ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (ΠΕΤΡΟΜΠΕΗΣ) (1865-1848)
Η
τελευταία ημέρα του.
Επικήδειος και Επιτάφιος λόγος.
Αναφορά στο φόνο του Καποδίστρια.
Ταφή και άλλα συναφή.
Εισαγωγή
Ο Πέτρος
Μαυρομιχάλης (Πετρόμπεης) υπήρξε μια μεγάλη προσωπικότητα και η προσφορά του στον
Αγώνα της Εθνεγερσίας ήταν καταλυτική διότι χωρίς την συναίνεσή του δεν θα
γινόταν ο Μεγάλος Ξεσηκωμός τον Μάρτιο του 1821. Να σημειωθεί πως η οριστική του
απόφαση πάρθηκε έχοντας όμηρο τον γιό του Αναστάση στις φυλακές της
Τριπολιτσάς. Στην διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα σκοτώθηκαν δύο γιοί του ο
Ηλίας το 1822 και ο Ιωάννης το 1825. Ο αδερφός του Κυριακούλης σκοτώθηκε στη
μάχη της Σπλάντζας Ηπείρου το 1822. Ο αδερφός του Κωνσταντίνος και ο γιός του
Γεώργιος εκτελέστηκαν ως δολοφόνοι του κυβερνήτη Καποδίστρια. Συνολικά 49
συγγενείς του θυσιάστηκαν υπέρ Πατρίδος. Να σημειωθεί πως όλοι οι Μανιάτες
αρχηγοί και καπετάνιοι-κυρίως οι Μαυρομιχαλαίοι-πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή μαζί
με τους στρατιώτες τους και γι’ αυτό είχαν τόσες απώλειες.
Ο
Πέτρος Μαυρομιχάλης για πολλά χρόνια έπασχε από ποδάγρα (ουρική αθρίτιδα) αλλά
από το 1847 το πρόβλημά του μεγάλωσε και παρέμεινε σχεδόν ανάπηρος μέσα στο
σπίτι του. Είχε σύζυγό του την Φωτεινή το γένος Δημητρακαράκου και απέκτησε τα
παιδιά, Ηλία, Γεώργιο, Αναστάσιο, Ιωάννη, Δημήτριο, Μαριγώ συζ. Λυκούργου
Κρεστενίτη, Παναγιωτίτσα συζ. Γεωργίου Σαχίνη και Ελένη συζ. Γεωργίου
Γιατράκου.
Πέθανε σε
ηλικία 83 ετών το Σάββατο στις 17 Ιανουαρίου 1848 και το ξόδι του έγινε την
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 1848 από την εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στην σημερινή οδό
Αιόλου. Με βασιλικό Διάταγμα υπήρξε 5θήμερος πενθηφόρηση.
Η
τελευταία ημέρα της ζωής του
Ο
δημοσιογράφος Θεόδωρος Βελλιανίτης (1863-1934) υπήρξε πολυγραφότατος
δημοσιογράφος, αρθρογράφος και ανταποκριτής εφημερίδων αλλά κυρίως στενός φίλος
της οικογένειας Μαυρομιχάλη. Σε κείμενό του στην εφημερίδα «Εμπρός», φύλλο της
13/2/1926 και με τίτλο «τα τελευταία έτη
του Πετρόμπεη», γράφει σχετικώς με την τελευταία ημέρα της ζωής του : «… Ότε δε ούτος ανήγγειλεν εις τους βασιλείς ότι
ολίγη του υπελείπετο ζωή, ο βασιλεύς Όθων μετέβη εις την οικίαν του όπως τον
αποχαιρετήση, θλίβων την χείρα αυτού, καθ’ ήν στιγμήν επρόκειτο να αποχωρισθή
του κόσμου. Η τιμή αύτη ήτο η υπερτάτη κατά την εποχήν εκείνην, ήν ηδύνατο να
παράσχη ο ηγεμών προς υπήκοόν του. Όταν εισήλθεν εις τον κοιτώνα του θνήσκοντος
ο βασιλεύς, ο Πετρόμπεης διετήρει ακμαιοτάτας τας διανοητικάς του δυνάμεις,
καίτοι δε σωματικώς είχον εξαντλήσει αυτόν αι αλγηδόνες, διέσωζεν εν τούτοις το
πάλαι ήρεμον και μεγαλοπρεπές κάλλος του. Ο βασιλεύς εκάθησε παρά την κλίνην
του πάσχοντος και διελέγετο περί την ώραν μετ’ αυτού. Ο Πετρόμπεης είπεν εις
τον βασιλέα ότι ‘λίγη του απέμεινε ζωή και ότι απέθνησκε ευτυχής βλέπων την
Ελλάδα ελευθέραν υπό το σκήπτρον αυτού και ελπίζων ότι επί της βασιλείας του θα
συνεπληρούτο το εθνικόν έργον, το οποίον ήρχισαν οι προς τον τάφον βαίνοντες πολεμισταί.
Ο βασιλεύς ηρώτησεν αυτόν ποία ήτο η τελευταία του επιθυμία.
-Αποθνήσκω με μίαν ευχήν Μεγαλειότατε, είπε, να δώση ο Θεός να υπάγης εις την
Πόλιν.
Ο Όθων έκυψεν, ησπάσθη το ευρύ μέτωπον του Πετρόμπεη και τα μάτια του
επληρώθησαν δακρύων.
Την επομένην τελευταίος ηγεμών της Μάνης
δεν υπήρχε πλέον…».
Το σπίτι που
εξέπνευσε. Η ζωή του, η καθημερινότητά του.
Δίπλα
στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεττανία το 1834 «..κατασκευάσθη η οικία του γερουσιαστή
Ρήγα Παλαμήδη και εν αυτή διέμενεν, αμέσως μετά την μετοίκησίν του εκ Ναυπλίου
εις Αθήνας, ο Πέτρος Μαυρομιχάλης με όλη την οικογένειάν του, απέθανεν δε εις
αυτήν…η σημερινή πολυθόρυβος λεωφόρος του Πανεπιστημίου, όταν κατώκησεν εις αυτήν
ο Πετρόμπεης, ήτο έρημος οικιών. Αλλά το σπίτι του ήτο πάντοτε ανοικτόν. Η σύζυγός
του, τα τέκνα του, εδέχοντο τους προσερχομένους, πλήθος δε κόσμου καθ’ εκάστην
επλήρουν τον οίκον τούτον, όπως όταν κατείχε την ηγεμονίαν της Μάνης ο ένδοξος
πρεσβύτης. Μη δυνάμενος, ως εκ του νοσήματος αυτού, να εξέρχεται, εδέχετο καθ’ όλην
την ημέραν, εκεί δε συνέρρεον όλοι οι αγωνισταί και οι πολιτικοί άνδρες της εποχής.
Ουχί σπανίως τα πέριξ της οικίας του ελάμβανον την όψιν στρατοπέδου, διότι εκεί
συνηθροίζετο πλήθος οπλιτών, οίτινες μετ’ αυτού, μετά των τέκνων του και των
αδελφών του, ηγωνίσθησαν κατά την Επανάστασιν. Άλλοι απετέλουν σώμα εν είδει
σωματοφυλακής και παρέμενον διαρκώς εις το προαύλιον, φύσει δε ών σπάταλος ο
Πετρόμπεης, διέτρεφεν ολόκληρον κόσμον εξ αυτών. Ουχί σπανίως η οικία μετεβάλλετο
εις πανδοχείον, εις ήν κατέλυον οι εκ Μάνης αφικνούμενοι συγγενείς. Αι Αθήναι
δεν είχον κατά την εποχήν εκείνην ξενοδοχείον, οι δε αφικνούμενοι εκ των επαρχιών
κατέλυον εις τους συγγενικούς οίκους. Η τοιαύτη φιλοξενία ήτο εν είδος καθήκοντος
και τοιούτου, ώστε δύναται να θεωρηθή απρέπεια εκ μέρους αφικνουμένου συγγενούς
η απόπειρα όπως καταλύση αλλαχού, αφού υπήρχον συγγενείς εις Αθήνας.
Εις
την οικίαν ταύτην κατέλυεν ο ανεψιός του Πετρόμπεη, ο κατόπιν επιφανέστατος
πολιτικός της Ελλάδος, Αλέξανδρος Κουμουνδούρος. Ο Πετρόμπεης κατά τα τελευταία
έτη της ζωής του, προσβεβλημένος εκ ρευματισμών, δεν ηδύνατο πλέον να βαδίση,
ουδέ ίσταται επι μακρόν όρθιος. Μόλις ολίγα βήματα έσυρε καθ’ εκάστην εις την αίθουσαν,
υποφέρων συνεχώς εκ δριμυτάτων πόνων. Ευρίσκετο διαρκώς χωμένος εντός βαθέως
ανακλίντρου, έτσι δε εδέχετο τους φίλους του. Νεαρός διάκονος κατά πάσαν πρωίαν
του αναγίγνωσκε τας ιεράς γραφάς, μεθ’ ό εξ όλων των σημείων της πόλεως έφθανον
οι νεολόγοι μεταφέροντες τας πληροφορίας των καθημερινών συμβάντων. Αφοσιωμένος
εις τον βασιλέα Όθωνα και πολλά ελπίζων εξ αυτού, παρηκολούθει την εξέλιξιν της
Ελληνικής πολιτείας, απέφυγε δε και αυτός και οι υιοί του να αναμιχθώσιν εις
την πολιτειακήν μεταβολήν του 1843.
Ώς
εκ της νόσου του σπανίως εξήρχετο και όταν έπραττε τούτο, εφέρετο υπό δύο ρωμαλέων
ανδρών, καθήμενος επί έδρας, «λεντίκας» καλουμένης, ήτις ήτο εκ ξύλου καρυάς,
επιστρωμένη έσωθεν δια βελούδου καφεχρώου. Έτσι μετέβαινε εις τα ανάκτορα, όπου
συνεχώς το εκάλει ο Όθων, όστις μετ’ ιδιαιτέρας ευνοίας περιέβαλεν αυτόν και τα
μέλη της οικογενείας του. Φερόμενος εις την αίθουσαν της υποδοχής εγίνετο δεκτός
υπό των βασιλέων, επι μακρόν παραμενόντων πλησίον του και ζητούντων πληροφορίας
περί προσώπων και πραγμάτων και μυρίας επιδαψελευόντων εις αυτόν περιποιήσεις.
Οι
δύο των υιών του ήτο υπασπισταί του Όθωνος, η νύμφη του κυρία επί των τιμών της
βασιλίσσης και μετέπειτα την μητέρα διεδέχθη η θυγάτηρ, η περικαλλής κείνη
Ελληνίς, ήτις προεκάλει τον γενικόν θαυμασμόν. Η λεντίκα του Πετρόμπεη διεσώζετο
προ τινών ετών εις την οικίαν του εγγονού του στρατηγού Αντωνίου Μαυρομιχάλη, αλλ’
εξηφανίσθη και αύτη, όπως τόσα άλλα αντικείμενα ανήκοντα εις τα ιστορικά της Νέας
Ελλάδος πρόσωπα και τα οποία θα ήσαν κοσμήματα εθνολογικού τινός μουσείου. Εφ΄ όσον
παρήρχοντο οι χρόνοι, επί τοσούτον η κατάστασις του Πετρόμπεη εδεινούτο, η δε
λεντίκα δεν εφαίνετο πλέον ούτε εις τας εξοχικάς οδούς, ούτε εις τους ναούς, όπου
μετέβαινε προσευχόμενος ο εις τάφον ήδη βαίνων πρεσβύτης. Η μόνη του παρηγορία
απέμειναν οι παλαιοί του φίλοι και οι αρχαίοι του συναθληταί.
Κατά
τους χρόνους εκείνους έζων ακόμη πολλοί εκ των αρχηγών του αγώνος, ο δε Πετρόμπεης
εδέχετο τους γηράσαντες εκείνους άνδρας, αναπαυόμενος υπό τον δαφνώνα τον σκιάζοντα
τα σεμνάς εκείνας κορυφάς. Εν τω μεταξύ νέα γενεά Μαυρομιχαλών ανεφάνη. Καίτοι
δεκάδες όλαι εκ του γένους τούτου είχον πέσει κατά τον Αγώνα, εν τούτοις οι
κεραυνωθέντες κορμοί ανέδωσαν νέους βλαστούς, κυκλώσαντες την γηραιάν δρύν της Μάνης.
Οι έγγονοί του, οι ανεψιοί του, παιδία μελαχροινά ή ξανθοπλόκαμα, επλήρουν τον
οίκον χαράς και φαιδρότητος. Ούτω δε κατά την δύσιν αυτού έβλεπεν ο ένδοξος γέρων
ανατέλλουσαν την νέαν γενεάν, ήτις ήρχετο να απολαύση ό,τι εδημιουργήθη δια του
αίματος και των θυσιών εκείνων.
Περί
τα τέλη του 1847 από ετών πάσχων, προσεβλήθη έτι μάλλον υπό της νόσου, ήτις εφαίνετο
ότι θα κατέρριπτεν επί τέλους τον εν μέσω τοσούτων ψυχικών και σωματικών πόνων
δοκιμασθέντα άνδρα. Η είδησις δεν ήργησε να κυκλοφορήση καθ’ όλας τας Αθήνας, η
δε οδός όπου ηγείρετο η κατοικία του, επληρούτο καθ’ εκάστην κόσμου, ζητούντος
πληροφορίας περί του πάσχοντος. Οι βασιλείς ανά πάσαν πρωίαν απέστελον τον ιδιαίτερον
αυτών ιατρόν, όπως παρακολουθεί την νόσον…». Θεόδωρος Βελλιανίτης, εφημερίδα «Εμπρός»,
φύλλο της 13/2/1926.
Η φωτογραφία αποτελεί τεκμήριο κυρίως για την οικία Ρήγα Παλαμήδη που υπήρχε δίπλα στο Μέγαρο Δημητρίου (Μεγάλη Βρεταννία) επί της οδού Πανεπιστημίου. Πρόκειται για το κτήριο με το αέτωμα στη στέγη. Μάλιστα στη σελίδα 109 του βιβλίου "Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20ον αιώνα, Αθήνα 1η έκδ. 1966" ο αρχιτέκτων Κώστας Η. Μπίρης παραθέτει Άποψη των Αθηνών του 1857 απ΄ όπου και οι πληροφορίες.
Επικήδειος
Παραθέτω σε μεταγραφή τον λόγο που
εκφώνησε ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος Πρωθυπουργός του νέου ελληνικού κράτους, Υπουργός των Εξωτερικών καθώς
και πρέσβυς του Ελληνικού Βασιλείου στην σημαντικότερη ίσως διπλωματική θέση
της εποχής, την πρεσβεία της Ελλάδος στο Λονδίνο,
συνδιαμορφωτής του πρώτου Ελληνικού Συντάγματος καθώς
και πατέρας του επίσης σημαντικότατου Έλληνα, Χαρίλαου Τρικούπη. Ασχολήθηκε
επίσης με την ιστοριογραφία, συντάσσοντας την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», βιβλίο αναφοράς για
την περίοδο του 1821).
Ο Επικήδειος
εκφωνήθηκε μέσα στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης και κρατείται η ορθογραφία όχι
όμως η στίξη. Τον δημοσίευσε ολόκληρο η αθηναϊκή εφημερίδα «ΑΙΩΝ» στο φύλλο της
24/1/1848.
«ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ
ΤΡΙΚΟΥΠΗ
ΠΕΤΡΟΜΠΕΗΝ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΝ
εκφωνηθείς επ’ εκκλησίας
Εν Αθήναις την 18 Ιανουαρίου 1848
Εάν
παντός επαίνου και σεβασμού άξιος είναι όστις, προχειρισθείς εις υψηλήν Αρχήν,
μετέρχεται αυτήν εις ωφέλειαν των χρείαν εχόντων της αντιλήψεώς του, πόσον
αξιεπαινετώτερος και αξιοσέβαστος είναι όστις μετέρχεται την υψηλήν ταύτην
Αρχήν, όχι εις ωφέλειαν των ολίγων, όχι εις ωφέλειαν των πολλών, αλλ’ εις
ωφέλειαν ολοκλήρου έθνους; Και δεν την μετέρχεται προς άλλον σκοπόν, ειμή προς
τον σκοπόν του να ίδη το έθνος τούτο μεταβαίνων από της δουλείας εις την
ελευθερίαν, ό εστίν από του θανάτου εις την ζωήν; Αλλ’ αν ο άρχων ούτος
αποφασίση, δια τον εθνοσωτήριον τούτον σκοπόν, ν’ απαρνηθή ολοτελώς την υψηλήν
Αρχήν του, να εκθέση προθύμως εις τον έσχατον κίνδυνον αυτήν την ζωήν του, να
ίδη αγογγύστως χεόμενα αφειδώς τα αίματα των συγγενών του, των αδελφών του, των
υιών του, ο άρχων τούτος δεν ανέβη εις τον υπέρτατον βαθμόν της κοινωνικής
τελειότητος; Ο άρχων ούτος δεν απέδειξε,
δι’ ών έπραξεν, ότι εθεώρει την πατρίδα όπως τη εθεώρει και ο Σωκράτης; ό εστί
«Μητρός τε και Πατρός τε και των άλλων προγόνων τιμιώτερον και σεμνότερον και
αγιώτερον». Τοιούτος είναι ο ανήρ, του οποίου την νεκρικήν κλίνην περικυκλούμεν
σήμερον.
Διατρίβοντες τινές
των φιλογενών εν ξένη γη, συνέλαβαν, κατά θείαν αναμφιβόλως έμπνευσιν, την
μεγάλην ιδέαν της ανορθώσεως του πεπτωκότος Ελληνικού έθνους. Ενατένισαν μακρόθεν εις την Ελλάδα
αλλά πού πρώτον προσήλωσαν τους διανοητικούς οφθαλμούς των εις πραγματοποίησιν
της μεγάλης ταύτης ιδέας; «πού, είπαν, στώμεν, και την γην της Ελλάδος
κινήσωμεν;». Όχι αλλού ειμή επί του
Ταϋγέτου, επί του όρους εκείνου όπου, ως επί άλλου Αραράτ, διεσώθη η κιβωτός
της ελευθερίας της Ελλάδος από του γενικού καταποντισμού της. Εκεί, μόνον
εκεί εφαίνετο περιστερά βαστώσα εν τω στόματι αυτής φύλλον ελαίας εκεί, μόνον
εκεί έφεγγεν ο πανταχού αποσβεσθείς λύχνος της Ελληνικής ελευθερίας, αν και το
φως, το οποίον έχει γύρωθέν του ήτο φως αμυδρόν, φως όμοιον του κλαυθμηρού
φωτός, το οποίον χέοι το επί των χριστιανικών τάφων καιόμενον ωχρόν κηρίον. «Εκεί, είπαν, στώμεν και την γην της
Ελλάδος κινήσωμεν».
Καλή τύχη ηγεμόνευεν
εκεί τω καιρώ εκείνω, ο προκείμενος ανήρ, πασίγνωστος δια τας κοινωνικάς αρετάς
του και δια την επ’ αγαθώ της Ελλάδος χρήσιν της ηγεμονίας του. Προς αυτόν επέμφθη άγγελος
ουρανόθεν εν μορφή ανθρώπου και τω απεκάλυψε τας υπέρ της Ελλάδος μυστηριώδεις
Βουλάς του Υψίστου. Ναι, ουρανόθεν
επέμφθη ο εν μορφή του Κυριακού Καμαρινού αναγγείλας προς αυτόν τους μεγάλους
σκοπούς της Φιλικής εταιρείας. Ουρανόθεν επέμφθη ο ανήρ εκείνος. Διότι
τοιαύται αγγελίαι δεν είναι γήιναι. Εδέχθη την ουράνιον ταύτην αγγελίαν ο
φιλογενέστατος ηγεμών μεθ’ όσης προθυμίας δέχεται τις ό,τι επιθυμεί και
ολιγωρήσας πάντα τ’ άλλα, προσήλωσεν έκτοτε και την καρδίαν του και το νου του
εις το μέγα έργον της εθνικής του παλλιγγενεσίας. Έκτοτε η μηδέποτε δουλωθείσα Μάνη μετεμορφώθη εις πολεμικήν της
μελετωμένης εθνικής ανεγέρσεως εστίαν. Εκεί συνήλθαν οι Κολοκοτρώναι, οι
Νικήται, οι Δικαίοι, οι Αναγνωσταράδες, ακονίζοντες τα ξίφη των. Εκεί
επεριμένετο και ο γενικός αρχηγός της επαναστάσεως Αλέξανδρος Υψηλάντης, διότι
εκείθεν επρόκειτο να πέσωσιν οι πρώτοι κεραυνοί της Ελληνικής αγανακτήσεως κατά
της τυραννίας.
Ήλθεν η ώρα του ν’ αναστηθή εκ νεκρών κατά
θείαν βούλησιν η Ελλάς! Ήχησε πρώτος εντός της Ελλάδος ο Παναχαϊκός τον
αναστάσιμον ύμνον· αντήχησε βροντόφωνος ο Ταΰγετος και ο αρχηγός αυτού Μαυρομιχάλης έκραξε
κραυγή μεγάλη «Εξεγείρου Σιών, ένδυσε την ισχύν σου, ένδυσε την δόξαν σου, εκτίναξον
τον χούν σου, ανάστηθι, έκδυσε τον
δεσμόν του τραχήλου σου», έκραξεν ως άλλος Οσιέ, και επί τη κραυγή αυτού
εσείσθησαν οι προγονικοί της Σπάρτης τάφοι, διεχύθη εκείθεν πνεύμα ζωής, πνεύμα
δόξης, πνεύμα δυνάμεως, υψώθη ο Σταυρός έν αλαλαγμώ και εν φωνή Σάλπιγκος, και έπεσεν όλη η Μάνη ένοπλος, αρχηγούντος
του Ηγεμόνος της, εις την Καλαμάταν.
Δύω
αξιομνημόνευτοι πράξεις εχαρακτήρισαν εξ αυτής της αρχής τον Ελληνικόν αγώνα·
αι δύω αύται πράξεις είναι δύω λαμπρά μνημεία, η μεν της προς την φιλανθρωπίαν,
η δε της προς την ευνομίαν ροπής των Ελλήνων. Ακούσατέ τας. Όλοι οι εν Καλαμάτα εχθροί παρεδόθησαν
αμαχητί, εισβαλόντων των Ελλήνων· αλλ’ ούτε ρανίς αίματος εχύθη· ιδού το
μνημείον της Ελληνικής φιλανθρωπίας· αμέσως εσυστήθη εντός της αλωθείσης πόλεως
διοίκησις υπό το όνομα Μεσσηνιακή Γερουσία· ιδού το μνημείον της Ελληνικής
φιλονομίας. Και η μία και η άλλη των δύω τούτων αξιομνημονεύτων πράξεων
οφείλονται κυρίως εις τον υπέρ πάντα άλλον τότε ισχύοντα αγαθόν τούτον άνδρα.
Κυριευθείσης
της Καλαμάτας, εκάθησεν ο Μαυρομιχάλης
εν τη πόλει εκείνη ως Γερουσιάρχης και πρώτον μεν εξέδωκεν, εν ονόματι του
Έθνους, εις φωτισμός του έξω Κόσμου, την πασίγνωστον προκήρυξίν του, δι’ ής
εσάλπιζε την γενναίαν και ακλόνητον απόφασιν των Ελλήνων του να ελευθερωθώσιν ή
να αποθάνωσι· μετά δε ταύτα συγκαλέσας περί εαυτόν τους εκεί γενναίους άνδρας.
«Πορεύθητε, είπε, και Κύριος ο Θεός έμπροσθεν υμών εις εκδίκησιν των εχθρών
ημών». Είπε, και οι αδελφοί του, οι υιοί του, οι Κολοκοτρώναι, οι Νικήται, οι
Δικαίοι, οι Αναγνωσταράδαι, οι συγκαταβάντες εκ του Ταϋγέτου εις την Καλαμάταν,
διεσπάρησαν αμέσως, υπό την θερμήν συνδρομήν του, εις την Πελοπόννησον,
ανάπτοντες την φλόγα της επαναστάσεως. Εντεύθεν
άρχονται οι πολυένδοξοι και πολυαίματοι αγώνες της Μαυρομιχαλικής οικογενείας.
Δεν
είχεν ακόμη κλείσει το πρώτον έτος της επαναστάσεως και το φίλτατον τέκνον του
σεβασμίου τούτου ανδρός, το φίλτατον τέκνον όλης της Ελλάδος, ο χαριτωμένος Ηλίας έπεσεν εν πολέμω θύμα
της πατριωτικής φιλοτιμίας του· αληθής απόγονος του αθανάτου Ήρωος των
Θερμοπυλών επροτίμησε της αισχράς φυγής τον ένδοξον θάνατον. Δεν είχεν ακόμη
κλείσει το δεύτερον έτος, και άλλο
πικρόν ποτήριον εκέρασε τον αποφαρνισθέντα πατέρα, ο εν πολέμω θάνατος του
αυταδέλφου του Κυριακούλη, του ανδρός εκείνου του οποίου η εν Βαλτετσίω
γενναιότης μεγάλως εσύντεινεν εις στερέωσιν του κατ’ αρχάς κλονιζομένου εθνικού
αγώνος. Ήλθεν το τέταρτον έτος και άλλος
χαριτωμένος υιός του, ο Ιωάννης, έπεσε και αυτός αγωνιζόμενος τον καλόν αγώνα.
Τα
δεινά ταύτα παθήματα επλήγωσαν, αλλά δεν εκλόνισαν την καρτερικήν καρδίαν του
γενναιόφρονος Μαυρομιχάλη. Τιτρωσκόμενος υπό των τοιούτων βελών ωμοίαζε τον
λέοντα, ο οποίος όσον τιτρώσκεται, τόσον αγριεύει κατά των τιτρωσκόντων αυτόν.
«Ευχαρίστως (έλεγε δι’ εγκυκλίου του
προς το έθνος, επί τω θανάτω του Ιωάννου) ευχαρίστως ήπια το πικρόν τούτο
ποτήριον. Ο ένδοξος ούτος μάρτυς της ελυθερίας αναπαύεται ήδη εν κόλποις
Αβραάμ, αξιωθείς το υπέρ πατρίδος θάνατον· αλλ’ ο θάνατός του παρηγορεί την
καρδίαν μου, διότι με δίδει χρηστάς ελπίδας ότι το παράδειγμα της σπαρτιατικής
του ευθαρσίας θα απελευθερώσει το πατρώον έδαφος από την στυγεράν παρουσίαν των
απανθρώπων τυράννων. Αι σκιαί αυτού του άλλου υιού μου, του αδελφού μου και
τόσων άλλων, περιϊπτάμεναι επικαλούνται τον ισχυρόν βραχίονά σας εις εκδίκησιν
του αίματός των. Τρέξατε όλοι εις ελευθέρωσιν της πατρίδος· εγώ τρέχω πρώτος
εις αντίληψιν του κινδυνεύοντος Νεοκάστρου».
Τοιαύτα
έγραφε, τοιαύτα εφρόνει και τοιαύτα έπραττεν ο μεγαλόφρων ανήρ. Παρατηρήσατε ότι κατά την δεινήν του
εκείνην συμφοράν, καθ’ ήν το αίσθημα της πατρικής φιλοστοργίας υπερνικά πάν
άλλο αίσθημα, δεν είχεν υπ’ όψιν ο απορφανισθείς πατήρ, ειμή την Πατρίδα, μόνην
την Πατρίδα. Αντί να θρηνή,
εξεστράτευε, αντί να παρηγορείται, επαρηγόρει. Ενθυμείσθε ότι πύργος
δυνάμεως ήτο το όνομά του. Ηκούετο ότι ο
Μανιάτμπεης εξεστράτευσεν, ότι εκστρατεύει, ότι θα εκστρατεύσει και αι ελπίδες
των κινδυνευόντων αναπτερούντο. Πολλά μέρη της Ελλάδος διηγούνται τας
εκστρατείας του, η δε κλεινή πατρίς μου, η
πόλις του Μεσολογγίου, τον εγκατατάττει επί της πρώτης αυτής πολιορκίας μεταξύ
των ενδόξων υπερασπιστών της.
Τοιούτος
εφάνη ανήρ εν πολέμω· τοιούτος εφάνη διανύων και το πολιτικόν στάδιόν του επί
του ιερού αγώνος. Εμπεπιστευμένος τας
πρώτας Αρχάς της πατρίδος, εφιλοτιμήθη πάντοτε να πληρώση τας ευχάς και να δικαιώση
τας προσδοκίας της· αν δε ποτέ επεριπλέχθη εις εμφύλια κακά, καθώς και άλλοι
πρωταγωνισταί, η καρδία του ποτέ δεν έπταισε και ο πατριωτισμός του και η εις
τον αγώνα εγκαρτέρησίς του ποτέ δεν εσάλευσαν· επεριπλέχθη εις εμφύλια
κακά, καθώς και άλλοι πρωταγωνισταί, διότι αι επαναστάσεις είναι έκτακτα και
νεοφανή συμβάντα της πολιτικής ζωής των εθνών· οι τρίβοι των δεν είναι λείοι
και οι άνδρες αυτών, διερχόμενοι δια σκολιών οδών, αποκρήμνων και τριβόλων,
συνήθως σκοντάπτουν, πολλάκις πίπτουν, ενίοτε και συντρίβονται· αλλά, καθώς είπα, η καρδία του αοιδίμου
ποσώς δεν έπταισε, και ο πατριωτισμός του, και η εις τον αγώνα εγκαρτέρησίς του
ποτέ δεν εσάλευσαν.
Τοιούτος εφάνη και ο
πολεμικός και ο πολιτικός βίος του ανδρός επί του ιερού αγώνος· άξιος τοιούτου
δημοσίου βίου εφάνη και ο ιδιωτικός του. Ευσέβειαν και προς τα θεία αγάπην έπνεεν εκ νεαράς
του ηλικίας· ακράδαντον πίστην είχε προς τον Θεόν του· ανεπίληπτα και
χριστιανικά ήσαν τα ήθη του. Ο οίκος του ήτο οίκος του Αβραάμ και πλήρης
αγαθότητος η προς όλους τους ομογενείς διάθεσίς το. «Εν ακακία η καρδία αυτού
επορεύθη και εν ευθύτητι ο πούς αυτού έστη».
Τοιούτος
εχρημάτισεν ο μακάριος ανήρ και ως δημόσιος και ως ιδιώτης. Δόξα και αγλάϊσμα ανεδείχθη της γενεάς μας.
Και ποίας γενεάς; Της γενεάς ήτις ηλλοίωσε
το πρόσωπον της Ελλάδος· της γενεάς ήτις δεν διστάζω να κηρύξω μοναδικήν μεταξύ
όλων των γενεών, όχι της νέας, αλλ’ αυτής της αρχαίας και πολυενδόξου Ελλάδος.
Εμελέτησα και εγώ την ιστορίαν των μεγάλων προγόνων μας. Αλλ’ εν τη πλήρει
θαυμάτων ταύτη ιστορία μίαν και μόνον γενεάν ευρίσκω εφάμιλλον της δόξης της
γενεάς ταύτης· ποίαν; Την επί των Μηδικών Πολέμων· αλλά και μεταξύ εκείνης και
ταύτης ευρίσκω μεγίστην διαφοράν. Εκείνη
έσωσε κινδυνεύουσαν την πατρίδα, αλλ’ αύτη την ανέστησε προ αιώνων πεσούσαν· εκείνη
διετήρησε ό,τι είχεν, αλλ’ αύτη απέκτησεν ό,τι δεν είχε. Λάμπει η σημερινή
γενεά φαεινότερον εκείνης και κατ’ άλλα. Πολλαί ελληνικαί πόλεις ημαύρωσαν επί
της εποχής εκείνης την δόξαν του Ελληνικού ονόματος, προσφέρουσαι προς τους
εχθρούς της Ελλάδος το νερόν και το χώμα, τα σύμβολα της υποταγής, πολλαί δε
εσυμμάχησαν μετά των εχθρών της κοινής πατρίδος. Αλλά τοιούτον στίγμα δεν φέρει
η γενεά αύτη· δια τούτο την θεωρώ ως μοναδικήν και την κηρύττω, χωρίς
να φοβηθώ τας επικρίσεις των σοφοτέρων μου, ως υπερέχουσαν και αυτής της
θαυμαστοτέρας γενεάς της αρχαίας και πολυενδόξου Ελλάδος. Ναι αδελφοί,
θεωρώ την γενεάν του αγώνος ως θεόθεν πεμφθείσαν εις απολύτρωσιν της πατρίδος.
Τα όπλα της εδοξάσθησαν και ηυλογήθησαν υπό του Υψίστου, ως όπλα πίστεως και
πατρίδος.
Τοιαύτη είναι η γενεά της οποίας δόξα
και αγλάϊσμα ανεδείχθη, ως είπα, ο προκείμενος ανήρ· τοιαύτης γενεάς γόνοι
είσθε σεις, ως ευτυχείς και τρισευτυχείς νέοι της Ελλάδος. Οι γονείς σας
ηγωνίσθησαν τον ενδοξότερον και αγιώτερον όλων των αγώνων, τον αγώνα της
πίστεως και της πατρίδος. Εμπνεόμενοι υπό του θείου πνεύματος της ελευθερίας,
σας ήνοιξαν δια τω μεγάλων πράξεών των,
στάδιον μεγάλης δόξης και μεγάλου μέλλοντος· διατρέξατέ το ευκλεώς, φανήτε
άξιοι αυτών, άξιοι των ευφημιών των εθνών και των αιώνων.
Μη λησμονήσετέ ποτέ ότι
οι γονείς σας εγεννήθησαν υιοί δουλείας και έγειναν πατέρες ελευθερίας. Μη λησμονήσετέ ποτε ότι
εξηλλειμένον ηύραν το όνομα της πατρίδος σας εκ του βιβλίου της ζωής, και αυτοί
δια των ιδίων αιμάτων, εν μέσω ανηκούστων κινδύνων και συμφορών, το εχάραξον εν
αυτώ. Αθάνατοι είναι οι τοιαύται πράξεις· αθάνατοι είναι οι πράττοντες αυτάς
και δια παντός ευλογημένη και δεδοξασμένη επί της γης η μνήμη αυτών· αθάνατον και δια παντός ευλογημένην και
δεδοξασμένην μνήμην, δι ών έπραξεν, απολείπει επι της γης και ο σήμερον
απερχόμενος εις τα αιωνίας Μονάς πρωταγωνιστής Μαυρομιχάλης. Αλλ’ ημείς οι πιστεύοντες εις Χριστόν δεν
αρκούμεθα εις την επι γης αθανασίαν, προσδοκώμεν της εν ουρανοίς μακαριότητα· την προσδοκώμεν ως προσδοκώντες ανάστασιν
νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος· την προσδοκώμεν ως μη έχοντες ώδε
μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούντες· και την προσδοκώμεν δια της
χάριστος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Η προσδοκία της εν
ουρανοίς μακαριότητος πραγματοποιείται και αύτη σήμερον ως προς τον
χριστιανικώτατον τούτον άνδρα. Και πως το ηξεύρω; Επιθεωρών τα του ιδιωτικού
του βίου σας ανέφερα ότι όλοι γνωρίζετε, δηλαδή ότι διεκρίνετο δια την προς τον
Θεόν ακράδαντον πίστην του. Ναι αδελφοί,
όσον μέγας ανεδείχθη ο πατριωτισμός του, τόσον βαθεία και ειλικρινής ήτο η προς
τον Θεόν πίστις του. Πιστός μέχρι θανάτου φανείς προς την πατρίδα του,
απήλαυσε την επί γης αθανασία. Πιστός μέχρι θανάτου φανείς εις τον Θεόν του,
απολαμβάνει σήμερον την εν ουρανοίς μακαριότητα· την απολαμβάνει, δεν σας λέγω
εγώ, σας το λέει το στόμα της θείας Αποκαλύψεως «Γενού πιστός μέχρι θανάτου και
δώσω σοι τον στέφανον της ζωής». Έγεινε πιστός μέχρι θανάτου προς τον Θεόν του,
απολαμβάνει άρα, κατά την θείαν επαγγελίαν, τον μισθόν της πίστεώς του, τον
στέφανον της ζωής.
Αθάνατος λοιπόν επί της γης και
μακαρία εν ουρανοίς είναι η μνήμη του ενδόξου και θεοσεβούς τούτου ανδρός.
Παρηγορήθητε, ως τεθλιμμένοι υιοί και συγγενείς του δίδοντές τω τον τελευταίον
ασπασμόν. Ας παρηγορηθώμεν και όλοι ημείς οι φίλοι του και συναγωνισταί του·
απέρχεται σήμερον ως άνθρωπος εις την γην, εξ ής ελήφθη, αλλ’ απέρχεται, ως
απέδειξα, πλήρης δόξης, πλήρης πίστεως, πλήρης ευφημιών και φορών επί της
κεφαλής του διπλούν στέφανον, τον στέφανον της επιγείου αθανασίας και τον
στέφανον της επουρανίου μακαριότητος».
Νεκρολογία
Η εφημερίδα «ΑΙΩΝ» είχε ήδη αναγγείλει τον θάνατο του γέροντος Πέτρου
Μαυρομιχάλη στο φύλλο της 21/1/1848 στο οποίο είχε δημοσιεύσει και τη
Νεκρολογία.
«Νεκρολογία ΠΕΤΡΟΥ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΟΥ
Εξέλιπε και έτερος των γηραιών της πατρίδος προμάχων, δεν υπάρχει μεταξύ ημών
πλέον. Ο περιφανής πρώην Ηγεμών Λακωνίας, ο πατριώτης Αρχηγός όπλων κατά τον
αγώνα, το σοβαρόν στοιχείον όλων των Εθνοσυνελεύσεων, ο Πρόεδρος της εν Άστρει
Συνελεύσεως και της Β΄ Διοικητικής Περιόδου, ο Πανελλήνιος και Γερουσιαστής επί
Κυβερνήτου, ο Σύμβουλος της Επικρατείας, Αντιστράτηγος και Γερουσιαστής επί
Βασιλείας, απεβίωσε μετά πολυχρόνιον δυστυχώς και πολυβάσανον ασθένειαν τη 18
Ιανουαρίου, εν ηλικία ετών 76. Η γη των Αθηνών να δεχθή έμελλε και τούτον εις
τους κόλπους αυτής μετά πολλών άλλων. Δεν αναφέρομεν την γενομένην των Αθηνών
μεγάλην συγκίνησιν, την πολλήν εκάστου πολίτου λύπην. Η Α.Μ. ο Βασιλεύς ιδίαν
δια των προσωπικών και αλλεπαλλήλων επισκέψεών Του εβεβαίωσε την συναίσθησιν
εαυτού υπέρ ενός των διασήμων πρωταγωνιστών της πατρίδος δια την οποίαν και
τελευτών ούτος εκήδετο αναθέτων το μέλλον μεγαλείον αυτής εις το νέον, τον
πολυπόθητον ημών Μονάρχην. Δεν εσύστησεν εις την μέριμναν Αυτού υιούς, οικείους,
φίλους. Εσύστησε το πέρας της μεγάλης ιδέας του Μαρτίου του 1821. Και ζων άρα
και αποθνήσκων ο περηφανής Π. Μαυρομιχάλης, αυτή η Σπαρτιατική αληθώς καρδία,
αυτός ο πατήρ τοσούτων ενδόξων θανάτων υπέρ τη ελευθερίας και κατά του
Ασιατικού ζυγού, δεν ενέπνεεν άλλο, ειμή τον οποίον οφείλει να πνέη έκαστος
τίμιος άνθρωπος έρωτα υπέρ της πατρίδος. Ετίμησεν άρα ο Βασιλεύς αυτό το
τιμαλφές και μέγα υπέρ της πατρίδος αίσθημα, διατάξας εις τον Στρατόν και την
υπαλληλίαν πενθήμερον δια την αποβίωσιν του Αντιστρατήγου του πένθος. Ετίμησεν η Εξουσία εις το πρόσωπον του
Μαυρομιχάλου τον λαμπρόν και ένδοξον πρωταγωνιστήν, εκδόσασα πρόγραμμα
κανονίζον τα περί της εκφοράς του νεκρού δια της μεγαλυτέρας εκκλησιαστικής,
στρατιωτικής και πολιτικής επισημότητος. Ετίμησαν ευαυτούς οι πολίται συρρεύσαντες εις την κηδείαν τούτου και μ’
όλον το έκτακτον ψύχος της ημέρας, δια να δώσωσι τον τελευταίον ασπασμόν υπέρ
εκείνου όστις ησπάσθη ειλικρινώς την σημαίαν της ελευθερίας και εις τον βωμόν
αυτής έθυσεν ηγεμονείαν, υιούς, αδελφούς, πλήθος άλλων οικείων.
Δύω ρήτορες, ο μεν εν
των ναώ της αγίας Ειρήνης, ο δ’ επί του τάφου, οι Κύριοι Σπ. Τρικούπης και Π.
Σούτσος, επανηγύρισαν τον βίον του διασήμου τούτου Πρωταγωνιστού, τον βίον
αυτού συνδεόμενον μ’ όλον της μεγάλης επαναστάσεως την ιστορίαν. Προτιμότερον δε, δια να
εκφράσωσιν ούτοι την ειδικότητα του Π. Μαυρομιχάλου, ήρκει να αναφέρωσι μόνην
την έναρξιν του αγώνος 1821, καθ’ ήν ήκουσε πρώτος την φωνήν της Αχαϊκής
Λαύρας, μόνην την επιδρομήν του Μαχμούτ Πασά της Δράμας 1822, καθ΄ ήν μετά του
Υψηλάντου και Κωλοκοτρώνου διεκρίθη σωτήρ, μόνην την εν Λακωνία εισβολήν του
Ιβραχήμ Πασά 1826, καθ’ ήν δεν έχει εφάμιλλον. Ήρκει να είπωσιν ότι ουδείς
άλλος έσπειρεν, ως αυτός, θύματα πολυάριθμα κατά τον πόλεμον και ει την
Πελοπόννησον καις εις την Στερεάν άπασαν. Ήρκει να είπωσιν ότι ό,που κίνδυνος,
εκεί Μαυρομιχάλης, ο περιώνυμος λέγομεν Πετρόμπεης, όστις ηγεμών πρότερον μιας
γωνίας της Πελοποννήσου, ηγεμόνευσεν έπειτα όλης της Ελλάδος, ηθικώς μεν δια το
κοινόν προς αυτόν σέβας ένεκα του απεριορίστου πατριωτισμού και των
απαραμμίλλων θυσιών του, εθνικώς δε ως Πρόεδρος της Β΄ Εθνοσυνελεύσεως, ως
Πρόεδρος του Εκτελεστικού τω 1823.
Προτιθέμενοι
να δημοσιεύσωμεν τους εκφωνηθέντας περί αυτού λόγους, δεν έχομεν επί του
παρόντος άλλο να πράξωμεν, ει μη να ευχηθώμεν από καρδίας υπέρ της αιωνίου
αναπαύσεώς του εκ κόλποις Αβραάμ και εν σκηναίς δικαίων. Δεν έχομεν ειμή να
ευχηθώμεν εις τους απογόνους αυτού μόνην των αισθημάτων, του ηρωισμού και της
αγαθής καρδίας του την κληρονομίαν, ήτις μακάριον, ως τούτου, φέρει το τέλος
της ζωής του ανθρώπου».
Επιτάφιος
Επιτάφιος
λόγος του Παναγιώτη Σούτσου (1806-1868).

Ο Π. Σούτσος υπήρξε ρομαντικός πεζογράφος και
ποιητής, γόνος φαναριώτικης οικογένειας της Κωνσταντινούπολης. Με τον αδελφό
του Αλέξανδρο ήρθαν στην Ελλάδα το 1825 και διορίστηκε από τον Καποδίστρια
γραμματέας της Γερουσίας. Εναντιώθηκε όμως στην πολιτική του Κυβερνήτη και
κατέληξε να γίνει ορκισμένος εχθρός του, γράφοντας και βγάζοντας πύρινους
λόγους κατά της πολιτικής του.
Ο
Π. Σούτσος εκφώνησε τον επιτάφιο λόγο στο νεκρό του Πέτρου Μαυρομιχάλη στο
Κοιμητήριο Αθηνών, παρουσία εκατοντάδων παρόντων. Εκεί δεν έκανε κάποια μνεία
στην δολοφονία του Καποδίστρια. Το χειρόγραφο με τον λόγο του το έστειλε προς
δημοσίευση στην εφημερίδα «ΑΙΩΝ». Είχε όμως προσθέσει μια παράγραφο που
αναφερόταν στο γεγονός της δολοφονίας. Η
εφημερίδα δεν τον δημοσίευσε. Να πως αιτιολόγησε την απόφασή της με δημοσίευση
στο φύλλο της 24/1/1848 : «Προσεκτικοί είχομεν ακούσει τον κατά την 18
Ιανουαρίου εκφωνηθέντα υπό του Κυρίου Π. Σούτσου λόγον επί του νεκρού του Π.
Μαυρομιχάλου, αλλά δημοσιευθέντα αυτόν δια του του αριθ. 509 του «Φίλου του
Λαού» είδομεν πολλαχού παραλλαγμένον, και προ πάντων ολόκληρον προστεθειμένον
ένα παράγραφον περί της εποχής του Κυβερνήτου, την οποίαν είχε παρατρέξει εντελώς
ο ρήτωρ επί του τάφου. Βλέποντες δια τούτο, ότι ο δημοσιευθείς λόγος του Κυρίου
Π. Σούτσου δεν είναι αυτός οίος εξεφωνήθη, δεν ηδυνήθημεν να φέρωμεν αυτός εις
τας στήλας του «Αιώνος», καθά δια του προηγηθέντος Αριθμού υπεσχέθημεν, και εις
μόνην περιωρίσθημεν εντεύθεν την δημοσίευσιν του λόγου του Κυρίου Τρικούπη. Και
φρόνιμον και αναγκαίον ήτο το να έμενεν ο λόγος του Κ. Σούτσου καθαρός, οίος
εξεφωνήθη, δια να μη προκαλεσθώσι συζητήσεις, δια να μην αναξύωνται πληγαί
παλαιαί».
Το
επίμαχο απόσπασμα του επιτάφιου λόγου του Παναγιώτη Σούτσου, το οποίο
προστέθηκε είναι το παρακάτω :
«…Η περί της αυτονομίας πάλη παύει και η περί της ευνομίας άρχεται. Υπέρ της
συνταγματικής ελευθερίας ο Πέτρος Μαυρομιχάλης εις το Παλαμίδιον φυλακίζεται.
Καθήμενος δε δέσμιος εν μια των επάλξεων του φρουρίου, βλέπει τον μεν αδελφόν
αυτού Κωνσταντίνον αιματόφυρτον και συρόμενον βιαίως εις τας οδούς του
Ναυπλίου, τον δε Γεώργιον γονατίζοντα προ του θανάτου εμπρός αυτού, ο δε γέρων
εκκαλύπτει την κεφαλήν και άνωθεν ευλογεί αυτούς. Κατά το τέλος του παρελθόντος
αιώνος, ο περικλεής λόρδος Χατάμης εβδομηκοντούτης και ασθενής ών, σύρεται εις
τον βραχίονα του υιού αυτού Πίττου, και εισέρχεται εις την Γερουσίαν της
Αγγλίας την μετά διηνεκούς υπάτου κυβερνώσαν, η γερουσία όλη ενώπιον αυτού
ορθούται. Αυτός δε και θανατιών δίδει τας τελευταίας παραινέσεις εις την
πατρίδα…».
Ο
επιτάφιος λόγος του, στο σύνολό του, δημοσιεύθηκε στην αθηναϊκή εφημερίδα «Η
ΕΘΝΙΚΗ-Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΑΙ Ο ΛΑΟΣ» στο φύλλο της 26/1/1848 (https://digitallib.parliament.gr/display_doc.asp?item=33575&seg=)
και έχει ο εξής:
«Λόγος
επιτάφιος Πέτρου Μαυρομιχάλη, προσφερθείς υπό Παναγιώτου Σούτσου εν τω
Κοιμητηρίω.
Ο πρώτος Απόστολος της Ελληνικής αυτονομίας έρχεται κοιμώμενος εις τας αγκάλας
της δόξης. Ο κινήσας το σιδηρούν άρμα της Ελληνικής Επαναστάσεως, το θραύσαν
την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν, έρχεται ακίνητος επί νεκροφόρου αμάξης! Εκ των
μνημάτων εγέρθητε προς προϋπάντησιν του άλλοτε προέδρου της Πελοποννησιακής
Γερουσίας, αρχιστρατήγου της Πελοποννήσου και αρχηγού της Ελληνικής Δημοκρατίας
Πέτρου Μαυρομιχάλου, ώ Άρατε νέε της Αχαϊας Ανδρέα Ζαήμη! Ώ Φιλοποίμην νέε της
Αρκαδίας Θεόδωρε Κολοκοτρώνη! Οι αγώνες, αι αγρυπνίαι υμών κατά μίαν επταετίαν
συνεχύθησαν προς θεμελίωσιν του Ελληνικού Κράτους και οι κόνεις υμών ήδη
συνενωθήσονται κατά τον άπαντα αιώνα. Εις
το κοιμητήριον φεύ! Άπας ο Ελληνικός αγών εισέρχεται. Ενταύθα τι βλέπω; Βλέπω
τάφους πενιχρούς άνευ μαρμάρου, άνευ επιγραφής, υφ’ ούς κείται ανώνυμος μία
μεγαλειότης μεγαλώνυμος της Ελληνικής παλιγγενεσίας!.... Ύψιστε Κύριε!
Πόσους μεγαλοσχήμους άνδρας καταναλίσκει
ο θρίαμβος της ελευθερίας αφινομένης, ως κληροδότημα εις νέους απογόνους! Οι άνδρες εκείνοι της Ελλάδος των οποίων η
χείρ τανυθείσα εσάλευσε τον από Ευρώτου μέχρις Ίστρου και μέχρις Ευφράτου και
μέχρι Νείλου παλαιόν κόσμον, ουδέ στέγην έλαβον ζώντες, ουδέ μνημείον έχουσι
θανόντες εις το κράτος, όπερ αυτοί εδημιούργησαν! Καθώς ο αρχαίος ζωγράφος
εκάλυψε την εικόνα της λύπης, φοβούμενος μήπως ασκεπής μένουσα, δεν εκφράση
αρκούντως τους σπαραγμούς της ανθρωπίνου καρδίας, έπρεπεν, ώ Έλληνες να καλύψω
δια της σιγής μου την θλίψην μου. Αλλά συρόμενος υπό του χρέους και της φιλίας,
ήλθον ενταύθα να δαπανήσω λείψανα τινά φωνής, ουδέποτε άλλοτε ακουσθησομένης
επί των μνημείων. Ότε ο Σεμίραμις της Άρκτου, Αικατερίνη Δευτέρα,
διαλογισθείσα, ότι το Ρωσσικόν κράτος παρά της Ελληνικής Αυτοκρατορίας
παρέλαβεν επί της Αρχοντίσσης Όλγας την Χριστιανικήν θρησκείαν, τας ωραίας
τέχνας και τα πρώτα της κοινωνικής ευημερίας σπέρματα, έτεινε χείρα βοηθείας
προς την Ελλάδα, τότε Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ο πάππος του περιφανεστάτου τούτου
νεκρού, ενέπλησε ρίγους αγαλιάσεως την περί τον Ευρώταν και τον Κνακίωνα
πλανωμένην σκιάν του Λυκούργου, κηρύξας την ελευθερίαν μετά του Κρεββατά,
Ζαήμου και Βενάκου. Επέπεσον εις τας
Καλάμας, εισέβαλον εις την Σπάρτην, κατέλαβον την Πύλον, επολιόρκησαν την
Τρίπολιν. Αλλά των επιβιβασθέντων ολίγων Ρώσσων απελθόντων μετ’ ού πολύ, και
της Αλβανίας εισπηδησάσης εις την Πελοπόννησον, εκείνος επαλινδόμησε. Κατά δε
το Αλμυρόν μετά του πολεμόφρονος υιού του Πιέρου Μαυρομιχάλη νικήσας τον
Οθωμανόν Σατράπην, εβίασεν αυτόν εις παραδοχήν συνθήκης, δι’ ής η από Μαλέου
και Ταινάρου μέχρις Αρεουπόλεως και Λιμηρά Επιδαύρου Λακωνία, εκηρύχθη
αυτοκυβέρνητος Ηγεμονία. Εις χώραν αυτόνομον και υπό του επαναστατικού πυρός
καιομένην έτι, ο μέλλων εμπρηστής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας Πέτρος
Μαυρομιχάλης εγεννήθη. Διαβάς τας Άλπεις ώς ο Αννίβας, θηραγρεύων την Ασίαν ως
ο Μέγας Αλέξανδρος, μελετών έκτοτε να διαβή τον Ρουβίκωνα, ως ο Ιούλιος Καίσαρ ο στρατηγός Βοναπάρτης διημέρευσεν εις
Ενετίαν. Ο υψηλόφρων Πέτρος Μαυρομιχάλης ποντοπορήσας και προς αυτόν παραστάς
εξητήσαντο την απελευθέρωσιν της
Ελλάδος. Ο Βοναπάρτης ευμενήσας αυτόν, «Μακάριος, απεκρίθη, όστις ελευθερώσας
την μητέρα του Θεμιστοκλέους και Λεωνίδου ενώση το εαυτού όνομα μετά του
ονόματος εκείνων!.... η Ελλάς και η Ρώμη πληρούσιν όλην την ανθρώπινον
ιστορίαν. Προ αιώνων ο Όμηρος και εις αιώνας άδει. Οι θεοί της Ελλάδος και
διωχθέντες από της γης, διενεμήθησαν τους πλανήτας και δεσπόζουσιν έτι τον
ουρανόν….. οι Έλληνες γρηγορείτε και περιμένετε!.... αλλ’ η δια Γάλλων
απελευθέρωσις της Ελλάδος, απέβη ματαία, Ρήγας δε ο Φεραίος παραδοθείς δέσμιος
εις τους Οθωμανούς και εις τον τόπον της σφαγής απαγόμενος, έκλινεν ως ο
Ρωμαίος εκείνος Ουιργίνιος προς την γην, και δράξας κόνιν και σχεδάσας αυτήν
ανέκραξεν «Από της κόνεως εμού εξελεύσεται το Ελληνικόν έθνος». Η Ελλάς και ο
Πέτρος Μαυρομιχάλης επερίμενον αλλά τέλος τα μέλη της Φιλικής Εταιρίας ως
Κύκλωπες εν τω σκότει εργαζόμενοι, εσφυρηλάτησαν τους κεραυνούς της Ελευθερίας.
Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης διατελών Ηγεμών της Λακωνίας συνώμοσε τότε μετά του
Αλεξάνδρου την Ανάστασιν της Ελλάδος. Το βαρυηχές όνομα του Πέτρου Μαυρομιχάλου
κυβερνώντος ένοπλον επικράτειαν μαχίμων Λακώνων ο Μονόχειρ εθεώρησε ως το
πρώτιστον κεφάλαιον της επιτυχίας, ότε ανυπόμονος έκραζεν από Πετρουπόλεως προς
την ειμαρμένην «Δος μοι να στω και την Ελληνικήν γην κινήσω». Αλλά τον προς
ανατροπήν της Οθωμανικής Επικρατείας μοχλόν ήδη ο Υψηλάντης έστηνεν εις τα
ηγεμονίας των δύο Σούτσων. Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης τότε προς προπαρασκευήν των
Ελλήνων εξαπατά τους Οθωμανούς στέλλων όμηρον τον υιόν αυτού Αναστάσιον εις τον
εν Τριπόλει Σατράπην. Παρασκευασθέντος δε του δράματος, καθώς ο λυτρωτής της
Ελβετίας Γγιλλιώμος Τέλλος, εκτοξεύων το θανάσιμον βέλος επί του μήλου του
υφισταμένου εις την κεφαλήν του παιδός αυτού, και άλλο έχων έτοιμον κατά του
τυράννου, υπέλεγεν «απόλοιτο το τέκνον μου, αλλά ζήτω η πατρίς μου», ομοίως ο πρώτος λυτρωτής της Ελλάδος Πέτρος
Μαυρομιχάλης, έχων τον υιόν αυτού όμηρον εις τας μιαιφώνους χείρας του
Σατράπου, και άμα κηρύττων πρώτος απάντων την Ελληνικήν επανάστασιν έκραξεν
«Απόλοιτο το τέκνον μου, αλλά ζήτω η πατρίς μου». Κατά την εικοστήν δευτέραν
Μαρτίου του 1821 έτους ο γίγας από του εκατοντακορύφου Ταϋγέτου, ανεκραύγασε
προς τους Έλληνας. Έλληνες χαίρετε!
Αι
χείρες μας δεδεμέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς της βαρβαρικής Τουρκίας
αλώσεις, φέρουσιν ήδη τα όπλα κατά των τυράννων. Αι κεφαλαί μας κλίνουσι
πρότερον τον αυχένα αποτεινάσσουσιν ήδη τον ζυγόν. Η γλώσσα μας αδυνατούσα
πρότερον να προφέρη άλλο, ειμή παρακλήσεις προς εξιλέωσιν των τυράννων, ήδη
διαδίδει εις τας ηχώ το γλυκύτατον όνομα της ελευθερίας. Εις την φωνήν αυτήν, ο
ιεράρχης Γερμανός και οι δύο Ανδρέαι απεκρίναντο και σύμπασα η Αχαϊα ωρθώθη
αλαλλάζουσα. Εις την φωνήν αυτήν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και οι αδελφοί
Δεληγιάνναι απεκρίναντο και σύμπασα η Αρκαδία ωρθώθη σκιρτώσα. Η δε Λακωνία και
Μεσσηνία ανωρθώθησαν ποδοβολούσαι, όλοι δε άμα επείσθησαν οι πόδες του
πολυπίδακος Ταϋγέτου και η βοή κα ιο κτύπος κατέβησαν δια του Ταινάρου και εις
τον χαλκόπυλον άδην, ο δε Άναξ των νερτίρων Αϊδωνεύς επήδησεν από του θρόνου
και εβόησε και αυτός!...Έδδεισε δ’ υπένερθεν άναξ ανέρων Αϊδωνεύς Δείσας δ’ εκ
θρόνου άλτο και ίαχε (Όμηρος).
Ο
μεγαλοβραχίων Πέτρος Μαυρομιχάλης μετά του Μουρζίνου, Καπετανακών και άλλων
Λακώνων καταβαίνει καταρράκτης πολύρρειθρος εις την Αρκαδίαν, και μετά του
Θεοδώρου Κολοκοτρώνου, Δημητρίου Υψηλάντου και άλλων πολιορκεί την Τρίπολιν. Ο
αδελφός αυτού Κυριακούλης ανήρ μεγαλοπράγμων και αριήφιλος, τρέχει προς την
Λακεδαίμονα και μετά του Παναγιώτου Γιατράκου κυριεύει την Σπάρτην και τα πέριξ
φρούρια. Ο έτερος αδελφός αυτού Αντώνιος τρέχει προς την Μεσσηνίαν και πολιορκεί
την Κορώνην. Η μάχη της Βαλτέτσης
κρίσιμος δια την άλωσιν της Τριπόλεως και δια την απελευθέρωσιν της
Πελοποννήσου κρατείται, ο δε Κυριακούλης και ο Ηλίας αγλαόν τέκνον του Πέτρου
Μαυρομιχάλου δοξάζονται, αράμενοι περιφανή νίκην. Η Τρίπολις τότε πίπτει
και κατόπιν η Ακροκόρινθος εις τας Ελληνικάς χείρας, ο δε Πέτρος Μαυρομιχάλης
βαίνει απανταχού, κολοσσός φέρων μεθ’ εαυτού την νίκην και την δόξαν. Ο
Χουρσίτης όμως, αρχιστράτηγος της Τουρκίας, ετοιμάζει εκστρατείαν δώδεκα
μυριάδων Οθωμανών. Πολιορκεί δε το Σούλιον και αι στρατιαί αυτού καταβαίνουσι
μέχρι της Ευβοίας. Ο Κυριακούλης λαμβάνει την δεξιάν πτέρυγα, ο Ηλίας την
αριστεράν του Ελληνικού στρατού και βαίνουσιν ο μεν εις την Ήπειρον ο δε εις
την Καρυστίαν, εμπροσθοφύλακες στρατηγέται της Ελλάδος. Αλλ’ η ελευθερία πίπτει
επί του προσώπου αυτής σκέπην πένθιμον, διότι τον μεγαλοφυή αυτής παίδα Ηλίαν
ημέρα μόρσιμος εύρεν. Ο δε Κυριακούλης ως Σαμψών αποθνήσκει και αυτός υπό τα
ερείπια του Οθωμανικού οικοδομήματος, το οποίον η χείρ αυτού ανέτρεπεν. Τότε η
Βουλή της Ελλάδος πορεύεται προς τον εν Κορίνθω διημερεύοντα Πέτρον
Μαυρομιχάλην και αποτείνει προς αυτόν λόγους παραμυθητικούς. Αυτός δε ο μέγας
ανήρ του Πλουτάρχου φέρων το πένθος μόνον της πολιτείας, «Δοξάσωμεν, λέγει, τον Ύψιστον, ότι αμφότεροι ετελεύτησαν αξίως και της
Σπάρτης και εαυτών». Αλλ’ ο Χουρσίτης νικητής σκηνούται εις την Λεβαδείαν
προπέμπων εις μεν την Πελοπόννησον τον Δράμαλην, εις δε την Δυτικήν Ελλάδα τον
Βριώνην και τον Ρεσίτην. Ο Δράμαλης προβαίνων κυριεύει την Ακροκόρινθον και
καταβαίνει μέχρι των πυλών του Άργους. Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης τότε, πριν έτι από
Πατρών φθάση ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, τρέχει μετά του Δημητρίου Υψηλάντου και
Παναγιώτου Κρεββατά και φράττεται τείχος κατά των βαρβάρων. Ο υιός αυτού
Γεώργιος και ανεψιός αυτού Ηλίας καταλαμβάνουσι το φρούριον Άργους μετά του
Δημητρίου Υψηλάντου και Πάνου Κολοκοτρώνου και εις παγίδα εμβάλλουσι την
στρατιάν του εχθρού. Εξολοθρευθέντος δε κατά κράτος του Δραμαλικού στρατού ο
Πέτρος Μαυρομιχάλης τρέχει χαλκοβαρής και προς σωτηρίαν του Μεσολογγίου, όπου ο
Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Μάρκος Βότσαρης διεμάχοντο γενναίως και διασώζει
αυτό μετά του Ανδρέου Ζαήμου, Ανδρέα Λόντου και Κανέλλου Δεληγιάννου. Οι εχθροί
πνίγονται εις τον βαθυρρύτην Αχελώον, ως οι ασεβείς στρατοί του Φαραώ. Ο δε Ηλίας
Κατσάκος Μαυρομιχάλης καταδιώκει αυτούς και πνιγομένους, ούτως ο Χουρσίτης
αποβαλών δύω στρατιάς, νικηθείς και αυτός υπό του Οδυσσέως Ανδρούτσου,
προλαμβάνει δια του κωνείου την οργήν του Σουλτάνου, αλλ’ από του Βυζαντίου
δήμιος ιππεύς ελθών, εκθάπτει τον νεκρόν, αποκόπτει την κεφαλήν αυτού και το
Βυζάντιον εν πινακίδι φέρει αυτήν. Μετά τον Χουρσίτην ο Αιγύπτιος Ιβραήμης
αποβαίνει μετά μεγάλου στρατού το Νιόκαστρον και νικά την Ελλ. Στρατιάν. Ο
Ιωάννης Μαυρομιχάλης, έτερος λεοντιδεύς του Πέτρου Μαυρομιχάλου, ορμά κατ’
αυτού. Θέλων δε ν’ αποπλύνη την αισχύνην της Ελληνικής ήττης, επιπίπτει έφιππος
εις την ανοιγμένην άβυσσον του Ιβραημικού στρατού και τελευτά. Ομοίως έφιππος
και φέρων την σιδηράν αυτού πανοπλίαν, ο ήρως εκείνος της Ρώμης Μάρκος Κούρτιος
ερρίφθη εκουσίως εις την ανοιχθείσαν εν τη Ρώμη άβυσσον και άφαντος έγινεν. Ο
νεανίας απέθανεν, ουδέ σκεπτόμενος αν η πατρίς μνημονεύη πτέ το όνομα αυτού.
Αλλά το όνομα αυτού προφερόμενος έτι, αφίητεν ηχώ ελευθερίας και δόξης. Ο
Ιμπραήμης τότε καθ’ όήν την Πελοπόννησον καίει, λαφυραγωγεί, νικά και βαίνει
ακώλυτος. Τις αναχαιτίζει τον Αιγύπτιον ίππον; Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης μετά
του Δημητρίου Υψηλάντου και Ιωάννου Μακρυγιάννου εις τους Μύλους της Ναυπλίας.
Τίνες και νικώσι τον Ιβραήμην; Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ο Ηλίας Κατσάκος
Μαυρομιχάλης, ο Αναστάσιος Μαυρομιχάλης εις το Αλμυρόν και ο Κωνσταντίνος
Μαυρομιχάλης εις το Δηρόν, επιβάντα την αυτήν ημέραν δια ξηράς και δια
θαλάττης…. Οίκος ατρόμων ανδρών! Ρήγουλοι, Κόκλιοι, Οράτιοι και Σκαιούλαι της
αρχαίας Ρώμης εκτοπισθέντες εκείθεν και μετοικήσαντες εις την Λακωνίαν!
Η περί της αυτονομίας πάλη
παύει και η περί της ευνομίας άρχεται. Υπέρ της της συνταγματικής ελευθερίας ο
Πέτρος Μαυρομιχάλης εις το Παλαμίδιον φυλακίζεται. Καθήμενος δε δέσμιος εν μια
των επάλξεων του φρουρίου, βλέπει τον μεν αδελφόν αυτού Κωνσταντίνον
αιματόφυρτον και συρόμενον βιαίως εις τας οδούς του Ναυπλίου, τον δε Γεώργιον
γονατίζοντα προ του θανάτου εμπρός αυτού, ο δε γέρων εκκαλύπτει την κεφαλήν και
άνωθεν ευλογεί αυτούς. Κατά το τέλος του παρελθόντος αιώνος, ο περικλεής λόρδος
Χατάμης εβδομηκοντούτης και ασθενής ών, σύρεται εις τον βραχίονα του υιού αυτού
Πίττου, και εισέρχεται εις την Γερουσίαν της Αγγλίας την μετά διηνεκούς υπάτου
κυβερνώσαν, η γερουσία όλη ενώπιον αυτού ορθούται. Αυτός δε και θανατιών δίδει
τας τελευταίας παραινέσεις εις την πατρίδα.
Ομοίως κατά την 3 Σεπτεμβρίου ότε αι Αθήναι εξεκενώθησαν, ως πόλις νεκρά, της
οποίας οι κάτοικοι διεσπάρησαν, πολλοί δε συνήλθον και περί το συμβούλιον του
κράτους, ο Πέτρος Μαυρομιχάλης εβδομηκοντούτης ών και ασθενής ήλθε φερόμενος
εις το Συμβούλιον. Η λευκότης των οφρύων αυτού, το πυρ των βλεμμάτων αυτού
ανεκάλη την μεγαλειότητα των προφητών. «Ώ Έλληνες!» είπε, «με την Συνταγματικήν
πολιτείαν έχομεν τη έκτασιν των ορίων. Εις την Κωνσταντινούπολιν Έλληνες! Εις
την Κωνσταντινούπολιν». Και πιστεύσατε εις την πρόρρησιν ταύτην του Πέτρου
Μαυρομιχάλου. Άμα ομονοούντες και φιλότιμοι γενόμενοι, καταστήσωμεν το
Ελληνικόν τούτο κράτος ευνομούμενον, πλούσιον και ζηλωτόν παρά της έξω Ελλάδος.
Η μαρτυρία του πρωτομάρτυρος τούτου τελεσθήσεται ειρηνικώς καθώς οι ποταμοί
ερχόμενοι μακρόθεν πίπτουσιν εις τους κόλπους του Ωκεανού, ούτω και Θράκες και
Μακεδόνες και Θεσσαλοί και Ηπειρώται, θέλουσι πέσει ομού εις τας αγκάλας της
Ελληνικής ελευθερίας.
Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης μετά την 3 Σεπτεμβρίου υπήρξεν ανήρ συντηρητικός, διότι
εφοβείτο δικαίως, μη εκτοπισθέντος του θρόνου αναφανή κάτωθεν άβυσσος. Αλλά
ηγάπα θερμώς την συνταγματικήν πολιτείαν, την πολιτείαν του Λυκούργου, ήν
ανεύρομεν εις τα ερείπια είκοσι επτά αιώνων, περί δε τα τέλη της ζωής αυτού
ησθάνθη την ηθικήν εκείνην απαύδησιν, την οποίαν εξέφρασε ο Μάρκος Βρούτος προς
τον Κάσιον ειπών «απαλλάξομαι, την τύχην επαινών, ότι δους τη πατρίδι τον
εμαυτού βίον, άλλον έζησα ελεύθερον».
Εκοιμήθη
χθες τον ύπνον του δικαίου, εκλείπων ως ο Ιακώβ βαθμηδόν και τους παίδας αυτού
ευλογών.
Προτομή αθλητική, κεφαλή Διός, τράχηλος
όρθιος δεικνύων την αφοβίαν αυτού, στόμα λέοντος, βλέμμα επιβλέπον και
καταμετρούν υπρηφάνως την γην, φωνή βροντώδης και ηγεμονική, ανάστημα
κολοσσαίον, τοιούτος υπήρξεν ο εξωτερικός Πέτρος Μαυρομιχάλης. Ανήρ ών
ατρόμητος, υπήρξεν εις μεν τα στρατόπεδα η χείρ, εις δε τα συμβούλια η κεφαλή
της Ελληνικής Επαναστάσεως, αναφανείς αφιλοκερδέστατος απέπεμψε και τον
γυναικωνίτην του Χουρσίτου πλήθοντα χρυσίου και αδαμάντων, και απεποιήθη τους
πολυταλάντους προσφοράς του Κιαμήλου και απέτρεψε τους οφθαλμούς αυτού από των
εκπεσομένων εις Ναύπλιον εθνικών γαιών και οικών ήλθε δε εις το μνημείον φέρων
μόνον τον τρίβωνα της ηγεμονίας αυτού τετριμμένον. Υψηλόφρων ανήρ τα μέγιστα,
εθεώρησε και την αρχήν αυτήν ευτελές τι. Έδραμεν δε αείποτε, όπου η δόξα ήτον
ώνιος αίματος.
Ο Θεός ήτον η επουράνιος αυτού λατρεία, η πατρίς η επίγειος. Και ως Ποιδάρητος
και ο Βρασίδας έρριπτεν από του στόματος λόγους αρχαίους και βαρείς, ως τα
χαλκά νομίσματα της αρχαίας Σπάρτης.
Αι
κοινωνίαι εις τας κυοφορήσεις αυτών, ως αι τέκτουσαι γυναίκες, απειλούνται υπό
καταστροφής εγγιζούσης, τότε δε οι πολλοί καταπατούνται. Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης
όμως ανεδείχθη ανώτερος και των μεγάλων συμβάντων της Ελληνικής Επαναστάσεως.
Μεταξύ των συγχρόνων αυτού δεν έλαβε τον ίσον του, έχει δε δευτερότοκον αδελφόν
ένα μόνον, τον Λάζαρον Κουντουριώτην.
Κύριε,
από σου έρχεται το φως του κόσμου και το φέγγος της αληθείας. Συ αποστέλλεις
εις την γην την ελευθερίαν ήτις ακάματος, ως η φλόξ του κεραυνούς σου, έρχεται
εις ημάς. Ο δάκτυλός σου δε τότε σημειοί ως στρατιώτας αυτής τους λογάδας των
εθνών. Στρατιώτης μεγαλοσπάθης και πολυδύνατος υπήρξεν ο Πέτρος Μαυρομιχάλης
εις την ανατολήν γενέθλιον τόπον σου, κοίτην του ηλίου και άσβεστον εστίαν
πυρός, όθεν τα έθνη σύμπαντα ήναψαν τας λαμπάδας της φωταγωγίας αυτών.
Κύριε
δέξου υπό την σκέπην σου τον όσιον Τωβίν τουτονί, όστις αναβαίνων τον ουρανόν
και τας Αθήνας ευλογών, κράζει ως εκείνος «Ιερουσαλήμ η νέα, χαίρου και
αγαλλιάσαι ότι τα τείχη σου οικοδομηθήσονται σαπφίρω και σμαράγδω και λίθω
επιτίμω».
Και
Σεις ω Ιεράρχαι και ιερείς του Υψίστου και λειτουργοί των ναών Αυτού, μη
διακόπτετε τα προσευχάς υμών προς ανάπαυσιν της ψυχής αυτού. Και Σεις παρόντες
χριστιανοί! Και Σεις αγωνισταί αυτού ή τέκνα των συναγωνιστών αυτού! Συνοδεύετε
τας θρησκευτικάς δεήσεις δια πανδήμων ευχών και κράζετε μετ’ εμού «Αναπαύσει
αυτόν ο Κύριος ο Θεός εν κόλποις αυτού».
Ο
Τάφος του Πετρόμπεη
Με βάση όλες τις αναφορές
ο νεκρός του Πέτρου Μαυρομιχάλη κηδεύτηκε, κατ’ αρχήν, στο Α΄ Νεκροταφείο της
Αθήνας, στο οποίο σήμερα βρίσκεται το ταφικό μνημείο της Οικογένειας
Μαυρομιχάλη.
Όμως με βάση ασφαλείς
αναφορές η σορός του μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε στο Λιμένι της Μάνης όπου ήταν
ο τόπος κατοικίας τους και ορμητήριό τους και μέχρι σήμερα ορθώνεται ο πύργος
της οικογένειας. Ο Θεόδωρος Βελλιανίτης είναι ξεκάθαρος και γράφει πως «…Η Ελλάς εκήδευσεν αυτόν εν τιμή και
δόξη, ο δε νεκρός εκομίσθη εις την βραχώδη και αγρίαν εκείνην χώραν, της οποίας
εξεπροσώπει την δόξαν. Εκεί παρά τω Λιμένι ευρίσκεται ο τάφος του και σήμερον ο
βοσκός, ο οδηγών εκείθεν τα πρόβατά του, δεν ατενίζει πλέον τον πύργον, τον
στολισμένον με τα κρανία των απίστων, αλλά την μαρμάρινην μορφήν του ανδρός
εκείνου, όστις κατά το έαρ του 1821, εις τας ανθοσπάρτους πεδιάδας της
Μεσσηνίας, εκήρυξε τον Αγώνα υπέρ της Ελληνικής αυτονομίας».
Από
την μνημόσυνη τελετή την 17/1/2024, που τέλεσε ο σεβ. Μητροπολίτης Μάνης
Χρυσόστομος Γ΄, στον τάφο του, στο Κοιμητήριο στο Λιμένι, για την συμπλήρωση
176 ετών από τον θάνατο του Πέτρου Μαυρομιχάλη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου