Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

ΝΕΔΟΥΣΑ ΑΛΑΓΟΝΙΑΣ ΤΑΥΓΕΤΟΥ-ΔΡΩΜΕΝΟ ΕΥEΤΗΡΙΑΣ-

ΔΡΩΜΕΝΟ ΕΥEΤΗΡΙΑΣ ΝΕΔΟΥΣΑΣ ΤΑΥΓΕΤΟΥ

ΝΕΔΟΥΣΑ  ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ
ΔΡΩΜΕΝΟ ΕΥΕΤΗΡΙΑΣ

ΤΗΣ  ΚΑΘΑΡΑΣ  ΔΕΥΤΕΡΑΣ

   
        

         Το Καρναβάλι της Νέδουσας είναι ένα Δρώμενο Ευετηρίας και γίνεται κάθε χρόνο την Καθαρά  Δευτέρα στο ομώνυμο χωριό, το οποίο βρίσκεται στον Ταΰγετο, στην περιοχή Αλαγονίας, και διοικητικά ανήκει στον Δήμο Καλαμάτας. Αν και η Νέδουσα απέχει μόλις μισή ώρα από την Καλαμάτα, το Καρναβάλι της παρέμενε άγνωστο στους περισσότερους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής.        
         Για την αξία του Καρναβαλιού της Νέδουσας μίλησε διεξοδικά σε εκπομπή της ΕΤ1 το 1999,  ο καθηγητής κ. Μιχάλης Μερακλής και ανέλυσε τα βασικότερα στοιχεία του. Ιδιαίτερα η συνύπαρξη  τριών τελετουργικών πράξεων που συναντώνται στα ευετηρικά δρώμενα,  δηλαδή  Όργωμα-Σπορά, Γάμος, Θάνατος-Ανάσταση, είναι στοιχεία που δεν απαντούν σήμερα όλα μαζί, σε άλλα παρόμοια γνωστά  καρναβάλια-δρώμενα, ιδιαίτερα σε αυτά τα πανελληνίως γνωστά που τελούνται στη Β. Ελλάδα.            
          Στις 16 και 17 Φεβρουαρίου 2001 οργανώθηκε στην Καλαμάτα, από το Κέντρο Λαογραφικών Μελετών Καλαμάτας και το σύλλογο Νεδουσαίων Καλαμάτας, Επιστημονική Συνάντηση Λαογραφίας, με εισηγητές τους κυρίους Μ.Γ.Μερακλή, ομότιμο καθηγητή Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρο της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, Βάλτερ Πούχνερ, καθηγητή Θεατρολογίας του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, και Γ.Ν.Αικατερινίδη, δρα Λαογραφίας διευθυντή-τότε-Ερευνών του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.

          Αυθεντικό Αγροτικό Καρναβάλι μόνο στη Νέδουσα γίνεται. Και αυτό συμβαίνει, διότι εδώ δεν υπάρχουν θεατές,  παρά μόνο συν-εορταστές και συμ-ποσιαστές. Υπάρχουν δεκάδες κάτοικοι του χωριού που αποτελούν το «θίασο» και δίνουν τον τόνο στον γονιμικό χαρακτήρα της ημέρας. Υπάρχουν επισκέπτες, οι οποίοι δεν παρακολουθούν απλώς τη δράση του «θιάσου», αλλά συμμετέχουν με ποικίλους τρόπους. Ο χαρακτηρισμός του λοιπόν σαν «λαϊκού» δίκαια αποδίδεται, αφού δεν οργανώνεται από  τους «άρχοντες» για να προσφερθεί στο «λαό», όπως στα αστικά καρναβάλια, αλλά, αντίθετα, οργανώνεται  αυθόρμητα από το «λαό» και προσφέρεται με μια ευγενέστατη προσφορά στην κοιτίδα όλων τους, στο χωριό τους, στη Μεγάλη Μητέρα. Είναι διάχυτη η άποψη στους κατοίκους ότι «αν δεν γίνει μια χρονιά το Καρναβάλι, δεν θα’ ναι καλό για το χωριό».
         Τα λαϊκά δρώμενα είναι ομαδικές μικροτελετές μαγικοδραματικού χαρακτήρα, με σκοπό την εξασφάλιση της ευετηρίας. Το μαγικοδραματικό είδος που αντιπροσωπεύει τις προ-θρησκευτικές ιεροπραξίες της ανθρωπότητας, αποτέλεσε το υπόβαθρο των μεταγενέστερων θρησκευτικών τελετουργιών της αρχαιότητας. Σήμερα συναντάται στις ιεροπραξίες των πρωτόγονων φυλών, αλλά και σε λαϊκά έθιμα πολιτισμένων λαών, «ως γέννημα επιβιουσών δεισιδαιμόνων πίστεων και της βαθιάς φυσιολατρείας  των πληθυσμών της υπαίθρου», γράφει ο Β.Πούχνερ.
         Το αρχαίο θέατρο ξεκίνησε από τα λατρευτικά δρώμενα, το νεότερο θρησκευτικό δράμα από λειτουργικές τελετές, το λαϊκό θέατρο, στις πρωτοβάθμιες παραδοσιακές του μορφές τουλάχιστον, από παραστατικά έθιμα.
         Πιο πάνω χρησιμοποιήθηκαν οι λέξεις «λαός» και «λαϊκός». Οι δύο αυτοί όροι στα ευετηρικά δρώμενα, έχουν ορισμένα ποιοτικά κριτήρια που τους χαρακτηρίζουν. Γράφει ο Β. Πούχνερ : «Με τον όρο «λαό» εννοούμε, πληθυσμιακά στρώματα χωρίς έντονη επαφή με τη βιομηχανική επανάσταση, προσκολλημένα σε μία τοπική ή και γενικότερη παράδοση, η οποία καθορίζει αυστηρά όλο το βίο τους, ως και τις τελευταίες λεπτομέρειες, και η οποία μεταδίδεται από γενιά σε γενιά με τρόπο κυρίως προφορικό. Πρόκειται για μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων, όπου η ομοιομορφία του πολιτισμού τους δημιουργεί τάσεις για συλλογική συνείδηση και ομαδικό ψυχισμό, για αλληλοβοήθεια και αλληλεγγύη, που αποθαρρύνει  την εξατομίκευση του προσώπου και την πρωτοβουλία του με πράξεις και σύμβολα κοινού ελέγχου. Τέτοιες κοινωνικές ομάδες συναντιούνται κυρίως στην ύπαιθρο, αλλά και στα αστικά κέντρα, και τείνουν, με τις γενικότερες κοινωνικές μεταβολές στον 20ό αιώνα σε πανευρωπαϊκή  κλίμακα, να μετασχηματιστούν.
         Τα κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του «λαϊκού» θεάτρου είναι : η συλλογικότητα της παραγωγής  και της αποδοχής, η ενεργός συμμετοχή του κοινού στην παράσταση, η κοινή αισθητική, η τυποποίηση και ο αυτοσχεδιασμός και η διαμόρφωση, τέλος,  μιας από κοινού  αποδεκτής παράδοσης. Σε όλες σχεδόν τις εκφράσεις του κυριαρχεί ένα βιοτονωτικό στοιχείο, θετικό, αισιόδοξο. Σ’ αυτό το σημείο διαφαίνεται ακόμη η εθιμική ρίζα του, η προέλευσή του από τη γονιμολατρεία, η αρχική μαγική του σκοπιμότητα για την εξασφάλιση της καλοχρονιάς και της γονιμότητας αγρών, ζώων και ανθρώπων. Γι’ αυτό  το λαϊκό  θέατρο είναι σχεδόν πάντα κωμικό και το απλό του  μήνυμα εκφράζει τη νίκη των δυνάμεων της  ζωής.»
         Ταυτίζοντας  τις παραπάνω ερμηνείες με το συγκεκριμένο χωριό Νέδουσα, δεν είναι άξιο απορίας  πώς το Δρώμενο-καρναβάλι επιβίωσε μέχρι σήμερα. Το σύνολο των κύριων πράξεων που το αποτελούν, στη σημερινή μορφή, δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά στα χρόνια που πέρασαν. Οι πράξεις αυτές θα γινόντουσαν και πριν από χιλιάδες χρόνια, ίσως, στον ίδιο εστιακό χώρο με ίδια ή πιο αρχαϊκή μορφή. Δεν είναι μόνο η σύγχρονη ανάγκη μιας αποκριάτικης εκδήλωσης με θέμα τη μεταμφίεση, αλλά κυρίως το γεγονός ότι οι σημερινοί κάτοικοι κληρονόμησαν από τους προγόνους τους το «φόβο» που προκαλούν τα φυσικά φαινόμενα, και θέλησαν με γιορτές και ιεροτελεστίες, που έχουν παγανιστική αγροτική προέλευση, να εξασφαλίσουν τη συνέχιση της ζωής και να σιγουρέψουν την υγεία και τη γονιμότητα. Τουλάχιστον αυτή ήταν η αρχική αιτία για τη δημιουργία αυτού του τύπου δρωμένων.
         Πράγματι αυτοί που σήμερα, παιδιά, νέοι, ενήλικες και ηλικιωμένοι, συνεχίζουν την παράδοση του Καρναβαλιού, είναι αυτοί που δεν ξέκοψαν από το χωριό, ζουν εκεί ή στην Καλαμάτα. Όλοι τους είναι λάτρεις της τοπικής παράδοσης (τραγούδι, χορός, διατροφή, μουσικά όργανα, ψυχαγωγία, σχέσεις). Πρώτη φορά συναντήσαμε στον πληθυσμό  ενός χωριού τόση ομοιόμορφη αφομοίωση του πολιτισμού τους, εξαιρετικά υψηλή ευαισθησία στις ευθύνες τους για τις υποχρεώσεις της κοινότητός τους, χωρίς καμία καταπίεση, απλούστατα γιατί υπάρχει συλλογική και κοινοτική συνείδηση, την αλληλεγγύη  στις ατομικές και επαγγελματικές προσπάθειες του καθενός που προέρχεται από το χωριό, στα όρια της υπερβολής, αλλά και την απουσία της ατομικής προβολής με την υποχώρηση  του «εγώ» σε όλες τις κοινοτικές εκδηλώσεις. Εξ ίσου σημαντικό είναι ότι η ίδια συμπεριφορά υπάρχει και στο χωριό, αλλά και στην Καλαμάτα όπου ζει και δρα μεγάλο μέρος των Νεδουσαίων. Είναι, κατά τη γνώμη μας, αντιπροσωπευτικό δείγμα «λαού», από τα λίγα φωτεινά μα και ρομαντικά εναπομείναντα.
         Ένα εξίσου σημαντικό στοιχείο που έχει σχέση με την εξέλιξη του Καρναβαλιού, του οποίου η καταγωγή χάνεται στα βάθη των αιώνων, και μαρτυρεί την χωρίς διακοπή συνεχή κατοίκηση  του χώρου της σημερινής Αλαγονίας, αρχαίας Δενθελιάτιδος, παρ’ όλες τις επιδρομές αλλοφύλων και ομοφύλων, είναι και η ύπαρξη αξιόλογων αρχαιολογικών μνημείων που συνδέονται με  την ιστορία, τα οποία πιστοποιούν την εξ αρχαιοτάτων χρόνων κατοίκηση της περιοχής. Εν συντομία θα αναφερθούμε στα κυριότερα, όπως τα καταγράφει ο Αλαγόνιος συγγραφέας Αντώνιος Ν. Μασουρίδης, αντλώντας πληροφορίες από τους αρχαίους συγγραφείς Παυσανία και Στράβωνα. : «1) Το εν Λίμναις ιερόν της Λιμνάτιδος Αρτέμιδος στον Βόλυμνο, όπου και ο σημερινός ναός της Παναγίας της Βολυμνιώτισσας και κοινώς Καψοχειροβολοδεματούσας (σελ. 23,24).   2) Το του Διονύσου ιερόν επί της κορυφής του όρους Πυργιώτισσα ή Σιδεροβάγενον, ένθα  υπάρχουσι πενιχρά τινα ερείπια αρχαίου οικοδομήματος  (σελ. 21).  3) Επίσημον ιερόν της Νεδουσίας Αθηνάς, παρά τον Νέδοντα ποταμόν, πλησίον της Καλαμάτας,  (σελ. 22).   4) Ιερόν του Πανός ευρισκόμενον εις απόστασιν ημισείας ώρας από την Καλαμάτα, παρά την όχθην του ποταμού Νέδοντος, ένθα η θέσις «λιθωμένο φίδι»  (σελ. 21)».  Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι το χωριό «έλαβε το όνομα Νέδουσα, από Μεγάλη Αναστάσοβα που ελέγετο, ως ευρισκόμενη μεταξύ δύο ρευμάτων του ποταμού Νέδοντος (σελ. 90)».

          Πιστεύουμε ότι πρέπει να τονιστούν τα βασικά σημεία του Δρωμένου και κάποια κύρια χαρακτηριστικά του, ώστε όσοι σκοπεύουν να επισκεφθούν το χωριό να ενημερωθούν  και να μην εκπλαγούν για το πρωτόγνωρο θέαμα που θα αντικρίσουν.
        Από το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής μαζεύονται στην πλατεία του χωριού γύρω από μια μεγάλη φωτιά. Τα όργανα, νταούλι και φλογέρα, παίζουν διάφορους τοπικούς σκοπούς και τραγούδια για να χορέψει ο κόσμος. Σε όλους προσφέρονται μακαρόνια με τυρί μαζί με κρασί και τσίπουρο. Αρκετοί πηδούν πάνω από τη φωτιά με επίδειξη τόλμης. Μια συνήθεια που η αρχή της χάνεται στο παρελθόν. Οι ανοιξιάτικες φωτιές οφείλουν τη γένεσή τους στην πίστη και τις συνήθειες των αγροτών και αρχικός σκοπός τους ήταν η μαγική επίδραση στους αγρούς και η ευφορία αυτών των τελευταίων, δηλαδή η εκδίωξη του κακού και συνάμα η προαγωγή της βλάστησης.
         Ανήμερα την Καθαρά Δευτέρα στη Νέδουσα συμβαίνουν πράξεις ανεξήγητες για τους περισσότερους αστούς, που έχουν συνδέσει τη λέξη Καρναβάλι με τα γνωστά καρναβάλια κάποιων ελληνικών και ξένων πόλεων, και τα οποία προσφέρονται από τις Δημοτικές Αρχές προς τους δημότες τους. Στη Νέδουσα ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ να πάει ο επισκέπτης για να είναι θεατής, γιατί εκεί δεν υπάρχουν θεατές, υπάρχουν  μόνο συν-εορταστές.
         Η μέρα θα ξεκινήσει με τον έντονο ήχο του ΝΤΑΟΥΛΙΟΥ, που θα ηχήσει το πρωί καλώντας τα «μέλη του θιάσου» να ετοιμαστούν και να πάνε στο σπίτι όπου χρόνια τώρα γίνεται το μουντζούρωμα και η εκκίνηση. Το ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΩΜΑ, από φούρνο  του χωριού που καίγεται όλο το χρόνο, είναι η επόμενη πράξη. Η τελετή του μουντζουρώματος γίνεται με ιεραρχία και τάξη, αφού η μαύρη καπνιά στο πρόσωπο κάνει όλα τα μούτρα, όμορφα και άσχημα, ίδια. Κυρίως η μουντζούρα είναι αντιβασκανικό μέτρο, μα και μία πρόχειρη μάσκα. Όταν όλοι μουντζουρωθούν αρχίζει ο ΑΓΕΡΜΟΣ. Ένας όμιλος ανθρώπων γυρίζει από σπίτι σε σπίτι σε όλο το χωριό και πραγματοποιεί έτσι, συμβολικά, μια κυκλική πομπή, αφού, όπως πιστεύεται ο κύκλος έχει προστατευτική σημασία. Επισκέπτεται όσα σπίτια του χωριού κατοικούνται, ανταλλάσσονται ευχές και τραγούδια με τους νοικοκυραίους και αυτοί τους δίνουν σαν ανταμοιβή διάφορα φαγώσιμα της ημέρας. Ακολούθως όλοι θα καθίσουν στην πλατεία και θα φάνε αυτά που μάζεψαν. Στο κοινό τραπέζι κάθονται και όλοι όσοι παρευρίσκονται. Το κοινό τραπέζι συνδέει με ιερούς δεσμούς όσους συμμετέχουν σε αυτό. Η πρόσκληση σε γεύμα σημαίνει πρόσκληση σε ειρήνη και προστασία. Το νταούλι και η φλογέρα παίζουν και όλοι χορεύουν. Τα δύο αυτά όργανα θα πρωταγωνιστήσουν όλη τη μέρα, αλλάζοντας συχνά χέρια, αφού πάρα πολλά άτομα γνωρίζουν το παίξιμό τους και τα τοπικά τραγούδια. Σημαντικό στοιχείο που αυτά τα όργανα διατηρήθηκαν μέχρι τις μέρες μας είναι και το ότι κατασκευάζονται από ντόπιους.
           Αργότερα  και αφού όλοι φάνε καλά και η οινοποσία έχει προκαλέσει τη σχετική ευθυμία, θα ετοιμαστούν οι ΤΡΑΓΟΙ και θα έλθουν στην πλατεία. Οι τράγοι είναι μέλη του «θιάσου» που μεταμφιέζονται φορώντας παλιά τρίχινα ρούχα, τεράστια κέρατα και κρεμώντας δεκάδες κουδούνια πάνω τους. Επιδίδονται σε εικονικά παλέματα με σκοπό να παραστήσουν τα ζώα εκείνα που ο ερχομός της άνοιξης  τους προκαλεί ασυγκράτητη χαρά και όρεξη για γονιμοποίηση. Οι αυτοσχέδιες μάσκες από το χώρο του ζωικού βασιλείου, αποτελούν συνήθεια γνωστή σε αρχαίους και νεότερους λαούς, κάθε πολιτιστικής βαθμίδας. Αφετηρία αποτελεί η δοξασία ότι αυτός που ντύνεται με δέρμα ζώου ή φορεί προσωπίδα, όσο διαρκεί η μεταμφίεση, ενσαρκώνει εκείνο που εικονίζει και έχει τη δύναμη και τις ιδιότητές του. Στο επεισόδιο που περιγράφεται βασικό ρόλο παίζουν και τα ΚΟΥΔΟΥΝΙΑ τα οποία στους Τράγους της Νέδουσας χρησιμοποιούνται με αποτρεπτική ιδιότητα. Με τη μαγική  δηλαδή δύναμη του ήχου τους προστατεύουν το χώρο και εμποδίζουν τα κακά πνεύματα να πλησιάσουν. Κατά τον Β. Πούχνερ, τα κουδούνια ηχούν στις αρχές της Ανοίξεως για να ξυπνήσουν τους δαίμονες της βλάστησης (προτρεπτικά).

         Η ΑΡΟΤΡΙΑΣΗ που ακολουθεί είναι ίσως η κατανυκτικότερη στιγμή  της ημέρας. Ενώ το νταούλι σκορπίζει διεγερτικούς ήχους, ο «ζευγολάτης», οδηγώντας δύο ζεγμένα  «βόδια», ένα αρσενικό και ένα θηλυκό, εισέρχεται στην πλατεία και εν μέσω των άφωνων συν-εορταστών, «οργώνει» τρεις φορές κυκλικά, αντίθετα από τη φορά των δεικτών του ρολογιού, ενώ ο «θίασος» σπέρνει με πολλών ειδών σπόρους, σκάβει και σκεπάζει, σα να πρόκειται για πραγματικό όργωμα και σπορά, αφού η σοβαρότητα της πράξης δεν αφήνει περιθώρια για γέλια, παρά μόνο για συνειδητούς συνειρμούς για το πόση αξία μπορεί να έχουν σήμερα αυτές οι πράξεις. Και όμως και ο πιο αμύητος μπορεί να καταλάβει, βλέποντας το σεβασμό με τον οποίο γίνεται το εικονικό όργωμα, ότι αροτρίαση και σπορά εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν βασικά έργα βιοπορισμού, γι’  αυτό τα έργα του κύκλου αυτού, καθώς και τα εργαλεία του, καλύφθηκαν προαιώνια με το πέπλο του θρύλου και της ιερότητας.

         Ο ΓΑΜΟΣ είναι η επόμενη πράξη που θα ακολουθήσει. Παριστάνεται ένας γάμος, με τα κύρια πρόσωπα να είναι άντρες ντυμένοι γυναίκες. Οι ευχές όλων στους «νεόνυμφους» είναι για καλή τεκνοποιία, γι’ αυτό και μόλις τελειώσει η τελετή του γάμου, το «αντρόγυνο» αρχίζει αμέσως τις «προσπάθειες» πάνω στην «οργωμένη τρεις φορές» από προηγούμενα γη. Και δεν είναι δυνατόν να μην αναφερθούν οι στίχοι του Ησίοδου για τον γάμο της θεάς Δήμητρας με τον θνητό Ιασίωνα  (Θεογονία στίχοι 969-971) :


                           H Δήμητρα τον Πλούτο γέννησε,
                           η θεικότατη θεά,
                           με τον ήρωα Ιάσιο σμίγοντας   
                           στη γλυκιά αγάπη
                           σε τρισαλέτριστο χωράφι…

         Πρόκειται για τη μυθική μεταμόρφωση μιας γνωστής τελετουργίας, που με την ανθρώπινη αναπαραγωγή προσπαθεί να τονώσει αναλογικά τη γονιμότητα των αγρών.
       «Για τον πρωτόγονο άνθρωπο», γράφει ο Σουηδός θρησκειολόγος  M. Nilsson, «η γονιμότητα  είναι  ίδια παντού, σε όλη τη φύση. Ο σπόρος τοποθετείται στη γη όπως στους μητρικούς κόλπους. Το σπαρτό ξεφυτρώνει από τη γη όπως το παιδί βγαίνει από την κοιλιά της μητέρας του. Η πράξη που εδώ προκαλεί  γονιμότητα πρέπει να προκαλέσει, σύμφωνα με την κοινή πίστη, και εκεί τη γονιμότητα. Από την εξομοίωση αυτή κάθε γέννησης, της ανθρώπινης ζωής, καθώς και των σπαρμένων χωραφιών, προήλθε η λατρεία του ΦΑΛΛΟΥ στην αρχαία Ελλάδα και σε πολλές χώρες του κόσμου».
 (Η κωμωδία είχε την αρχή της στους αστεϊσμούς και τα εύθυμα τραγούδια που τραγουδούσαν οι φαλλοφόροι. Η τραγωδία γεννήθηκε από τη λατρεία του Διονύσου, στις Ελευθερές, χωριό στα σύνορα  της Βοιωτίας. Δύο από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα του ελληνικού πνεύματος, το δράμα και η βουκολική ποίηση, έχουν την αρχή τους σε απλά αγροτικά έθιμα, γράφει επίσης ο M. Nilsson).
         Στον ΓΑΜΟ το γέλιο είναι ασυγκράτητο και βγαίνει αβίαστα. Όμως η εικονική τελετή γάμου, πριν γίνει χαρούμενο θέαμα, αποτελούσε, όπως σημειώθηκε, σοβαρή μαγική πράξη.

         Στο τέλος το μοτίβο  ΘΑΝΑΤΟΣ-ΑΝΑΣΤΑΣΗ αρχίζει με τη μεταφορά του «νεκρού» μέσα σε αυτοσχέδιο φέρετρο που το φέρνουν  και το αποθέτουν στη μέση της πλατείας. Ο νεκρός πάντα είναι  νέος άντρας και η πομπή που τον συνοδεύει θα ξαφνιάσει με τις σπαρακτικές κραυγές της. Συνταρακτικά  είναι τα «μοιρολόγια» και οι «ευχές» που ακολουθούν. Σε όλα αυτά υπόκειται προφανώς η πανάρχαια πίστη στον «ενιαυτόν δαίμονα», δηλαδή στη βλάστηση, που επίσης πεθαίνει και ξαναγεννιέται μια φορά το χρόνο. Χειμώνας=θάνατος, Άνοιξη=ανάσταση.
         Δεν είναι γρουσουζιά για τον νέο που υποδύεται τον πεθαμένο. Αντίθετα, είναι τιμή του που «πρωταγωνιστεί» σε μια τόσο σημαντική στιγμή του Δρωμένου. Το πώς «πέθανε» δεν ενδιαφέρει. «Γιατί ο δαίμονας της βλάστησης φονεύεται για να μην πεθάνει από γεροντική αδυναμία, και ανακαλείται αμέσως στη ζωή, για να δράσει και πάλι ακμαίος», (Γ. Μέγας). 
         Στο «μοιρολόι και στο θρήνο» είναι σαφέστατο ότι εστιάζεται κυρίως η προσοχή. «Το χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτών των “κηδειών” και των “ενταφιασμών”, δεν είναι τόσο η ταφή στη γη αλλά κυρίως ο θρήνος», γράφει ο Β. Πούχνερ.
         Η άλλη διάσταση του Θανάτου-Ανάστασης είναι ο συμβολισμός με τον σπόρο. Ο νεκρός είναι 
o σπόρος (αρσενικά).Ο σπόρος (του φυτού) φαινομενικά πεθαίνει. Ζει κατά βάθος. Μόλις μπει στη γη θα συμβεί η ανάστασή του. «Γιατί οι νεκροί μοιάζουν με τους σπόρους που θάβονται επίσης στο χώμα, και προσδοκάται η επιστροφή τους στη ζωή».
         Η Ανάσταση του «νεκρού» θα γίνει λίγο αργότερα μετά τις συνεχείς παραινέσεις των παρευρισκομένων. Ο χορός στο τέλος είναι η χαρά  για το φύτρωμα του σπόρου, την ανάσταση της φύσης και τον ερχομό της άνοιξης. Ο πρώην νεκρός χορεύει στο τέλος του χορού για να κλείσει ο κύκλος του θανάτου και να μην υπάρξει άλλος.
        Σε όλη τη διάρκεια του δρωμένου η αισχρολογία και οι απεικονίσεις γεννητικών οργάνων είναι τα στοιχεία που κυριαρχούν, στοιχεία χαρακτηριστικά όλων των γιορτών που αποσκοπούν στη γένεση ανθρώπων και καρπών, όπως γράφει ο M. Nilsson.

         Ο καθηγητής κ. Μερακλής τελείωσε ως εξής την ομιλία του στο Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας, στις 17 Φεβρουαρίου 2001: Η αστική, ηθικιστική σεμνοτυφία, είναι πολύ νεότερη, πολύ λιγότερο παραδοσιακή, από την αρχαία τελετουργική βωμολογία. Χρειάζεται το σεβασμό μας. Ας μην αφανίζουμε τις σελίδες εκείνες όταν κάποιοι θέλουν με σοβαρότητα και ευλάβεια προς την παράδοση να καταγράψουν, όπως ο αρχαιολόγος καταθέτει τα των ανασκαφών του, τα πορίσματα και τα ευρήματα των ανάλογων ζητήσεών τους. Και, αν δεν απατώμαι, μπορεί να ισχύει αυτό που είπα σε μια ευγενική δημοσιογράφο, ότι το Δρώμενο της Νέδουσας, η ανακάλυψη κατά κάποιο τρόπο του δρωμένου αυτού, ισοδυναμεί με ένα σημαντικό αρχαιολογικό εύρημα.
         Λοιπόν ας αφήσουμε ελεύθερους εκείνους που θέλουν να το περιγράφουν, να το μελετούν, να το τελούν χωρίς να ασκούμε λογοκρισία. Υπάρχει το αισχρό της καθημερινότητας που όλους μας αηδιάζει. Και υπάρχει το αισχρό της παράδοσης που πρέπει να σεβόμαστε.

         Λίγα χωριά σήμερα μπορούν να καυχηθούν για τόσο παλιό ανοιξιάτικο δρώμενο, για τόσο μεγάλη μουσική παράδοση και συντηρητικότητα στα μουσικά όργανα, νταούλι και καλαμένια ή σιδερένια φλογέρα, όπως συμβαίνει στη Νέδουσα Μεσσηνίας. Οι νέοι άνθρωποι ξαναφτιάχνουν νταούλια και φλογέρες με τον παραδοσιακό τρόπο. Παιδιά και έφηβοι απορρίπτουν τα αστικά καρναβάλια με τους ψεύτικους ευδαιμονισμούς και λαχταρούν να βρεθούν στη Νέδουσα για να μουντζουρωθούν, να κρεμάσουν κουδούνια, να τραγουδήσουν και να ζήσουν τη μαγεία μιας αυθεντικά ελληνικής γιορτής.
         Κάποιες κοινότητες-χωριά- με σπουδαίο ιστορικό και λαογραφικό παρελθόν, μπορεί να έχασαν την αυτοτέλειά  τους, δεν έχασαν  όμως και δεν θα χάσουν την ταυτότητά τους. Ιδιαίτερα όσα χωριά, όπως η Νέδουσα, έχουν να επιδείξουν παραδοσιακό πολιτισμό, ο οποίος εκφράζεται από ομαδικές εκδηλώσεις του τύπου αυτού, θα παραμείνουν  ως ωραία παραδείγματα. Οι δήμοι στους οποίους ανήκουν θα είναι υπερήφανοι που έχουν στην περιφέρειά τους τέτοιες κοινότητες, και κάλλιστα μπορούν να παραδειγματιστούν άλλες,  που άφησαν να ξεχαστούν, σαν ξεπερασμένες, παλιές γιορτές. Όπως λέει ο Γ. Σεφέρης, «σβήνοντας ένα κομμάτι από παρελθόν, είναι σαν να σβήνoυμε ένα κομμάτι από το μέλλον».
         Επιλογικά θεωρούμε υποχρέωσή μας να κάνουμε ιδιαίτερη μνεία στη βοήθεια που μας προσέφεραν οι κατά καιρούς πρόεδροι και μέλη του Δ.Σ. του Συλλόγου Νεδουσαίων Καλαμάτας. Μας εμπιστεύτηκαν από την αρχή, μας μίλησαν για τις τελετές τους, δραστηριοποιήθηκαν μαζί μας και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να αποτελούν τον κρίκο που συνδέει όλους αυτούς που αγαπούν τη Νέδουσα και το Δρώμενό της.-

             Βιβλιογραφία 

      Αικατερινίδης Γ.- Δρώμενα Θεοφανείων στην Καλή Βρύση Δράμας. ΄Έκδοση κοινότητας Καλής   
             Βρύσης Δράμας, Αθήνα 1995.  
      Αικατερινίδης Γ.- Λαϊκά δρώμενα και το αρχειακό υλικό του Κέντρου Λαογραφίας της           
      Ακαδημίας Αθηνών. Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Κέντρου Λαϊκών Δρωμένων Κομοτηνής.                
      Αθήνα 1996.
      Ανωγειανάκης Φ.- Το κουδούνι. Αποτρεπτικό στοιχείο-ηχητικό αντικείμενο-μουσικό όργανο.
Έκδοση Μουσείου ελληνικών Μουσικών Οργάνων. Αθήνα  1996
   Μασουρίδης Αντ.- Αλαγονιακά. Με φροντίδα του συλλόγου Αρτεμισίων Αθηνών-Πειραιώς.                 
       Ανατύπωση 1994. (Α΄  έκδοση 1934). 
       Μέγας Γ.- Ελληνικές γιορτές και έθιμα λαϊκής λατρείας. Εκδ. Οδυσσέας 1992 (α΄ ανατύπωση).
       Μερακλής Μ.- Λαογραφικά ζητήματα. Εκδόσεις Χ. Μπούρα, Αθήνα 1989.
       Μερακλής Μ.- Ελληνική Λαογραφία-ήθη και έθιμα. Εκδ. Οδυσσέας, ε΄ έκδοση. Αθήνα 1996.
             Μούρραης-Βελούδιος Θ.- Ευγονία και άλλα τινά. Εκδ. Άγρα, Αθήνα 1991.
             Nilsson.M.- Ελληνική λαϊκή θρησκεία. Βιβλιοθήκη του Φιλολόγου. Αθήνα 1979.   
             Nilsson M.- Ιστορία της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Εκδ. Παπαδήμα. Αθήνα 1993.   
             Πούχνερ Β.- Λαϊκό θέατρο στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια. Εκδ. Πατάκη. Αθήνα 1989.
             Πούχνερ Β.- Θεωρητικές διαστάσεις στην ερμηνεία της έννοιας  του «δρωμένου» και
              του «λαϊκού θεάτρου». Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Κέντρου Λαϊκών Δρωμένων Κομοτηνής.
             Αθήνα 1996.
             Σκαρτσής Σ.- Ησίοδος-άπαντα. Εκδόσεις Κάκτος 1993.
             Τερζοπούλου Μιράντα.- Αγροτική Αποκριά. Εφ. «Καθημερινή-Επτά Ημέρες», 1η Μαρτίου 1998.

Για το Κέντρο Λαογραφικών Μελετών Καλαμάτας

ΧΡΗΣΤΟΣ  ΝΙΚ.  ΖΕΡΙΤΗΣ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου