Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Η ΕΛΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΗΣ* (Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ)

-->
Η ΕΛΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΗΣ*
(Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ)
-Κείμενο του Νικόλαου Πολίτη που δημοσιεύθηκε στον Α΄ τόμο της «Λαογραφίας» το 1909. Ο τίτλος του παρακάτω κειμένου τέθηκε από τον αναρτήσαντα, διότι ο συγγραφέας το είχε συμπεριλάβει σε γενικότερο τίτλο «Λαογραφική επιθεώρησις).
-Αναζητώντας την επισκέφθηκα τον Απρίλιον 2012 την περιγραφόμενη περιοχή και ρωτώντας βρήκα το σημείο που υπήρχε. Και γράφω υπήρχε διότι πριν 8 χρόνια η ιδιοκτήτρια του κτήματος την έκαψε, παρόλο που γνώριζε την σημαντικότητά της (όπως μου δήλωσε).Χ.Ν.Ζ.

         Πολλήν τουναντίον σπουδαιότητα έχουσιν αι υπό Θ. Γούνα δημοσιευόμεναι πέντε μεσσηνιακοί παραδόσεις, αίτινες ηδύναντο να συγχωνευθώσιν εις μίαν, αναφερόμενοι πάσαι εις τεραστίαν το μέγεθος αγριελαίαν, φυομένην εν μέσω συκώνος «κειμένου παρά την δημοσίαν οδόν την άγουσαν από Μεσσήνης (εννοεί βεβαίως την επισή­μως ούτω μετονομασθείσαν κωμόπολιν Νησί) εις την μονήν Βουλκάνον».  Το δένδρον τούτο πιστεύουσιν, ως συνάγεται εκ των δημοσιευομένων παραδόσεων, ότι. είναι στοιχειωμένο. Διηγούνται δ' ότι ο προ εξηκονταετίας   συνταράξας   την  Μεσσηνίαν   δημεγέρτης   μοναχός Παπουλάκης έλεγε περί αυτού: «Βλέπουτε αυτήν την αγριλιά; Θαρθή καιρός, που θα πινιγή εδώ το μουσκάρι 'ς το αίμα». Ανέφερε δη­λονότι εις την αγριελαίαν εκείνην την παράδοσιν περί της μεγάλης αιματοχυσίας που θα γίνη κατά την εκδίωξιν των Τούρκων. (Βλ. Παραδόσεις σ. 672). Και νυν οι διερχόμενοι εκείθεν εν ώρα νυκτός δεν τολμώσι να ομιλήσωσιν, εκ φόβου μη τους πάρη τη φωνή το στοιχειό, μόνον δ' όταν «περάσουν τα όριά του» δεν έχει δύναμιν να τους βλάψη. (Πρβλ. Παραδόσ. σ. 449). Οι επιχειρήσαντες να την κόψωσιν έπαθον κακά, ότε δ' ο Ιμπραϊμ κατά την εκστρατείαν του εις Πελοπόννησον, μαθών τούτο, διέταξε να την κατακάψουν ενώπιόν του, οι δύο Αράπηδες στρατιώται, εις ους ανετέθη το έργον, ευθύς ως έπληξαν την ελαίαν δια των πελέκεων έπεσαν λιπόθυμοι1). Ο Ιμπραΐμ οργισθείς ήθελε να την καύση, άλλ' ησθένησε. Τότε προσελθόντες προς αυτόν τρεις χωρικοί, «υπεσχέθησαν να τω δείξωσι μέγαν κεκρυμμένον θησαυρόν (υπό την ελαίαν), υπό τον όρον να διορίση αυτούς εν τω χωρίω των δημογέροντας και να τους δώση εκ του θησαυρού το ανήκον». Εβεβαίουν δ' οι χωρικοί ούτοι ότι πολ­λάκις είδον την νύκτα Αράπην, οδηγούντα εις βοσκήν τον θησαυρόν εκείνον. Ο Ιμπραΐμ επέτρεψε την αναζήτησιν του θησαυρού και διέταξε πολυάριθμους στρατιώτας να σκάψωσι τον αγρόν, άλλ' επειδή δεν ευρέθη τίποτε εφόνευσε τους χωρικούς και ενέπηξε τας κεφαλάς των επί της ελαίας. Και προ ολίγων ετών νέα ανασκαφή έγινε προς ανεύρεσιν του θησαυρού, και αύτη άνευ αποτελέσματος, ο δε κύριος του κτήματος, μη τολμών να εκριζώση την αγριελαίαν, αφήνει εκ δεισιδαίμονος φόβου μεγάλην έκτασιν γης περί αυτήν χέρσον. Η αγριελαία εκείνη καλείται υπό των Μεσσηνίων, κατά την βεβαίωσιν του γράφοντος «η ερωμένη του βασιλιά», αν και η λέξις ερωμένη είναι άγνωστος εις τον λαόν. Λέγεται δε περί αυτής, ότι ήτο άλλοτε νεαρά ποιμενίς και μετεμορφώθη εις δένδρον διά τινα ασεβή  πράξίν  της. Άλλ' εις την    διασκευήν   εις   καθαρεύουσαν   της παραδόσεως τοσαύτα αναμιγνύονται, στοιχεία μη δημώδη, ώστε αδυ­νατείς να διακρίνης τίνα τούτων προσετέθησαν υπό του συλλογέως και τίνα προήλθον εκ της επήρειας λογίων ή εκ μαθητικών αναμνή­σεων. Διότι αναφέρονται και Είλωτες, και γερουσιασταί της Σπάρτης (αν και οι αποτελούντες την σπαρτιατικήν γερουσίαν ουδέποτε ελέγοντο γερουσιασταί), και νόμοι σπαρτιατικοί και ιερόν του Ιθωμάτα Διός, και χρησμοί. Αποκαθαιρομένη δε η παράδοσις κατά το δυνατόν του περιττού φόρτου,  έχει ως εξής:
         Εις την Σπάρτην νεαρός βασιλεύς ηγάπα νεαράν ποιμενίδα Ειλωτίδα, την οποίαν σφόδρα ελυπείτο ότι δεν ηδύνατο να νυμφευθή, διότι «οι σπαρτιατικοί νόμοι ετιμώρουν δια θανάτου την μετά των δούλων επιγαμίαν». Τον ηγάπα δε και εκείνη και συνηντώντο καθ' εκάστην οι δυο ερασταί παρά τας όχθας του Ευρώτα επί πολύν χρόνον μέχρις ότου ενηλικιωθέντος του βασιλέως οι Σπαρτιάται ηξίωσαν να νυμφευθή. Εκείνος μη τολμών να τοις αποκαλύψη τον έρωτά του, εζήτησεν αναβολήν όπως δήθεν σκεφθή, και έτρεξεν εις την αναμένουσαν αυτόν κατά το σύνηθες ερωμένην να τη ανα­κοινώση θρηνών την αξίωσιν των Σπαρτιατών. Εκείνη δε ατάραχος ακούσασα το άγγελμα, τον εβεβαίωσεν ότι προτού παρέλθη η τα­χθείσα προθεσμία, οι σπαρτιατικοί νόμοι θα επιτρέπωσι τον γάμον των. Οδοιπορούσα δε την νύκτα, μετέβη εις την Ιθώμην, όπου υπήρχε μαρμάρινη στήλη «συμβολίζουσα την ελευθερίαν της χώρας» διότι αν η στήλη εκομίζετο εις την Σπάρτην η Μεσσηνία θα κατεστρέφετο. Τούτο γινώσκοντες και οι Σπαρτιάται είχον ορίση, ότι όστις κατώρθωνε να φέρη την στήλην εκείνην εις Σπάρτην, αν ήτο Είλως θα ελάμβανε την ελευθερίαν του. Η ερωμένη του βασιλέως έφθασεν εις Ιθώμην, διαλαθούσα δε τους φύλακας, απέσπασε την στήλην και φέρουσα αυτήν επί των ώμων της κατήλθε του όρους και επανήρχετο σπεύδουσα εις Σπάρτην. Οι δε κάτοικοι της πόλεως, ανα­ληφθέντες την πρωΐαν την εξαφάνισιν της στήλης, έντρομοι ικέτευον τον Θεόν να τιμωρήση τον ασεβή κλέπτην. Ο Θεός εισήκουσε τας δεήσεις των και η ποιμενίς προτού να εξέλθη των ορίων της Μεσ­σηνίας μετεμορφώθη εις ελαίαν. Και σήμερον εις το εν Μαυρομμάτη εν  τη αρχαία Μεσσήνη   μουσείον   οι   χωρικοί,   δεικνύοντες   τεμάχιον ενεπιγράφου στήλης προσηρμοσμένον εις μαρμαρίνην πλάκα, λέγουσι: «Βλέπουτε αυτή την κολόννα; Είναι κείνη πώκλεψε η Σπαρτιάτισσα που από την κατάρα του Θεού είναι κάτω κει 'ς το Ναζίρι γενομένη ελιά.  Να  και   ταχνάρι  της  'ς την  πλάκα που πάτησε κ' έμεινε».
         Τα πλείστα των στοιχείων της παραδόσεως ταύτης είναι κοινά και εις άλλας δημώδεις παραδόσεις. Πρώτον η τεραστία ρώμη των αρχαίων Ελληνίδων. Είναι γνωστή και παρομοία παράδοσις, μεσσηνιακή επίσης, κατά την οποίαν την μονόλιθον μεσόδμην της πύλης της Αρκαδίας, εν Μεσσήνη, εκόμισεν από μακράν επί της κεφαλής της μία Ελλήνισσα. έπειτα η αποτύπωσις ιχνών επί λίθων, η σύνδεσις θαυμασίων διη­γήσεων προς αρχαίας στήλας και άλλα μνημεία. Τα δε περί της εξ­αρτήσεως της σωτηρίας της Μεσσήνης εκ της διατηρήσεως μιας στή­λης εις την θέσιν, εις ην ήτο εστημένη, ανάγονται εις τας βυζαντινάς   δοξασίας  περί  των   τελεσμάτων.
         Εις την παράδοσιν προστίθεται και άλλο επεισόδιον ποιητικόν, των ερώτων της Ισαβέλλας, της θυγατρός του πρίγκιπα του Μορέως Γυλιάμου, και νεαρού ποιμένος. Τούτον κατά τινα εκδρομήν της η πριγκιποπούλα είδε καθήμενον υπό την ελαίαν και παίζοντα την φλογέραν του (την σύριγγα κατά τον συλλογέα) και ηγάπησεν εμμανώς. Όπως δε συναντάται μετ' αυτού συχνότερον έπεισε τον πατέρα της και της έκτισε πύργον εκεί που πλησίον. Ο πύργος, ου τα ερείπια σώζονται, λέγεται Μελισσόπυργος, λαβών το όνομα εκ του αφθόνως περί αυτόν φυομένου μελισσοχόρτου. Μετά τινα καιρόν ο πατήρ ανεκάλυψε την καταισχύνην της θυγατρός του και οργιστείς εκρέμασε τους εραστάς εις την ελαίαν. Ευσπλαγχνισθείς δε την θυγατέρα του διέταξε να την καταβιβάσωσιν ημιθανή του δένδρου. Αλλ' αύτη ως είδε νεκρόν τον ερώμενον παρεφρόνησε. Τί τούτων ανήκει εις τον λαόν και τί είναι πλάσμα του συλλογέως, δέν ηξεύρομεν. Το μόνον βέβαιον είναι ότι ούτε την Ισαβέλαν, την Ζαμπέαν του Χρονικού του Μορέως,  ούτε τον πρίγκιπα   Γυλιάμον  ενθυμείται  ο λαός.-.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου