Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΛΑΓΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΠΑΤΑΤΑ


ΑΛΑΓΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΠΑΤΑΤΑ

Σε λίγες μέρες και συγκεκριμένα το πρώτο Σάββατο του μήνα που μας έρχεται το Σεπτέμβρη, θα γιορτάσουμε στο χωριό μας τη γιορτή της πατάτας. Ναι! Θα γιορτάσουμε τη γιορτή της πατάτας, σαν για να αποτίσουμε φόρο τιμής στο προϊόν αυτό που για σειρά ετών, ήταν το κυριότερο προϊόν της περιοχής μας. Ιδιαίτερα μεγάλη καλλιέργεια είχε το χωριό μας. Μετά ερχόταν η Νέδουσα και τελευταίες οι Πηγές. Οι Πηγές είχαν τη μικρότερη παραγωγή γιατί ήταν, και είναι, το μικρότερο χωριό της περιοχής, αλλά και επειδή έχει «ξυλοκαρπία» όπως έλεγαν. Προϊόντα δηλαδή που στηρίζονταν στα δέντρα. Λάδια πολλά, κάστανα, σκουρίχια, καρύδια, που εμείς οι Αλαγόνιοι δεν είχαμε.
Από τις αρχές του αιώνα, ο οποίος σε λίγο φεύγει και μας αφήνει υγεία, από τότε που πρωτοκαλλιεργήθηκε η πατάτα λοιπόν, έκανε πέρα τις άλλες καλλιέργειες. Χωράφια ξερικά, που καλλιεργούνταν με σίκαλι κυρίως, για να γίνεται το ψωμί «Γιώργος», όπως έλεγαν το ψωμί που γινόταν με μίξη αραποσιτιού και σίκαλης, εγκαταλείφθηκαν. Η κτηνοτροφία περιορίσθηκε, αφού οι συνθήκες άλλαξαν. Τα χειμαδιά στη Βάρσοβα πουλήθηκαν και λίγοι ήσαν αυτοί που είχαν κρατήσει τα πρόβατα. Δυο τρεις οικογένειες από την Απάνω Μεριά, άλλες τόσες από την Κάτω, γίδια αυτοί, και ίσως κανά δυο από το Μαχαλά.
Γύριζαν το βουνό με τα ζωντανά, έπιαναν τα πρωτοβρόχια, έσπερναν και τις σίκαλες που λέμε. Όλο το βουνό όπως τόχαμε δει και στα νιάτα μας, γυρνώντας στο δάσος, αλλά και τώρα, μετά την καταστροφική περσινή πυρκαγιά είναι όλο πεζούλια. Σημάδι ότι κάποτε καλλιεργούνταν. Εγκαταλείφθηκαν λοιπόν ξερικά και καλλιεργήθηκαν στο έπακρο τα ποτιστικά. Δεν μας έχει δώσει και λίγα καλά ο Θεός, αλλά ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά που μας έχει δώσει, είναι τα νερά. Η πατάτα, καλοκαιρινή καλλιέργεια, έχει μεγάλη ανάγκη για νερό. Χωρίσθηκαν τα χωράφια σε «Γκαιριές» γιατί δεν επαρκούσαν τα νερά για να ποτίζονται όλα τα χωράφια κάθε χρόνο. Έτσι με τις «Γκαιριές» κάθε περιοχή είχε το δικαίωμα να ποτίζει μια φορά κάθε τρία χρόνια. Τα άλλα δύο χρόνια καλύπτονταν με αμειψισπορά. Λίγοι ήταν  οι τυχεροί που είχαν νερό δικό τους. Αυτό ήταν συνήθως ένα μικρό κεφαλαράκι πάνω ή μέσα στο χωράφι τους. Εκεί έφτιαχναν μια δεξαμενή (χωματόλιμνα) και πότιζαν κάθε χρόνο. Τότε αγόραζαν γειτονικά ξερικά ή εξαγόραζαν από το δασαρχείο δασικές εκτάσεις, επέκτειναν το χωράφι τους και καλλιεργούσαν πατάτα στο ίδιο κτήμα, αλλά εκ περιτροπής και όχι στον ίδιο τόπο κάθε χρόνο.
Αυτοί ήσαν οι αδερφοί Μπενέτου που είχαν το μεγάλο χτήμα στην Καψάλα, οι αδερφοί Ρουσάκη (Καππαίοι) που είχαν χτήμα στη Λεπενού, ο Γ. Αλεξέας (Ντορτόγιωργης) στα Τριλάγκαδα, ο Αναστασόπουλος στη Λάκκα, ο Αλεξέας (Νταβέλης) στη Μεγάλη Μούσγα κ.α.
Επίσης αρκετό νερό και ιδιόκτητο είχαν οι Χριστοδουλαίοι από τις Πηγές, στον Άγιο Ελισσαίο. Αυτό το νερό που ήταν όπως είπαμε υπεραρκετό, περίσσευε από το χτήμα και τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’30, ο ιδιοκτήτης του το ενοικίαζε στον Αδάμη, Παν. Ροβολή (Μπαρσινίκο) Αλεξέους κ.τ.λ., που είχαν χτήματα στα Καμπινάρια, θέση γειτονική με το Άγιο Ελισσαίο.
 Κοπιαστική η καλλιέργεια της πατάτας. Από το όργωμα, το διβόλισμα, το σκάλισμα, τα ποτίσματα, τα γαλαζώματα, μας κρατούσαν στο πόδι από τον Μάρτη, ως τον Οκτώβρη, και πολλές φορές στα βουνοχώραφα μέχρι το Νοέμβρη. Τελευταία δουλειά ήταν το βγάλσιμο. Άλλοτε με το ξινάρι, άλλοτε με το ζευγάρι. Κουβάλημα στο σπίτι με τα μουλάρια. Ένας φόρτωνε και κουβάλαγε όλη την ημέρα και ανάλογα με την απόσταση που χώριζε το χωράφι από το σπίτι, έκανε και τις ανάλογες «στράτες».
Είχαμε τότε και τα ευχάριστα με την πατάτα στο χωριό μας. Περνώντας του Σταυρού, τα Σαββατοκύριακα, πανηγύρι στην Πλάτσα της Απάνω Μεριάς συνήθως. Τι πανηγύρι; Μα οι Μανιάτες. Τότε οι κάμποι παρήγαν λίγη πατάτα και κείνη πρώιμη, ανοιξιάτικη. Μετά πατάτα πουθενά. Οι συγκοινωνίες ανύπαρκτες. Οι Μανιάτες, κυρίως από τις Γαϊτσες και τα Τσέρια, αλλά και το Προάστιο και άλλα χωριά της Μεσσηνιακής Μάνης, έρχονταν στο χωριό μας με «πραμάτειες». Αυτούς συνέφερε καλλίτερα να έρχονται εδώ παρά να πηγαίνουν στην Καλαμάτα. Κτηνοτρόφοι ως επί το πλείστον τότε οι Μανιάτες, έφερναν για ανταλλαγή μαλλιά, υφαντά, κιλίμια, μπατανίες, σακιά, σακούλια όμορφα καλοϋφασμένα με μάλλινο νήμα και λιναρένιο ή σπάρτινο, στολισμένα με φούντες για να πηγαίνεις στην Καλαμάτα, ή μικρά σακουλάκια που τα χρησιμοποιούσαν τα παιδιά για σάκες να βάζουν τα βιβλία τους για το σχολείο. Εννέα και δέκα ώρες πορεία έκαναν αυτοί οι άνθρωποι μέσα στους βουνίσιους κακοτράχαλους δρόμους για να έρθουν και άλλες τόσες να γυρίσουν. Ακουστά είχαμε κάποια θέση «Γιοφύρι», που εκεί ξεφόρτωναν τα ζώα, έπαιρναν το φορτίο ζαλιά, το περνούσαν απέναντι και τότε το ξαναφόρτωναν. Σκέτη ταλαιπωρία. Στην Πλάτσα όμως το κάτι άλλο. Γύρω- γύρω καθισμένοι στον μεγάλο Πλάτανο που ήταν τότε, σήμερα δυστυχώς δεν είναι, με τις «πραμάτειες» απλωμένες, ν’ ακούς τις Μανιάτισσες να τιτιβίζουν με την κελαηδιστή φωνή και την προφορά τους την Μανιάτικη, σαν τα σπουργίτια.
- Μωρή εσύ πόσο πουλάεις;
- τσαί, εγώ θα πάω στην κουμπάρα μου αποσπερού…
Τότε ο ξένος δεν αποκαλείτο κύριος αλλά κουμπάρος. Χωρίς να τον ξέρεις ή να σε ξέρει. Καλησπέρα κουμπάρε…
Και ένα χαρακτηριστικό. Ξέρουμε, ότι κουμπάρος είναι αυτός που μας στεφάνωσε ή που μας βάφτισε και τα ίδια από την άλλη μεριά. Έλεγε λοιπόν η μακαρίτισσα η μάνα μου, πως όταν βάφτισαν εμένα είπε το νονό μου κουμπάρο.
-Άει καημένη – της λέει – κουμπάρους έχουμε ούλους τους Μανιάτες. Κουμπάροι και εμείς; Μια πόρτα δωχάμω;
Λοιπόν με την καλλιέργεια, με την αγωνία για την διάθεση της αγοράς, έζησαν γενιές και γενιές στα χωριά μας, αλλά και με τα ωραία τους όπως περιγράφτηκε παραπάνω η επαφή με τους Μανιάτες
Τώρα κάποιας ηλικίας άνθρωποι πια τα θυμόμαστε, καλλιεργούμε λίγη πατάτα για το σπίτι μας και τους δικούς μας, και για την γιορτή της.
Γιάννης Ροβολής
Αλαγονία Ταϋγέτου
Τέλη Αυγούστου 1999

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου