδικασία και δεν αμφιβάλουν πως την κάνουν σωστά.
        Την άποψη περί ερχομού από την Ιταλία των πυροτεχνημάτων που προκάλεσαν την δημιουργία της σαΐτας, την έγραψε και ο Γιάννης Αναπλιώτης στην εφημ. «Θάρρος» στις 26.1.1946. Έγραφε μεταξύ άλλων «…το πώς και τις του παλιού τούτου εθίμου της πολιτείας είναι μυστικό που δεν περιγράφουνε στα τεφτέρια. Λένε μόνο πως τη σαΐτα την φέρανε το πρώτο στην Καλαμάτα  για πυροτέχνημα Ιταλοί. Και οι πολέμαρχοι και οι παλληκαράδες της πολιτείας την αδράξανε για να διασκεδάζουνε τους άκαπνους και τους χαζούς τη Μεγαλοσαρακοστή και την Πασχαλιά..».
        Οι λαογράφοι ερμήνευσαν τη φωτιά και τους κρότους αυτής της περιόδου, σαν συστατικά της εθιμικής συμπεριφοράς των ανθρώπων που έζησαν στη προηγούμενη φάση της πολιτιστικής ζωής. Αυτή η συμπεριφορά έχει μεταφερθεί στις μέρες μας και πράττουμε ό,τι κληρονομήσαμε χωρίς να χρειάζεται να ερμηνεύσουμε την βαθύτερη έννοια και σημασία των πραττομένων μας. Οι θόρυβοι χαράς (κρότοι, πυροβολισμοί, σπάσιμο αγγείων κλπ) έχουν πολλές εξηγήσεις. «Μέσα στο στοιχείο του κρότου και γενικά του θορύβου, υπάρχει το στοιχείο της απόδιωξης των δαιμονικών που είναι ειδωλολατρικό και χριστιανικό, επειδή πάντα υπήρχε στους λαούς η δοξασία ότι τα βλαβερά και επιβλαβή πνεύματα διώχνονται με θορύβους εκφοβιστικούς, ιδιαίτερα αυτή την ανοιξιάτικη περίοδο που τα παράσιτα και τα ζιζάνια πολλαπλασιάζονται και απειλούν τις καλλιέργειες και την υγεία των ανθρώπων...σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία και τα κείμενα της Εκκλησίας, ο Χριστός όχι μόνο αντιμετώπισε τόσους εχθρούς στη διάρκεια του μαρτυρίου του (Ιούδας, Αρχιερείς, Πιλάτος, εβραϊκός όχλος, στρατιώτες, ληστής), αλλά κι εδημιούργησε νέους με την κάθοδό του στον Άδη. Θορυβώδη είναι και τα γεγονότα, που αναφέρουν τα Ευαγγέλια ότι έγιναν, όταν ο Χριστός πεθαίνοντας εκατέβη στον Άδη. Όλοι λοιπόν οι εχθροί του Χριστού, που είναι και εχθροί των Χριστιανών, και όλα τα κακά πνεύματα που φθονούν την Ανάσταση, χρειάζονται, κατά τη λαϊκή αντίληψη, διώξιμο και κυνηγητό, γι’ αυτό και η εξήγηση που δίνεται συνήθως για τους θορύβους, είναι ότι γίνονται “στη πομπή των Εβραίων και των εχθρών του Χριστού”…σχετική με τους θορύβους είναι και η κωδωνοκρουσία του Πάσχα που είναι πυκνή και χαρμόσυνη...αν δε σε όλα τα παραπάνω προσθέσουμε και τον ελληνικό εθνικό λόγο, της μακρόχρονης ελπίδας και χαράς των σκλαβωμένων χριστιανών για την “Ανάσταση” του έθνους θα καταλάβουμε καλύτερα την παράδοση των ελληνικών εκδηλώσεων του Πάσχα, και γιατί δύσκολα εγκαταλείπονται. Η χαιρετιστήρια εξ’ άλλου φράση του “Χριστός Ανέστη” (-“Αληθώς Ανέστη”), είναι μια από τις πιο παρορμητικές για την έκφραση του κοινωνικού και εθνικού φρονήματος στους Έλληνες, και δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι χρησιμοποιείται από αιώνες ως χαιρετισμός. Στο διάστημα της δουλείας, αλλά και κάθε κατοχής ή πολιτικής τυραννίας, το “ανέστη” εκείνο εσήμαινε και το “θ’ αναστηθεί”..» (Δ. Λουκάτος, Πασχαλινά και της Άνοιξης, Φιλιππότης Β΄ έκδοση 1988).
         Παρεμφερή «εργαλεία» εκφοβισμού των κακών «δαιμόνων» είναι και τα κουδούνια που ηχούν αυτή την περίοδο περίπου σε ευετηρικά δρώμενα και λειτουργούν αποτρεπτικά (να φοβίσουν τα κακά πνεύματα της βλάστησης), αλλά και προτρεπτικά (να ξυπνήσουν τα καλά πνεύματα της βλάστησης).
           «Παράλληλα με τους θορύβους, το αναστάσιμο φως αποτελεί ένα δεύτερο μεγάλο στοιχείο που συνοδεύει και πλαισιώνει την Ανάσταση. “Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός” ψάλλει η Εκκλησία και “Δεύτε λάβετε φως” παραγγέλλει ο ιερέας στους πιστούς, Το φως πρέπει να είναι “καινούργιο”. Όλα τα φώτα της εκκλησίας σβήνονται και όλα ξανανάβουν από την λαμπάδα του ιερέα. Το ίδιο και στα σπίτια. Φέρνουν το φως προσεκτικά στο σπίτι, σταυρώνουν το ανώφλι της εισόδου, ανάβουν το καντήλι, γυρίζουν στα δωμάτια “σαν ν’ αγιάζουν με φως”, κι έπειτα πάνε στους στάβλους και στα ζώα. Φυλάνε το φως μέχρι την ημέρα της Αναλήψεως (σαράντα μέρες που γυροφέρνουν όλες οι ψυχές...» (Δ. Λουκάτος, ο.π).
         «Η ανοιξιάτικη φωτιά έχει δύναμη και ιερότητα, οφείλει δε τη γέννησή της στην πίστη των ανθρώπων (της προηγούμενης φάσης πολιτιστικής ζωής, όπως λέει και ο συμπολίτης μας καθ. κ. Μιχ. Μερακλής, για τις γενιές που πέρασαν) της γεωργοκτηνοτροφικής κοινωνίας, ότι έχει μαγική επίδραση στους αγρούς και στην ευφορία τους, δηλαδή ότι διώχνει το κακό και βοηθά την βλάστηση. Η φωτιά ανήκει στα καθαρτήρια έθιμα με τα οποία οι λαϊκοί άνθρωποι προσπαθούν να εξασφαλίσουν, στην αρχή μιας νέας περιόδου (της Ανοίξεως) την ευτυχία. Όσο πιο μεγάλη φωτιά, τόσο πιο μακριά φτάνει το φως που εκπέμπει και προστατεύει σπίτια και χωράφια». (Γ.Α Μέγας. Ελληνικές γιορτές και έθιμα λαϊκής λατρείας, εκδόσεις Οδυσσέας). Και όταν πηδάμε από πάνω της τραγουδώντας «έξω ψύλλοι και κοριοί» δεν εννοούμε τους ψύλλους και τους κορέους, αλλά άλλους φοβερότερους εχθρούς των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, τα μικρόβια των επιδημιών.
          Έτσι εξηγείται, πιστεύω, το ότι ο Σαϊτοπόλεμος δεν έχει ενταχθεί σε άλλη γιορτινή περίοδο πχ. τα Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά ή της Παναγίας τον Αύγουστο. Ο συνδυασμός των πανάρχαιων εθίμων, της φωτιάς και των κρότων στην αρχή της Άνοιξης (που παλιά, μέχρι το 152 π.Χ, ήταν Πρωτοχρονιά σχεδόν, η αρχή του χρόνου, ο Μάρτιος ήταν τότε η αρχή του έτους των 10 μηνών), μαζί με τα χριστιανικά λειτουργικά έθιμα του Πάσχα, δηλαδή της τιμωρίας με την κρεμάλα και το κάψιμο του προδότη Ιούδα, όπως και  της αναπαραστάσεως καθόδου του Χριστού στον Άδη εν μέσω κρότων, είναι αυτός που «καθιέρωσε» το έθιμο του Σαϊτοπολέμου την πασχαλινή περίοδο. Πιστεύω επίσης πως από τα δύο έθιμα, αυτό της τιμωρίας του προδότη Ιούδα και του Σαϊτοπολέμου, το πρώτο είναι πολύ πιο παλαιό και το δεύτερο εντάχθηκε αργότερα στη συνολική εορταστική τελετουργία των ημερών.  
         Οι σαϊτολόγοι ανάγουν την σχέση τους  με τη σαΐτα σε ιστορικά γεγονότα προκειμένου, όπως θα ήθελαν, να θεμελιώσουν το έθιμο ώστε να έχει μια βάση προέλευσης. Δηλαδή και οι παλιοί σαϊτολόγοι αλλά και νεώτεροι, πιστεύουν πως στο ιστορικό γεγονός της μάχης της Βέργας στις 22-24 Ιουνίου 1826 συνέβη το εξής περιστατικό: Ο κάθε πολεμιστής πίσω από τις πολεμότρυπες του τείχους της Βέργας πυροβολούσε με δύο όπλα, το γέμιζε ο αποδότης του που ήταν πίσω του και το έδινε να πυροβολεί. Κάποια στιγμή η ορμητικότητα των επιτιθέμενων αιγυπτίων ιππέων ήταν τόσο μεγάλη που ο αποδότης δεν προλάβαινε να γεμίζει το όπλο για να πυροβολεί ο μπροστινός του. Τότε οι αμυνόμενοι σκαρφίστηκαν να γεμίσουν με μπαρούτι καλάμια δυο πιθαμών, που τα έκοψαν από το διπλανό ρέμα, και ανάβοντάς τα η εκτυφλωτική φωτιά φόβισε τα άλογα των ιππέων τα οποία έκαναν πίσω. Έτσι οι Έλληνες μπόρεσαν να ανασυνταχθούν και να αντισταθούν επιτυχώς στην επόμενη επίθεση. Σε ανάμνηση αυτού του περιστατικού, πιστεύουν, που συνέβη του Ιούνιο του 1826, ρίχνονται οι σαΐτες το Πάσχα. Αυτός είναι ο λόγος που στα τσαρδιά τους έχουν μόνιμα αναρτημένα λιθογραφίες των ηρώων του Απελευθερωτικού Αγώνα του 1821 (έτσι γινόταν από παλιά όπως θα διαβάσετε παρακάτω σε δημοσιεύματα του 1901), όπως επίσης και αρκετές φορές έχουν εμφανιστεί σαϊτοφόροι ντυμένοι με τη φορεσιά της φουστανέλας.
"καπετάν Γιούρας", κατά κόσμον Γιώργος Σταματόπουλος το 1997

         Σε αυτό το μυθικό περιστατικό αναφέρθηκε ο δημοσιογράφος Κώστας Ψαλτήρας σε άρθρο του τον Γενάρη του 1946 στην εφημ. «Θάρρος». Αναφερόμενος στην  προέλευση του εθίμου έγραφε μεταξύ άλλων και τα εξής: «πρόκειται για παλιό καλαματιανό έθιμο που κρατάει από την Επανάσταση του 1821. Τότε βάλανε κατά την παράδοση μπαρούτι μέσα σε κυλίνδρους από χαρτόνια και με τη φλόγα και το θόρυβο που έκαναν όταν τους έβαζαν φωτιά, τρέψανε σε φυγή το τούρκικο ιππικό. Έτσι η σαΐτα της Καλαμάτας αποτελεί κατάλοιπο πρωτόγονου πολεμικού φλογοβόλου…».
         Όμως ερευνώντας τα σχετικά με την μάχη της Βέργας, απέκτησα το 1991 το βιβλίο του Δικαίου Βαγιακάκου με τίτλο «Ο Ιμπραήμ εναντίον της Μάνης», (εκδόσεις Πατσιλινάκου Αθήνα 1961). Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια. Στο τρίτο μέρος υπάρχουν δεκάδες έγγραφα, επιστολές μεταξύ Ιμπραήμ και Μαυρομιχαλαίων, προκηρύξεις, εκκλήσεις, αναφορές περί της μάχης, αλλά και επιστολές που αποδεικνύουν την αλληλογραφία των αρχηγών των αμυνόμενων και της Διοίκησης (Εκτελεστικό). Ο αναγνώστης του βιβλίου αυτού θα βρει πολύτιμο υλικό και θα πλουτίσει τις γνώσεις του σχετικά με την σπουδαία αυτή μάχη, η οποία στην ουσία έσωσε την Επανάσταση και την Ελλάδα και βέβαια ήταν η πρώτη ήττα τού, με ευρωπαϊκά πρότυπα οργανωμένου,  στρατού του Ιμπραήμ.
         Σε όλες σχεδόν τις επιστολές των Μανιατών προς το Εκτελεστικό και άλλους, αναφέρεται η έλλειψη τροφών μα κυρίως πολεμοφοδίων. Παρακάτω θα αναφέρω ενδεικτικά αποσπάσματα από μερικές επιστολές:
          «….ο αριθμός των στρατιωτών μας δεν είναι περισσότερος των τριών χιλιάδων ενώ του εχθρού είναι διπλούς………φροντίσατε να μας στείλετε τροφάς και πολεμοφόδια….». 23.6.1826.
         «…να μας προβλέψη όσον τάχος από τροφάς, πολεμοφόδια, πέτρας, και καράβια δια θαλάσσης…να μας στείλετε προσέτι και αλατζόπετρες, όχι όμως φράγκικες…».23.6.1826.
       «Ημείς πρώτον με του Θεού την βοήθειαν και δεύτερον με τους γενναίους στρατιώτας μας ευρισκόμεθα εξαίρετα, ώστε άλλον τινά δεν μας δειλιά, ειμή η έλλειψις τροφών και πολεμοφοδίων….τα χρήματα δεν μας ωφελούν εις τοιαύτας περιστάσεις, όσον αι τροφαί και τα πολεμοφόδια…διότι ως γνωστόν σας πυρίτις δεν υπάρχει εις την Σπάρτην……».27.6.1826.
         «……εις ταύτην την περίστασιν χρήζει να προβλεφθή όσον τάχος, ζωοτροφίας, πολεμοφοδίων, χαρτί δια τα φουσέκια, πανιά  δια τους λαβωμένους, πετζά δια τσαρούχια, ατζαλόπετρες, και τέσσερα κανοκιάλια να βλέπουν καθαρά….». 28.6.1826.
         Όταν λοιπόν δεν υπάρχουν πολεμοφόδια και ειδικότερα πυρίτιδα για να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποίησαν το πολύτιμο μπαρούτι για να φτιάξουν τύπο σαΐτας προκειμένου να απωθήσουν κάποια άλογα.
        Εκτός αυτού η «μάντρα» της Βέργας φτιάχτηκε στο σημείο εκείνο διότι μπροστά ήταν το ρέμα, υπάρχει μέχρι σήμερα, και ήταν αδύνατο για τα άλογα να το υπερπηδήσουν. Υπήρχε δηλαδή και φυσική, γενικότερα, οχύρωση.
        Ίδιες απόψεις με τον υπογράφοντα έχει κατά καιρούς εκφράσει ο δημοσιογράφος και ιστοριοδίφης Ηλίας Μπιτσάνης, μέσα από τις στήλες της εφημερίδος «Ελευθερία» στην οποία αρθρογραφεί. Γράφει σε ένα, από τα κατά καιρούς πολλά σχετικά άρθρα του, στις 12.4.2012: «Η προέλευση του εθίμου είναι άγνωστη και ουδεμία σχέση έχει με τους μύθους περί…Ιμπραήμ και πανωλεθρίας του ιππικού του εξ αιτίας των σαϊτών που έριχναν οι επαναστατημένοι Έλληνες. Η υιοθέτηση αυτού του μύθου κάπου στη δύση του μεσοπολέμου, αποτελούσε ουσιαστικά μια προσπάθεια «νομιμοποίησης» ενός εθίμου που κατά καιρούς διώχθηκε εξ αιτίας τού λαϊκού του χαρακτήρα.»
        Όμως πως είναι δυνατόν να διορθωθούν κάποιοι παλιοί τοπικοί μύθοι, σαν αυτόν για την προέλευση της σαΐτας από τη μάχη της Βέργας, από τη στιγμή που πανελλήνιοι μύθοι, σαν τη νίκη του Σπύρου Λούη στον μαραθώνιο του 1896 ή σαν την ύψωση του λαβάρου της αγίας Λαύρας από τον επίσκοπο Πατρών Γερμανό, που δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως πρόκειται για ιστορικούς μύθους, δεν πρόκειται ποτέ διορθωθούν; Πιστεύω πως δεν πρόκειται ποτέ να γίνει. Όμως δεν είναι κακό να πιστεύει κάποιος σε μύθους εφόσον τού ενισχύει το φρόνημα και τη σχέση του με την σαΐτα. Αυτό που έχει σημασία και αξία είναι πως το έθιμο του Σαϊτοπολέμου έχει στεριώσει από πολύ παλιά στην Καλαμάτα και στην ευρύτερη περιοχή.
         Ο Ηλίας Μπιτσάνης έχει φέρει στο φως της δημοσιότητος (εφημ. «Ελευθερία» αρ. φύλλου 8040/2003), την άποψη του Ορέστη Χρυσοσπάθη, γεννημένου στα 1878, ο οποίος σε σχετικό κείμενο του γραμμένο το έτος 1936, αναφέρει πως το έθιμο της σαΐτας υπήρχε στην Καλαμάτα και πριν του 1870. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα των γραφομένων του: «η προέλευσις του εθίμου αυτού του πελοποννησιακού δεν είναι γνωστή, όταν δε ηρωτήθησαν τοιούτοι παλαιοί σαϊτολόγοι ότι την συνήθειαν αυτήν ευρήκαν ως κληρονομίαν από προγενέστερους. Η σαίτα ως πυροτέχνημα που είναι ναι, εισήχθη κατ’ αρχάς εξ Ιταλίας πιθανόν, μέσω Πατρών ομού με άλλα πυροτεχνήματα…….οι Πελοποννήσιοι οι οποίοι και καθιέρωσαν ως συνήθειαν την οποίαν ούτε και τα καταδιωκτικά αποσπάσματα δεν κατόρθωσαν να καταργήσουν, ούτε ο ονομαστός διώκτης Μπαϊρακτάρης με τους ευσταλείς και αυστηρούς ευζώνους του….τις σαΐτες εθαύμασε και ο Βασιλεύς Γεώργιος όταν επεσκέφθη τας Καλάμας φιλοξενηθείς εις την οικίαν Μαρκοπούλου παρά την Φραγκολίμνην κατά το έτος 1887*….εκ των παλαιών αρχηγών γνωστοί ήσαν οι σαϊτολόγοι Καρνέρης, Κατασχετής, Χαλές, Καλαμάτας, Γαλλικός, Μανδραγούδας, Κουραμάνας και άλλοι….η συνήθεια αύτη χρονολογείται εντεύθεν του έτους 1870, συνεχίζεται δε και σήμερον, όχι όμως με το παλαιόν μένος και με τη γνωστή συνήθειαν να καίουν τον Ιούδαν έχοντες ως ομοίωμα τύπον παπά κρεμασμένον εις ένα ομοίωμα. Αι συνήθειαι αυταί όσον κι αν φαίνονται οπισθοδρομικαί, μας γνωρίζουν μίαν εποχήν κατά την οποίαν έζησε ένας κόσμος που τας ηκολούθησε, ο οποίος έθεσε τας βάσεις της σημερινής μεγάλης Καλαμάτας.»
*ενδελεχής έρευνά μου σε εφημερίδες της Αθήνας του έτους 1887με καθιστούν σίγουρο ότι η βασιλική οικογένεια το Πάσχα του έτους εκείνου παρέμεινε στην Αθήνα. Παρόλα αυτά από το δημοσίευμα του Χρυσοσπάθη δεν τεκμαίρεται ότι οι σαΐτες προς τιμήν του βασιλέως ρίχτηκαν Πάσχα. Με βάση μεταπασχαλινά δημοσιεύματα της ιδίας περιόδου στις ίδιες εφημερίδες, οι βασιλείς προγραμμάτιζαν επίσκεψη στην πόλη μας και σε άλλες της δυτ. Πελοποννήσου. Δεν είναι απίθανο να ήρθαν, μετά το Πάσχα, και προς τιμήν τους να «ρίχτηκαν» σαΐτες.
         Βέβαια ασφαλής χρονολογία ενάρξεως του εθίμου αυτού δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί. Πιστεύω πως το έθιμο του καψίματος του Ιούδα είναι πριν το 1821. Υπήρχε στις θρησκευτικές τελετουργίες και σιγά-σιγά, μαζί με τα τρομπόνια και τα άλλα εκρηκτικά και πυροτεχνήματα τύπου γκραβούρας Κέρκυρας (δες παραπάνω), δημιουργήθηκε η σαΐτα, αφού αυτή που υπάρχει στην γκραβούρα, οι καλαματιανοί την έπιασαν στα χέρια και την αναβάθμισαν. Την ανέλυσαν, την προχώρησαν πάρα πέρα με πολλών ειδών πυρίτιδες και υγρά, της βάλανε χωρίσματα και στουπώματα, την τριβέλισαν, της βάλανε φωνές, βρήκανε το ρυθμό της, «χορέψανε» μαζί της, οργανωθήκανε οι άνθρωποι σε ομάδες-μπουλούκια, ιεραρχήσανε τα μέλη τους, στήσανε τσαρδιά και κονάκια, ανακάλυψαν εργαλεία, κρύψανε μυστικά ο ένας από τον άλλο, φτιάξανε πατέντες και μάκαινες, ξοδέψανε χρήματα από την τσέπη τους, ανταγωνιστήκανε για ένα χειροκρότημα και έφθασε μέχρι σήμερα ένα έθιμο αλώβητο και μοναδικό, για γενναίους και μόνο, γνωριστήκανε μεταξύ τους άνθρωποι από όλες τις τάξεις, αφού δεν ήταν προνόμιο μόνο της λαϊκής τάξεως, και τελικά στο έτος 2013 βρισκόμαστε στο απόγειο της εφευρετικότητος για να είναι οι σαΐτες, δυνατές, ασφαλείς και αγαπητές από όλο τον κόσμο.
         Για να φτάσεις στο σημείο να ρίξεις σαΐτες καλαματιανές, νησιώτικες, ναζηρέϊκες και ντελιμεμέϊκες, πρέπει νάχεις ψυχή και νάσαι αποφασισμένος. Δυο μήνες προετοιμασία, χαρμάνια, χαρτόνια, λαιμοπινίγματα, καβίλιες, περμανίτες, στουπώματα, βαριές και καλέμια, χρόνος πολύς, κουβέντα και αδελφική φιλία, συμβουλές στους νέους και προτάσεις στους παλιούς, σέρτικο τσιγάρο, μπύρα και κρασάκι. Ώρες ατέλειωτες στο τσαρδί του καπετάνιου, κούραση και αγωνία, δοκιμές,δοκιμές,δοκιμές……ξαναχαρμάνιασμα,«φωνές»,τριβέλισμα.                 
         Τη Κυριακή τα μπουλούκια στο γήπεδο, στο χώρο που πρέπει. Ρούχα πρόχειρα, μάλλινα, στρατιωτικά και καμιά φουστανέλα. Κάποιοι ξεμπράτσωτοι. Μπερέδες, φεσάκια, τραγιάσκες. Γαρύφαλλα κόκκινα. Τα λάβαρα, οι κορνέτες, οι πιτσιρικάδες που θα πρωτορίξουν. Τα ταγάρια τίγκα στις σαΐτες. Οι έμπειροι έχουν δύο. Ανεπίσημα και με τη βοήθεια του Δήμου. Άμα κανείς καεί δεν τον ξέρουνε παρά μονάχα οι δικοί του. «Ρε τι το θέλουνε το νοσοκομειακό;». Οι γρουσούζηδες. Τα μπομπάκια τα πετάνε και βρέφη. Οι μερακλήδες πετάνε βαρελότα σαν κεφάλι μικρού παιδιού. Στο μπαμ μικρός σεισμός. Ο κυρ-Ηλίας να φωνάζει. Η κλήρωση, ήρθε η ώρα. Ο κύκλος, απέξω το κακό μέσα το καλό, ο καπετάνιος στη μέση, ο ψυχογιός να δώσει αβιζιώτη. Τα τσιγάρα στα χείλια. Φωνή «πάμε ρε». Το φούντωμα. Το ρίξιμο. Ο κίνδυνος. Η σχέση. Η αρμονία. Η κίνηση. Η έκσταση. 
o Θανάσης ο Κολόζης τις "ρίχνει" το 1998
          Πώς να ρίξεις σαΐτα άμα είσαι «μαλλί αγγέλου»; Πώς να τη κρατήσεις άμα δεν έχεις νεύρο; Πώς να σ’ ακούσει άμα δεν έχεις ζυμωθεί μαζί της; Πώς να «χορέψεις» με την αγαπημένη σου άμα δεν έχεις αίσθημα; Πώς να «χορέψεις» με τη σαΐτα σου άμα δε ξέρεις ζευμπέκικο; Πως να συγκεντρωθείς άμα γουστάρεις μόνο το φιγουριλίκι; Πώς να δεις τη φλόγα της ψυχής σου και τη φλόγα της άμα δε έχεις μισόκλειστα τα μάτια ; Πως να μυρίσεις τη μπαρούτη άμα είσαι «μυξιάρης»; Πώς να καταλάβεις ότι τελειώσανε οι «φωνές της» για να ξεβουλώσεις και να φουντώσεις όμορφα την επόμενη, άμα δεν ξηγιέσαι σοφράνο; Πώς να λαβώσεις τη ψυχή σου άμα δε την αγαπάς και δεν καίγεσαι; Πώς να σε πάρει σοβαρά ο άλλος άμα κάνεις παρέα με «σβηστούς» που ρετάρουνε και όχι με άντρες από τον Αγιάννη, τη Φυτειά, Ράχη, το Πέταλο, τον Αι-Σίδερη και λοιπούς «ακραίους»; Όλοι όσοι σας ξέρουν γνωρίζουν ότι το σερετιλίκι σας δεν είναι για επίδειξη.
         «Κοιτάξτε τους μυημένους. Μέση λυγίζει, γόνατα σπάνε, πόδια ψαλίδια, πλάτη σκυμμένη, κεφάλι χαμηλά, βλέμμα μακρινό, μυαλό σε έκσταση, χέρια φτερούγες. Μακρινή πτήση για 5 λεπτά. Άνθρωπος και σαΐτα. Έρωτας επικίνδυνος. Σε φοβίζει και σε τραβάει. Φωτιά, εξαγνισμού. Δύναμη αντρίκια. Ανταγωνισμός ατομικός και ομαδικός. Γαρύφαλλο στ’ αυτί, μάλλινα ρούχα ή ξεμπράτσωτοι, τραγιάσκες. Τραγούδι λαϊκό, γεμάτο καϋμούς, σεκλέτια, ψυχή πονεμένη, καρδιά με αισθήματα.     
σκυλί μονάχο ο Κυριαζής το 1998
         Ιχ, ιφ, αχ, βαχ. Στροφή, πέσιμο στα γόνατα-ανάλιες, το χέρι στο ταγάρι, άλλη μια, ξεβούλωμα, άναμμα, βάρδα φουρνέλο. Ατίθασο άλογο να ξεφύγει. Όχι. Άλλος ρίχνει από μια, άλλος δυο συγχρόνως. Συγχρονισμός. Και τα δύο χέρια δουλεύουν, το στόμα, τα δόντια, το μυαλό. Τα μάτια κοιτάζουν. Στον ιερό κύκλο. Σε απόσταση. Να μη χαθεί η φωτιά. Κάφτε με. Τι κάνουν οι άλλοι; Να δώσω φωτιά στο φίλο. Να πάει καλά το μπουλούκι. Αγωνία. Φυγή από την πραγματικότητα. Ένας χρόνος δουλειά και τρέξιμο για πέντε λεπτά ρίξιμο. Το ταγάρι αδειάζει. Τέλος. Έπεσαν όλες. Και του χρόνου ΜΑΓΚΕΣ, είμαστε όλοι γεροί. Πάμε τώρα στα σπίτια μας».
        Έτσι περιέγραφα το 1998 σε δημοσίευμά μου στο περιοδικό “Flash της Μεσσηνίας» και με τίτλο «Το Ζεϋμπέκικο της Φωτιάς», την πρώτη «εξ επαφής» γνωριμία μου με την σαΐτα. Και δεν έπεσα έξω. Μέχρι και σήμερα την ίδια εντύπωση έχω. Οι σαϊτολόγοι-σαϊτοφόροι «χορεύουν εσωτερικό ζεϋμπέκικο»*
* Ο  Ζεϋμπέκικος είναι χορός μοναχικός με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν θέλει να βλέπει κανέναν. Δικός του ο πόνος, ξέρει τον τρόπο να εκτονωθεί και δεν επιζητεί τον οίκτο. Δεν θέλει συνοδούς και παλαμάκια (ο πόνος και το πάθος του άλλου δεν αποθεώνονται). Κινείται σε μικρό χώρο (δεν απλώνει τη συμφορά του), άλλοτε λυγάει το κορμί (από το βάρος της θλίψης) και άλλοτε το ορθώνει (ο χορός τον στυλώνει, του αναπτερώνει το ηθικό). Πότε-πότε κλείνει τα μάτια (να μην βλέπει τίποτα,) την άλλη στιγμή τα μισανοίγει (να βεβαιωθεί ότι ζει). Μερικές φορές σηκώνει τα χέρια σαν φτερούγες (να πετάξει θέλει πάνω από τα ανθρώπινα προβλήματα), και άλλες στέκεται με τα χέρια ανοικτά (σαν σταυρωμένος). Στον αφανέρωτο πόνο του πέφτει κάτω με τα γόνατα και παίρνει ανάλιες (ζητάει βοήθεια από τη μάνα-γη), ισορροπεί ελάχιστα στο ένα πόδι (σε μια ισορροπία όλη του η ζωή), χτυπάει με την παλάμη του τη γη (ν’ ανοίξει  να μπει μέσα). Όταν κάνει στροφές-κύκλους, τις κάνει σχεδόν πάντα απ’ τ’ αριστερά (αντίθετα από τον αέναο  κύκλο της Γης, αντίθετα από τον καθωσπρεπισμό και τη Γήινη τάξη), και μόνο λίγες φορές απ’ τα δεξιά (σπάνια αποδέχεται και υπακούει στη νομοτέλεια). Κύκλους κάνει γύρω από τον εαυτό του (κρατάει τον πόνο και το πάθος μέσα και δεν το βγάζει έξω, δεν το εξωτερικεύει). Μερικές φορές οπισθοχωρεί με βήματα πίσω, μα σύντομα αλλάζει ρότα και πάει μπροστά (όπως στην καθημερινότητα πότε πάνω πότε κάτω, πότε πίσω πότε μπροστά). Αν κάποια στιγμή χτυπήσει τη φτέρνα του το κάνει για να βεβαιωθεί ότι ζει (ότι δεν έφαγε ακόμα το προθανάτιο βέλος και ότι εξακολουθεί να μένει άτρωτος και αθάνατος). Κάποτε, προτού σηκωθεί να χορέψει, χύνει λίγο από το κρασί του στη γη (σπονδή στις χθόνιες θεότητες αλλά και μήνυμα στους συγγενείς του Κάτω Κόσμου «πεθαίνω περιμένετέ με, ένα χορό ακόμα κι έρχομαι»). Κι όταν τελειώσει μένει εκεί, «στον τόπο». Δεν ξέρει αν πρέπει να συνεχίσει σαν άνθρωπος ή αν έγινε φασματικό όν. Νιώθει μόνο ότι «τελετούργησε», ότι τα έκανε όλα με μία.
 Χ.Ν.Ζερίτης-κείμενο σε πρόγραμμα χορευτικής παραστάσεως με θέμα το «Ζεϋμπέκικο», του Κέντρου Λαογραφικών Μελετών Καλαμάτας 2007.
το Ζεϋμπέκικο της Φωτιάς. ο Καραμανέας.
          Ερεύνησα το ψηφιακό αρχείο της εφημερίδος «Θάρρος» από το 1900 και μετά. Έχω βρει πάμπολλα στοιχεία που θα παρουσιάσω στον αναγνωστικό κοινό. Για φέτος θα δώσω μερικά δημοσιεύματα από τα πρώτα χρόνια του εθίμου, για τα οποία υπάρχουν αναφορές (στο «Θάρρος» και σε άλλες) σε εφημερίδες της εποχής. Βέβαια αυτό που θα γίνει αντιληπτό με τα παρακάτω δημοσιεύματα, είναι η μέχρι αυτοθυσίας μανία μικρών και μεγάλων για τα πασχαλινά εκρηκτικά έθιμα, παρόλο που ίσχυαν αστυνομικές απαγορεύσεις για την χρήση των εκρηκτικών.

«Θάρρος»   4.4.1900

ΟΛΙΓΗ ΚΟΣΜΙΟΤΗΣ ΕΞΩ ΤΩΝ ΝΑΩΝ
Εις όλους τους ναούς ιδία δε έξωθι του ναού του Αγίου Νικολάου καθ΄εκάστην εσπέραν των ολονυκτιών, αγυιόπαιδες συλλεγόμενοι βωμολοχούσιν αστεϊζόμενοι με μπαλαφουμάδες και σαϊτάκια, αποτελούντες δε αληθές πανδαιμόνιον πλήσσον σπουδαίως τους εν τοις ναοίς προσερχομένους και τους διαβάτας.
Καλόν είναι η Αστυνομία να λάβη πρόνοιαν δι ενός αστυφύλακος εις έκαστον ναόν, ίνα αποσοβώνται Τα έκτροπα ταύτα τα οποία άλλως κατά τας ημέρας ταύτας δεν έχουσι θέσιν ουδέ συγχωρούνται καθ΄ οιονδήποτε τρόπον.

«Θάρρος»  31.3.1901
ΤΟ ΘΥΜΑ ΤΗΣ ΠΥΡΙΤΙΔΟΣ
Χθες μμ σπαρακτικόν θέαμα έλαβε χώραν κατά την συνοικίαν της Φυτειάς. Εις το προαύλιον μιας οικίας ο μικρός παις του Γ.Δημόπουλου Θεμιστοκλής, εντός ενός ιγδίου εκ σιδήρου έτριβεν αφόβως τέσσαρας οκάδας πυρίτιδα δια να παρασκευάση σαΐτες. Εκ της προστριβής όμως η πυρίτις ήναψε και φοβερός κρότος ηκούσθη. Έτρεξαν αμέσως οι γείτονες προς το μέρος ένθα ηκούσθη ο κρότος και παρέστησαν προ θεάματος σπαραξικαρδίου. Το σώμα του δυστυχούς νέου είχεν υποστή σοβαρότατα εγκαύματα καταστάν τελείως αγνώριστον. Είχεν δε ανατιναχθή εις απόστασιν πέντε μέτρων παθόν εκ τούτου σοβαρόν κάταγμα της κεφαλής. Μετεφέρθη εις το φαρμακείον ένθα του παρεσχέθησαν αι πρώται βοήθειαι. Ελπίζεται δε η διάσωσίς του, διότι ευτυχώς τα εγκαύματα και το τραύμα δεν είναι επικίνδυνα και διεσώθη και η όρασις.

«Θάρρος»  31.3.1901
ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΚΑΙ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ
Χθες προ της σημάνσεως των κωδώνων δια τους επιταφίους εγένοντο εις την κάτω Πλατείαν τα πρώτα προακρούσματα των σαϊτοφόρων. Εξ’ όσων όμως έριξαν χθες το εσπέρας φαίνεται ότι εφέτος θα αποτύχουν τελείως. Τούτο ίσως οφείλεται εις τη αδεξιότητα των σαϊτοφόρων διότι όλοι εκείνοι οι παλαιοί, οίτινες συνετάρασσον άλλοτε την πόλιν, αποχώρησαν. Ενός μάλιστα χθες το εσπέρας έσπασε η σαΐτα και του επροξένησε διάφορα εγκαύματα.


«Θάρρος»  4.4.1901
ΠΕΝΝΙΕΣ-ΠΑΣΧΑ 1901
-Παρήλθον και αι εορταί του Πάσχα, ευτυχώς αναίμακτοι.
-Εάν μάλιστα δεν συνέβαινεν εκείνον το δυστύχημα εκ της πυρίτιδος εις τον μικρόν Δημόπουλον, θύμα του εθίμου των σαϊτών, θα ήτο ίσως η πρώτη φορά που το Πάσχα παρήρχετο εν τόση ησυχία.
-Και εις τους έξω Δήμους το Πάσχα εωρτάσθη εφέτος εν πλήρει ησυχία.
-Το Πάσχα εωρτάσθη λαμπρότερον και επισημότερον εις τους στρατώνας του ενταύθα Συντάγματος.
-Οι στρατιώται και οι υπαξιωματικοί ειργάσθησαν από του Σαββάτου δια τον καλλωπισμόν των στρατώνων.
-Ανηρτήθησαν παντού σημαίαι και εικόνες των προμάχων του ΄21.
-Ιδίως ο λόχος του κ. Κ.Μαυρομιχάλη είχε διασκευασθή καλλιτεχνικώτατα υπό την εποπτείαν των δύο ανθυπολοχαγών Σταμάτη και Χρυσοσπάθη.
-Καθ’ όλην την ημέραν του Πάσχα και την Δευτέραν οι στρατιώται εώρτασαν εν πλήρει ευθυμία και αγάπη συναδελφικά το Πάσχα.
-Και εφέτος εννοείται δεν υστέρησαν οι σαϊτολόγοι εις το κάψιμον των σαϊτών.
-Την Κυριακήν μ.μ. εις την Κάτω Πλατείαν εχάλασεν ο κόσμος.
-Το ευτύχημα είναι ότι παρ΄όλον το ευχάριστον θέαμα το οποίον παρουσιάζει το έθιμον αυτό ουδέν δυστύχημα συνέβη.
-Την επιτυχίαν εκάστης σαΐτας υποδέχοντο ακράτητα χειροκροτήματα, τουναντίον δε το σκάσιμον καμμιάς σαΐτας υπεδέχετο ένα βροντερό «γιούχα» και «φόλα».
-Και ο κόσμος απλήστως εθεάτο από των εξωστών της πλατείας και των πεζοδρομίων του τρομερού θεάματος.
-Εφέτος δε εις την επιτυχίαν των σαϊτών πρώτον βραβείον από χειροκροτήματα εδόθη εις τους Καλυβιώτας.
-Εννοείται ότι οι ανωτέρω έρριψαν καθ΄ ομάδας με διάρκειαν.
-Διότι ερρίφθησαν και άλλων μεμονομένως τουτ’ έστιν από τον γνωστόν Παναγιώτην, αλλ’ έπαθεν οικτράν αποτυχίαν.

Εφημερίδα «Φως» Καλαμάτας 5.4.1901
         Οι σαΐτες έδωσαν και πήραν εφέτος πολύ περισσότερον από τα άλλα έτη. Οι σαϊτολόγοι διηρημένοι εις αντίθετα στρατόπεδα, προηγουμένων σημαιών ελληνικών, γαλλικών, αγγλικών, λαβάρων, μασαλάδων και των εμβλημάτων των, εγένοντο κύριοι της Κάτω Πλατείας το απόγευμα της Κυριακής. Κατά τον πρόχειρον υπολογισμόν ανθρώπου ειδήμονος δια τις σαΐτες αυτές κατηναλώθησαν υπέρ τας 250 οκάδας πυρίτιδος, ήτοι πλέον των 800 δραχμών. Σαΐτες εν όλω ερρίφθησαν 300-350.

«Θάρρος» 17.4.1902
ΠΕΝΝΙΕΣ-ΠΑΣΧΑ 1902
-Παρήλθον και αι εορταί του Πάσχα ευτυχώς αναίμακτοι.
-Εάν μάλιστα δεν συνέβαιναν εκείνα τα εκ του εθίμου των σαϊτών καψήματα εις διαφόρους, το Πάσχα θα παρήρχετο μετά πρωτοφανούς ησυχίας.
-Και εφέτος εννοείται δεν υστέρησαν οι σαϊτοφόροι εις το κάψιμον των σαϊτών.
-Την Κυριακήν μ.μ. εις την κάτω πλατείαν εχάλασεν ο κόσμος.
-Παρ΄ όλον το ευχάριστον θέαμα το οποίον παρουσιάζει έσχε και τα δυσάρεστα.
-Ο σαϊτοπόλεμος είχε και τους τραυματίας του.
-Τους οποίους μετέφερον εις το φαρμακείον του κ. Κουτραφούρη.
-Ο κόσμος όμως ετέρπετο εις το θέαμα και την επιτυχίαν εκάστης σαΐτας υπεδέχετο με ακράτητα χειροκροτήματα, τουναντίον δε το σκάσιμον με γιουχαϊσμούς.
-Σχετικώς εφέτος ο σαϊτοπόλεμος δεν υπήρξεν επιτυχής διότι εξέλιπον οι ονομαστοί εις το είδος ήρωες.

Το 1903 όμως βρισκόμαστε προ της επισήμου απαγορεύσεως των πυροβολισμών (και πιθανότατα γενικότερα των κροτίδων). Διαβάστε το παρακάτω δημοσίευμα:

 «Θάρρος» Φύλλο 1209. Πάσχα 1903
ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΙΣ ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΩΝ
ΔΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
         Το είπε και το έκαμε. Τιμά τούτο την αστυνομίαν μας. Η άλλοτε πληθώρα εκείνων των πυροβολισμών ήτις εσήμαινε πόλιν εν εμπολέμω καταστάσει εξέλιπεν. Από της πρωίας αραιότατοι τινές ηκούσθησαν πυροβολισμοί ανά τα μεμακρυσμένας εκ των κέντρων συνοικίας της πόλεως, αλλά και ούτοι μετά καταδίωξιν συστηματικήν εξέλιπον.
         Το άγριον έθιμον μέχρι της στιγμής ταύτης καθ’ ήν γράφομεν τας ολίγας ταύτας γραμμάς περιεστάλη αξιεπαίνως, χάρις εις την δραστηριότητα και την επιμονήν της αστυνομίας.
         Απεδείχθη ούτω δια χιλιοστήν φοράν ότι ό,τι θέλει δύναται να κατορθώση η έχουσα θέλησιν αρχή.
         Εβεβαιώθη όμως συγχρόνως και το φιλόνομον των συμπολιτών μας, οίτινες αναγνωρίσαντες το ορθόν του μέτρου της αστυνομικής αρχής, ούτε καν επικράθησαν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων να παρίδωσι τας αστυνομικάς διαταγάς.
         Το πράγμα επομένως υπό δύο παρίσταται ευαρέστους απόψεις.

«Θάρρος 9.4.1903
ΘΑΥΜΑΣΙΟΝ ΠΑΣΧΑ ΕΝ ΘΟΥΡΙΑ-
ΑΝΑΦΛΕΞΙΣ ΠΥΡΙΤΙΔΟΣ
         Λαμπρόταται είναι αι ειδήσεις ημών εν σχέσει προς το εν Θουρία Πάσχα και δια ροκετών διασκέδασιν αυτόθι. Κατά τας εκείθεν πληροφορίας μας δια συνεισφοράς διαφόρων πολιτών συνελέγη ικανοποιητικόν ποσόν χρημάτων δια του οποίου ηγοράσθη ικανή ποσότης πυρίτιδος, ήτις θα εχρησιμοποιείτο δια την κατασκευήν ροκετών. Οι κατασκευασταί των πυροτεχνημάτων επεδόθησαν εις την τριβήν της πυρίτιδος ίνα καταστήσωσι ταύτην πρόσφορον προς τον σκοπόν των. Μέρος όμως της πυρίτιδος εκ της τριβής θερμανθέν ανεφλέγη μετά πατάγου και αφ’ ού κατέστησεν αγνώριστα τα πρόσωπα των ειδικών μεταδόν το πυρ και εις τους παρακειμένους της πυρίτιδος σάκκους ανέφλεξε και τούτους μετά πατάγου και κρότου ανατιναχθείσης της στέγης της καλύβης εν η εγίνετο η κατεργασία.
         Τα συμβάντα εν τούτοις ταύτα δεν ήρκεσαν να αποθαρρύνωσι τους επιληφθέντας του τοιούτου πανηγυρισμού του Πάσχα, αλλ’ εις το πέισμα της αναφλεγείσης πυρίτιδος ενηργήθη νέος έρανος και νέα εγένετο προμήθεια πυρίτιδος εκ Καλαμών, αλλ’ εν προκεχωρηκυία πλέον ώρα.
         Εν σπουδή ούτω μεγάλη κατεσκευάσθησαν ροκέται άτεχνοι και άνευ ασφαλείας, όταν δε ήλθεν η στιγμή δια να καούν, άλλη μεν θριμματιζομένη εκτύπα τα παριστάμενα και τρυφόντα επι τη θέα, άλλον έπληττεν εις τον πόδα και καθίστα αυτόν χωλόν και τρίτου τινός έθραυε τας πλευράς.
         Εωρτάσθη ούτω κατανυκτικώτατα το Πάσχα και εκάθησαν όλοι καλά και οι παθόντες…χειρότερα!

         Το Πάσχα του 1903 όμως διεξήχθη ο Σαϊτοπόλεμος με συνθήκες που περιγράφονται γλαφυρότατα από τον δημοσιογράφο της εφημερίδος με το ψευδώνυμο Ο-λις. Για πρώτη φορά απαντάται λεπτομερής περιγραφή, κάτι που και τα επόμενα χρόνια γίνεται, όπως θα διαβάσουμε σε μελλοντικές δημοσιεύσεις του γράφοντος, θεσμός. 

«Θάρρος» Πάσχα 1903
Ο ΠΡΟΧΘΕΣΙΝΟΣ ΣΑΪΤΟΠΟΛΕΜΟΣ
ΛΑΪΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ

         Ώρα 1 μετά μεσημβρίαν. Ο κόσμος αθρόος σπεύδει εκ των διαφόρων μερών της πόλεώς μας εις την κάτω πλατείαν, όπως απολαύση το θέαμα του σαϊτοπολέμου.
         Ώρα 1 και ημίσεια. Η πλατεία είνε πλήρης κόσμου, αγωνιώντος δια την μη εμφάνισιν εισέτι των σαϊτοφόρων. Οι εξώσται των εν τη πλατεία οικιών στέκουν υπό το βάρος της σεβαστής αντιπροσωπείας και των δύο φύλλων.
         Ώρα 2 παρά 20΄. Όμιλος σαϊτοφόρων διέρχεται την σιδηράν γέφυραν και εγκαθιδρύεται εις τα δυτικόν άκρον της πλατείας. Είναι οι Αβραμιώτες. Οι αγωνισταί προς στιγμήν μένουσιν αδρανείς και περιμένουν την έλευσιν και των άλλων κομμάτων, δια να αρχίσουν τον πόλεμόν των. Ο κόσμος όμως ανυπομονών τους παροτρύνει ν’ αρχίσουν αυτοί, καίτοι τα άλλα κόμματα δεν είχον εισέτι αφιχθή. Οι σαϊτοφόροι πείθονται εις τας προτροπάς.
        -Φωτιά, τότε βοά το πλήθος.
         Ως φωτιά λαμβάνεται το σιγάρον ενός κυρίου, ανάπτεται ένα σαϊτάκι και δι αυτού θέτουν εις μίαν σαϊταν. Αγρία βοή τότε διαχέεται εις όλην την πλατείαν. Το πλήθος των θεατών κρύπτεται εις τα στοάς των καταστημάτων. Δια της πρώτης σαΐτας μετεδόθη το πυρ εις όλας των σαϊτοφόρων. Οι πολεμισταί παρασυρόμενοι υπό της ορμής της σαΐτας διασπείρονται εις όλην την πλατείαν. Το θέαμα είναι έξοχον. Πανταχού σχεδόν της πλατείας φλόγες φοβεραί διαλάμπουν. Οι σαΐτες διαχύνουν την θηριώδη βοήν των, η οποία είχεν επιτύχει ολίγον το «μπού-μπού», όπως κοινώς λέγουν οι σαϊτοφόροι, και η επιτυχία του οποίου μετά της επιτευχθείσης δυνάμεως της σαΐτας εις τον συριγμόν, αποδίδει την νίκην εις τους πολεμιστάς.  Αλλά δια την επιτυχίαν του «μπού-μπού» είχον αναμίξει την πυρίτιδαν μετ’ άλλων υλών, αίτινες εσκόρπιζον αποπνικτικόν καπνόν. Ο καπνός διασκορπίζεται εις όλην την πλατείαν και εξ αυτού δεν δύναται τις να διακρίνει καλώς τι γίνεται εις το πεδίον του αγώνος καθώς και δεν δύναται να ίδη μήπως διατρέχει κίνδυνον τινά και να προφυλαχθή. Η στιγμή όμως είναι μεγαλοπρεπεστάτη. Οι πάντες αψηφούν τον κίνδυνον και πλησιάζουν τους πολεμιστάς. Ένα ανδρικό μένος βασιλεύει εις τας ψυχάς όλων. Μετά εν τέταρτον της  ώρας είχαν εξαντληθή οι σαϊτες των Αβραμιωτών.
         Αίφνης όμως μία βοή ακούεται ερχομένη εκ της στενωπού οδού, ένθα το κατάστημα του κ. Μιχ. Παπαδοπούλου, και μία σημαία, φέρουσα άγκυραν επιτυχώς ζωγραφισμένη, διαφαίνεται προς εκείνο το μέρος, κρατουμένη υπό υψηλού και επισήμου νέου.
        -Είνε ο Γιαλιώτες, οι γιαλιώτες….βοά εν αλαλαγμοίς ο άλλος. Όλοι αι γαβρυάδες τρέχουν εις προϋπάντησίν των. Διασχίζουν τέλος ούτοι υπερήφανα-υπερήφανα την πλατείαν και στρατοπεδεύουν και αυτοί εις το μέρος της σιδηράς γεφύρας.
         Μόλις είχον συγκεντρωθή όλοι. Και τότε ο πρώτος ο σημαιφόρος δίδει το σύνθημα του πολέμου. Οι πολεμισταί είνε πολλοί και οι σαΐτες των υπερμεγέθεις. Εν τούτοις η δευτέρα σαΐτα εκπυρσοκροτεί. Το τοιούτον πανικόν σκορπίζει εις τους θεατάς, οίτινες τρέχουν «πατείς με πατώ σε». Ευτυχώς ουδείς είχε πάθει. Ο σαϊτοπόλεμος εξακολουθεί και οι εύσωμοι γιαλιώτες με τας στιβαράς χείρας των τιθασσεύουν τις σαΐτες και δεν κλονίζωνται καθ’ όλου από την θέσιν των. Πολεμούν με ψυχραιμία Σπαρτιατών. Άλλ’ όμως δεν είχον πέσει πέντε σαϊτες, ότε έσκασε και άλλη.
         Η ώρα τρίτη. Είνε η ώρα του surprise. Και τι surprise! ξέρετε; Επί του πεδίου της μάχης ενεργόν μέρος μέλη εκ της εκλεκτής κοινωνίας της πόλεώς μας!
        Είνε όλοι γιομάτοι καρδιά και αίσθημα ανδρικόν. Απολαύσατε τα ονόματα εκείνων, ούς ηδυνήθημεν να αντιληφθώμεν,
         Οι κ.κ. Γ. Δικαιάκος, δικηγόρος και δημοτικός εισπράκτωρ, Αργύριος Παυλόπουλος έμπορος, Ν. Αντωνακάκης κτηματίας, Γ. Σκιάς καπνέμπορος, Γ. Καρδαράς κτηματίας, Κ. Πάτσος έμπορος και άλλοι.
         Πρώτος παίρνει φωτιά  ο κ. Δικαιάκος. Ευσταλής και ρωμαλέος κρατεί μεγαλοπρεπώς τη σαΐτα. Εξόχως επιτυχής δε αύτη. Ο κόσμος μετ’ εκπλήξεως παρατηρεί και γίνεται έξαλλος εκ του ενθουσιασμού του.
        -Ζήτω! Μπράβο, φωνάζουν όλοι.
         Χειροκροτήματα ραγδαία και ατελεύτητα εξέσπασαν. Ο ενθουσιασμός δεν περιγράφεται. Ομοβροντίαι από ζήτω και από χειροκροτήματα εφ’ ικανάς στιγμάς δονούν την ατμόσφαιραν. Σημειωτέον δε ότι οι σαΐτες των ήσαν θαυμάσιαι ως προς την δύναμιν, διό ήλθον οι…πρώτοι επιλαχόντες εις την νίκην, καθότι νικηταί ανεδείχθησαν οι κατασκευάσαντες εις αυτούς τις σαΐτες.
        Ώρα τρεις και ημισεία.
       -Οι Πεπαντήτες, ο Κουραμάνας!...φωνάζει το πλήθος.
       -Εδώ φωτιά, λέγει ο ένας.
       -Όχι στη γέφυρα, ο άλλος.
       -Όχι στη γέφυρα, ο τρίτος προσθέτει. Πέρυσι έρριξα τρεις σαΐτες εκεί πέρα και κόντεψα να σκάσω.
         Τέλος κατορθώνουν οι Πεπαντήτες ν’ αρχίσουν τον αγώνα εις το μέσον της πλατείας. Οι σαΐτες των δυνατώταται και χωρίς καμμία εξ αυτών να σκάση. Διαρκεί η φωτιά του σαϊτοπολέμου των εν τέταρτον. Εκείνο το θέαμα όμως, όπερ ήτο ωραίον και εξεκάρδιζε τον κόσμον στα γέλοια είναι τα κόκκινα φέσα και τα σακούλια των πολεμιστών, τα οποία είχον αναρτήσει επί του ώμου και ήσαν γεμάτα από σαΐτες.
ο μικρός φουστανελοφόρος το 1997
         Εν τούτοις επιτυχώς οι σαΐτες του κόμματος τούτου προκαλούν τον θαυμασμόν των θεατών και ιδίως των…ειδημόνων. Βλέπετε παντού υπάρχουν οι ειδήμονες!...
         Διαρκώς δε, εν όσω διήρκουν οι σαΐτες αυταί χειροκροτήματα, επιφωνήματα εκπλήξεως και αι ζητωκραυγαί έδιναν και έπερναν. Το τοιούτον δεν δύνανται να χωνεύσουν οι γιαλιώτες. Διό τρέχουν να πάρουν φωτιά από τους Πεπαντήτες για να εξακολουθήσουν τον διακοπέντα σαϊτοπόλεμόν των. Οι Πεπαντήτες όμως αρνούνται να τοις δώσουν. Οι γιαλιώτες εξοργίζονται και αποτείνουν προς τους αντιθέτους προσβλητικάς λέξεις. Συγχρόνως δε, χωρίς κανείς να προφθάση να εννοήση τι συμβαίνει, εξάγονται περίστροφα και ξιφολόγχαι εις τον αέρα και ράβδοι κρατούνται αιωρημέναι. Μία ανέκφραστη αγωνία κατέλαβε τότε τους πάντας. Όλοι προβλέπουν φοβεράν αιματοχυσίαν.
         Εκ του εξώστου του δημαρχιακού καταστήματος, φωνάζει ο βουλευτής κ. Μαυρομιχάλης.
         Εγκαίρως όμως αντιλαμβανόμενος ότι ουδέν ηδύνατο μακρόθεν, κατέρχεται εν σπουδή και παρεντιθέμενος μεταξύ των εκατέρωθι απειλουμένων συνιστά αμέσως να αρχίση φωτιά όπερ και γίνεται.
          Ευτυχώς διασκεδάζεται ούτω το πράγμα και απεσοβούνται απευκτοία..
          Υπελείποντο οι Αγιανήτες. Αλλ’ από το κόμμα αυτό έλειπον μαχηταί και αντ’ αυτών ήσαν σχεδόν όλο παιδάκια δεκατριών ή δεκατεσσάρων ετών ηλικίας. Εν τούτοις τα παιδάκια ταύτα προκαλούν τον θαυμασμόν όλων διά την αντοχήν των και δια το ασυμβίβαστον προς την ηλικίαν των αψήφησιν του κινδύνου. Σημειωτέον όμως ότι παρ’ ολίγον να γείνουν πρόξενοι δυστυχημάτων, διότι οι σαΐτες έφευγον από τα χέρια τους και ηπείλουν να καύσουν τους θεατάς. Μία σαΐτα μάλιστα εκφυγούσα έκαψε πολλών τα ενδύματα και προ πάντων πανταλόνια αρκετά.
         Ο σαϊτοπόλεμος σχεδόν είχε τελειώσει όταν παρατηρείται αναστάτωμα εις τον εξώστην ένθα το ραφείον Αναστασοπούλου. Κυρίαι κατεπτοημέναι εξέρχονται και προσπαθούν να κλείσουν την θύραν.
         Εν αρχή λέγεται ότι πρόκειται περί πυρκαϊάς, είτα δε περί καυγά.
         Αληθές ήτο το δεύτερον. Δεν εβεβαιώθη μόνον αν επρόκειτο περί καυγά ανδρικού ή γυναικοκαυγά.

         Για φέτος όμως τελειώνω εδώ. Ελπίζω του χρόνου η φιλόξενη εφημερίδα «Θάρρος», που συνεχίζει την μακραίωνη ιστορία της, να δεχθεί για δημοσίευση την συνέχεια της έρευνάς μου.-

Χρήστος Νικολάου Ζερίτης
8.4.2013


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου