Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

ΞΑΜΟΝΙΑ-ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ Μ.ΠΕΜΠΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ

-->
«ΤΑ ΞΑΜΟΝΙΑ»
ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ Μ. ΠΕΜΠΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Κ' ύστερα ακόμα να 'ναι ελιές, και νάναι κυπαρίσσια,
σκυμμένα νάναι και το φως τ' αχνό να προσκυνάνε,
να τόνε περιμένουνε στον κάμπο τα ξωκλήσια
Και την καμπάνα τους μακριά οι αγγέλοι να χτυπάνε…

                                            Απόσπασμα από ποίημα του Λάμπρου Πορφύρα για τον Αλ. Παπαδιαμάντη. 

         Είναι σίγουρο πως η Ελλάδα είναι η μοναδική ορθόδοξη χριστιανική χώρα που έχει τόσα πολλά ξωκλήσια. Τα Εξωκλήσια, μικροί ναοί που βρίσκονται στο ύπαιθρο των χωριών και των πόλεων, είναι τόποι ευλαβικής αναφοράς, οικογενειακής παράδοσης και προστασίας των ανθρώπων, αυτών που στην προηγούμενης φάσης της πολιτιστικής μας ζωής είχαν ενεργές τις παραδόσεις. Κυρίως οι άνθρωποι των χωριών ή των ακραίων συνοικιών των πόλεων ήταν αυτοί που τα έχτιζαν και τα συντηρούσαν με αφορμή κάποια τάμα ή ένα όραμα ή ψυχική ανάγκη. Χτίστηκαν με προσωπική εργασία και έξοδα, επιπλώθηκαν, στολίστηκαν και εξωραΐστηκαν από τους κτήτορες και από αυτούς που πίστεψαν στη δύναμη που έχει η πίστη ώστε να μαλακώνει τα πάθη, να συμπονά τον αδικημένο, να χαρίζει ελπίδα στον απογοητευμένο, να προσφέρει καταφύγιο στον διωγμένο και να παρηγορεί τον πικραμένο.  
         Αναρωτήθηκα πολλές φορές το γιατί οι άνθρωποι έφτιαξαν τα ξωκλήσια και τα εικονοστάσια στους δρόμους σε μέγεθος μικρό. Δεν έβρισκα ορθολογική απάντηση μέχρι που έλυσα την απορία μου. Ο μπάρμπα Γιάννης από την Αλαγονία μού είπε για τον λόγο που χτίστηκε ο Προφήτης Ηλίας στην Πάνω Μεριά της Αλαγονίας. «Κάποιος από το χωριό μας σκότωσε κατά λάθος τον φίλο του Ηλία σε αυτό το σημείο και γι αυτό έχτισε το ξωκλήσι στη μνήμη του». «Τι είναι τα ξωκλήσια;» τον ρώτησα. «Εκκλησίες, αλλά είναι πιο κοντά στον άνθρωπο, εξωτερικά και εσωτερικά. Ανάγκη του ανθρώπου να έχει τον Χριστό και τους Αγίους πιο κοντά στο ανάστημά του».
«……-Έ! Πανάγο, γείτονα, δεν ξέρουμε, βλέπω, τί λέμε… Που είμαστε ημείς ικανοί να τα καταλάβουμε αυτά!… Άλλο το γενικό και άλλο το μερικό και το τοπικό, Πανάγο… Η βαρυχειμωνιά γίνεται για καλό, και για την ευφορίαν της γης και για την υγείαν ακόμα. Ανάγκη ο Χριστός δεν έχει να πάνε να τον λειτουργήσουνε… Μα όπου είναι μία μερική προαίρεσις καλή, κ έχει κανείς και χρέος να πληρώση, ας είναι και τόλμη ακόμα, και όπου πρόκειται να βοηθήση κανείς ανθρώπους, καθώς εδώ, εκεί ο Θεός έρχεται βοηθός, και εναντίον του καιρού, και με χίλια εμπόδια… Εκεί ο Θεός συντρέχει και με ευκολίας πολλάς και με θαύμα ακόμα, τί νομίζεις, Πανάγο;… Έπειτα, πως θέλεις να κάμη ο Χριστός καλόν καιρό, αφού άλλες χρονιές έκαμε κμεις από αμέλεια δεν πήγαμε να τον λειτουργήσουμε;…………………. Ο ιερεύς εψιθύρισε μετ ενδομύχου συγκινήσεως το, «Εισελεύσομαι ειις τον οίκον σου», κ η θεια το Μαλαμώ, αφού ήλλαξε την φστάνα της την βρεγμένην κ εφόρεσεν άλλην στεγνήν και το γνάκι της το καλό, τα οποία ευτυχώς είχεν εις αβασταγήν καλώς φυλαγμένα υπό την πρώραν της βάρκας, έδεσε μέγα σάρωθρον εκ στοιβών και χαμοκλάδων και ήρχισε να σαρώνη το έδαφος του ναού, ενώ αι γυναίκες αι άλλαι ήναπταν επιμελώς τα κανδήλια, και ήναψαν μέγα πλήθος κηρίων εις δύο μανουάλια, και παρεσκεύασαν μεγάλην πυράν με ξηρά ξύλα και κλάδους εις το προαύλιον του ναού, όπου εσχηματίζετο μακρόν στένωμα παράλληλον του μεσημβρινού τοίχου, κλειόμενον υπό σωζομένου ορθού τοιχίου γείτονος οικοδομής, κ εγέμισαν άνθρακας το μέγα πύραυνον, το σωζόμενον εντός του ιερού βήματος, κ έθεσαν το πύραυνον εν τω μέσω του ναού, ρίψασαι άφθονον λίβανον εις τους άνθρακας. Και ωσφράνθη Κύριος ο Θεός οσμήν ευωδίας.
Έλαμψε δε τότε ο ναός όλος, και ήστραψεν επάνω εις τον θόλον ο Παντοκράτωρ με την μεγάλην κ επιβλητικήν μορφήν, και ηκτινοβόλησε το επίχρυσον και λεπτουργημένον με μυρίας γλυφάς τέμπλον, με τας περικαλλείς της αρίστης βυζαντινής τέχνης εικόνας του, με την μεγάλην εικόνα της Γεννήσεως, όπου «Παρθένος καθέζεται τα Χερουβείμ μιμουμένη», όπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αι μορφαί του θείου Βρέφους και της αμώμου Λεχούς, όπου ζωνταναί παρίστανται αι όψεις των αγγέλων, των μάγων και των ποιμένων, όπου νομίζει τις ότι στίλβει ο χρυσός, ευωδιάζει ο λίβανος και βαλσαμώνει η σμύρνα, και όπου, ως εάν η γραφική ελάλει, φαντάζεταί τις επί μίαν στιγμήν ότι ακούει το, Δόξα εν υψίστοις Θεώ!»
         Το παραπάνω κείμενο του Παπαδιαμάντη, απόσπασμα από το διήγημα «στο Χριστό στο Κάστρο», είχα για πολλά χρόνια στο μυαλό μου. Πίστευα πως όλες αυτές οι θρησκευτικές συνήθειες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί και ότι ήταν πολύ τυχεροί όσοι τις έζησαν. Όταν ο Ηλίας, που τον επισκέφτηκα να μου μιλήσει για τον Ιούδα του Αβραμόγιαννη, μου είπε για «τα Ξαμόνια», ξαφνιάστηκα. Δεν είχα ακούσει ποτέ τίποτε, παρόλο που ζω πενήντα χρόνια κοντά στην περιοχή που «ζει» το παρακάτω έθιμο.
         «Τα Ξαμόνια (σημ. παράφραση της λέξεως Ξωμόνια, δηλ. ξωκλήσια που είναι «έξω μόνα ή μοναί») είναι έθιμο που γίνεται την Μεγ. Εβδομάδα. Πρόκειται για την μετακίνηση πιστών προς τα ξωκλήσια της βόρειας Καλαμάτας. Ειδικότερα αυτά που υπάρχουν βόρεια της συνοικίας Καλύβια. Όσοι γνωρίζουν το έθιμο και το ακολουθούν μαζεύονται την Μ. Πέμπτη γύρω στα μεσάνυχτα  στη θέση «Κουφού ελιές» ...μαζεύονται πάνω από 1000 άτομα συνολικά…το έθιμο είναι παλιό, κανείς από μας που το κάνουμε δεν ξέρουμε πότε άρχισε…εγώ είμαι επικεφαλής της πορείας που ξεκινάει από του Κουφού τις ελιές. Πριν από μένα, και μέχρι το 1964, ήταν ο Νίκος Δήμιζας. Και πριν απ’ αυτόν άλλος. Μέχρι το 1988 μαζευότανε άλλη μια τέτοια ομάδα πιστών στην περιοχή της ταβέρνας του Πολίτη. Συναντιόμασταν και πηγαίναμε αντάμα. Τώρα σημείο συνάντησης είναι του «Κουφού οι ελιές» και όταν ξεκινήσουμε περνάμε από την περιοχή ταβέρνας του Πολίτη και μας ακολουθούν όσοι περιμένουν σε εκείνο το σημείο.
         Σκοπός μας είναι να επισκεφθούμε τα ξωκλήσια-ξαμόνια και να  ψάλουμε ύμνους της Μεγ. Εβδομάδος. Τις προηγούμενες μέρες πολλές γυναίκες πηγαίνουν σε αυτά τα ξωκλήσια και τα συγυρίζουν. Λυπόμαστε γιατί αυτά τα εκκλησάκια σπάνια λειτουργούνται και λίγοι άνθρωποι τα επισκέπτονται τις καθημερινές. Και αυτοί που τα χτίσανε, όσοι ζουν πια, δεν πάνε παρά μόνο στη γιορτή τους. Μας δίνεται η ευκαιρία λοιπόν αυτές τις μέρες να τα περιποιηθούμε και να τα ζωντανέψουμε με την επίσκεψή μας.
         Όταν μαζευτούν οι άνθρωποι ξεκινάμε, συναντιόμαστε με την άλλη ομάδα, και όλοι μαζί πηγαίνουμε την παρακάτω πορεία επισκέψεως των «ξαμονιών» : Ευαγγελίστρια, Αγ. Θόδωροι, Αγ. Νικόλαος, Εισόδια Παναγίας, Αγία Αικατερίνη, Προφήτη Ηλία Σανατορίου, Αγία Σωτήρα, Άγιο Νεκτάριο, Άγιοι Ανάργυροι, Άγιος Χαράλαμπος, Άγιος Θανάσης και Βελανιδιά. Τα τελευταία χρόνια στα δύο τελευταία δεν μπορούμε να πάμε γιατί είναι φραγμένα κτήματα Η επιστροφή μας στην Καλαμάτα γίνεται τις πρώτες πρωινές ώρες από τον δρόμο του Πετάλου.
         Υπάρχει, κατά την διάρκεια της πορείας, έντονη θρησκευτικότητα και όταν ο κόσμος σταματά έξω από τα ξωκλήσια για να ψάλλουν τροπάρια είναι πολύ συγκινημένος.»
        Πιστεύω πως λαϊκά έθιμα  στις πόλεις, σαν αυτό που εν συντομία περιγράφεται παραπάνω, λίγα υπάρχουν. Αυτό ίσως να οφείλεται πως το θρησκευτικό συναίσθημα υπάρχει ακόμη έντονα στους ανθρώπους που ζουν σε πόλη αλλά δεν έχουν αστικοποιηθεί ακόμη. Ένας επίσης λόγος ίσως να είναι πως η πλειοψηφία των συμμετεχόντων σε αυτή τη θρησκευτική πορεία προέρχεται από άτομα που ζουν στις ακραίες συνοικίες της Καλαμάτας, οι οποίες διατηρούν την σχέση τους με την ύπαιθρο έχοντας κτήματα ή και μεγάλες αυλές. Πάντα οι άνθρωποι της υπαίθρου είχαν πιο στενούς δεσμούς με τα ξωκλήσια και επηρεάζονταν περισσότερο από την πνευματικότητα των ημερών του Πάσχα.-

Χρήστος Νικ. Ζερίτης
8.4.2013
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου