Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

ΣΑΪΤΟΠΟΛΕΜΟΣ. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ ΚΑΙ ΜΠΑΪΡΑΚΤΑΡΗΣ

Ο ΕΦΕΥΡΕΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΗΣ ΣΑΪΤΑΣ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΠΑΪΡΑΚΤΑΡΗΣ
Στη μνήμη του Νίκου Τσιφόρου.
Διήγηση-φανταστική-του Λυκούργου Τρομπονέα στα παιδιά της πιάτσας. Βασίζεται σε πραγματικά περιστικά από τις έρευνες του Χρήστου Νικ. Ζερίτη.
«Ο Χρήστος ο Αρβανιτάκης ήτανε από τους Δολούς. Είχε ένανε τεκέ στου Στραβοσκιάδη του «συμβόλαια» απέναντι στη Πεπαντή. Ωραίος και πρόσβαρος μάγκας. Με είχε ψυχοπαίδι του. Αυτός βρήκε τη καλαματιανή Σαΐτα. Το 1885 έφυγε για την Αθήνα. Θάχε πενηνταρίσει και, τότε. Έγινε τσιρίμπασης κάτω στο Μεταξουργείο. Είχε κάνει τα φονικά του, αλλά λίγο έμεινε στη μπουζούρα καθότι προσωπικός φίλος και οπαδός του Δεληγιάννη. Είχε αδειάσει τρεις φορές το Μπάγκειον, το καφενείο στην Ομόνοια. Και το Μπάγκειον δεν το άδειαζε ο πάσα ένας. Τον έτρεμε όλη η μαγκιά. Έμπαινε στο καφενείο, έβαζε την μπιστόλα πάνω στο τραπέζι και έλεγε στο γκαρσόνι «φέρε μου ένα βαρύ γλυκό στο χοντρό και γουστάρω να τόνε πιώ μονάχος μου». Όσοι ήτανε θαμώνες, είτε σκληροί είτε νοικοκυραίοι, γινόντουσαν καπινός, καθόσον δεν τα βάζεις με τους σιδερένιους. Σ’ ένανε μια βολά, που ήτανε κουφαηδόνης και έμεινε, του’ βαλε την κάμα στον λαιμό και του’ πε «ή τραβήξου στα σκοτεινά ή σε ρίχνω στο σκοτάδι», τρέχει ακόμα να κρυφτεί. 
"Ο Σαϊτομάχος". Του Ευάγγελου Δράκου. 1958

Ο Χρήστος όταν ήτανε στη Καλαμάτα είχε και πάρε δώσε με τα μπασκίνια γιατί το 1875 τονε πιάσανε με 15 βαρέλια μπαρούτια και τα κατάσχανε όλα.
Λίγους χρόνους μετά πλάκωσε μπιστολιές τον σκληρό τον Μπαϊραχτάρη με τ’ αποσπάσματά του, κάτι βλάχους ρουμελιώτες, που μπήκε στον τεκέ να του κάνει τσιριμόνιες. Του τάχε και μαζεμένα γιατί ο βλάχος κυνήγαγε το παιδιά της φάρας που ρίχνανε σαΐτες και κάνανε κοντραμπάντα. Επειδή μυρίστηκε τα δύσκολα, γιατί ο Αστυνόμος δεν μάσαγε εύκολα, έφυγε για την Αθήνα να ξεχαστεί η αβανιά. Έκανε χοντρό κουμάντο σε Ομόνοια και Μεταξουργείο. Αργότερα ο Δεληγιάννης έδωσε αμνήστες στους φυγοδίκες και ο Χρήστος βγήκε αφρός. Παντρεύτηκε τη χοντροκαπουλάτη τη Ζαμπέτα, άνοιξε σπιτικό και ψώνιζε το Σάββατα κιλότο και σαφρίδια από την αγορά. Ίσιωσε και άνοιξε το καφενείο στο Παλλάδιο στην Πανεπιστημίου. Παρέμεινε μάγκας και μπεσαλής και πάντα μας έστελνε προυσιώτικα καϊνάρια που φέρνανε οι κοντραμπατζήδες. Ο Πρώτος.
Σας είπα πριν για τον Μπαϊραχτάρη τον χωροφύλακα. Ακούστε με καλά γιατί τονέ γνώρισα. Σα δυο βόδια χοντρός, αχαμνός, αλλά άγριος με μισό στρέμμα μουστάκα, σκληρός σα νταμαρόπετρα, άσσος στο σημάδι. Ταγματάρχης. Τονε φοβότανε όλη η ’Φήλιος. Κουβαλήθηκε το 1883 στην Καλαμάτα γιατί οι χωριάτες τόχανε ρίξει στη ληστεία και οι πολιτικοί είχανε δώσει ελευθερία στα τσιράκια τους τα κομματόσκυλα και δέρνανε τον κοσμάκη. Κουμαντάριζε ολόκληρο τάγμα Ευζώνων. Καβαλάγανε και κάτι αλόγατα ίσαμε ένα σπίτι το καθένα. Πλάκωσε στις φάπες αυτούς που έβαλε στο μάτι. Μας κάθισε στο σβέρκο μέχρι το 1885.

Ρε μπελάς που μας κατσικώθηκε με δαύτονε. Μια βολά που κυνήγαγε στις Κουταλέϊκες στάνες ένα ληστή από τη Βελιγοστή, τον Δοξαρά, τον έπιασε και γύριζε πασχαλιάτικα στην Καλαμάτα. Πέρασε από τα Καλύβια κι έπεσε πάνω στην στιγμή που ο Καρνέρης έριχνε σαϊτες. Τονε μπουζούριασε κι αυτόνανε. Οι μάγκες πήρανε ανάποδες. Δοποιήσανε τον Αρβανιτάκη. Πήγε ο Χρήστος στο ευζωνικό, τονε βρήκε και του ζήτησε να τον αμπολήκει. Ο Μπαϊραχτάρης του μίλησε προσβλητικά και του Χρήστου γύρισε το μάτι. Μετά από δυό μέρες ο χοντρός πήγε στα Καλύβια και έδειρε όλους τους Καρνέρηδες, βούτηξε τις μπαρούτες και έσπασε τα βαγένια με δυο χιλιάδες οκάδες κρασί από το χάνι του Καρνέρη. Αμάν, θα σκοτωθούμε. Μπουκάρει μια βραδιά στον τεκέ του Αρβανιτάκη και σπάζει λουλάδες, γκρεμίζει πόρτες. Κείνη την ώρα ‘ρχότανε ο Χρήστος. Με το που βλέπει το ρημαδιό, μπαίνει μέσα, βγάζει τη διμούτσουνη και ρίχνει στον Μπαϊραχτάρη. Μέσα στο χαμό δεν τον πέτυχε. Τον τσακώσανε, αλλά πέσανε πάνω στις φουστανέλλες οι μάγκες και κατάφερε ο τζες να γίνει μπουχός. Το άλλο Πάσχα προκλητικός ο Μπαϊραχτάρης ξαναπήγε στα Καλύβια μεσημεριάτικα. Δόθηκε σύρμα και βγήκανε μπροστά κάτι ντερβίσα και αμπολήκανε σαϊτες. Χεστήκανε τ’ άλογα, κατουρηθήκανε τα ευζωνάκια, πέσανε και κάτι μπαταριές, κάνανε πίσω οι χωροφύλακες, μετά όμως τους πήρανε φαλάγγι και λακήσανε οι Καλυβιώτες, γκρέμισε τους φούρνους, πάνε τα ψητά, κλέγανε τα παιδιά, σκούζανε οι γριές, παρακαλούσανε οι μάνες, μαντάρα το Πάσχα. Από τότενες δεν άφησε τη μαγκιά και τη σαϊτα σε χλωρό κλαρί. Ούτε εμείς κάναμε πίσω, ούτε κείνος. Ευτυχώς που το 1886 τον καλέσανε να πάει στην Αθήνα να ξεριζώσει τη ντόπια μαγκιά και γλυτώσαμε εμείς, αλλώτικα θάχαμε τραβηχτεί σα τα σαντεκλέρια. Αυτάαα με τον χοντρό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου