Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2025

Μαραθώνιος 1896. Λούης (1873-1940)-Βασιλάκος (1877-1964). Η "αθώωση" της κατεργαριάς συνεχίστηκε για 44 χρόνια ή πως μια φουστανέλα κάνει θαύματα.

                     ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ 1896
                 ΛΟΥΗΣ (1873-1940)-ΒΑΣΙΛΑΚΟΣ (1877-1964)
Η «αθώωση» της κατεργαριάς συνεχίστηκε για 44 χρόνια ή πως μια φουστανέλα κάνει θαύματα.
(1η δημοσίευση στην εφημερίδα Καλαμάτας "Μεσσηνιακός Λόγος", φύλλο 1730/23.1.2025)

          
              Χαρίλαος Βασιλάκος                                                            Σπύρος Λούης                                                              
"… Μόλις τερμάτισα με περίμενε μια οδυνηρή έκπληξη. Με πλησίασε κάποιος αξιωματούχος και με συνεχάρη : Μπράβο, Έλληνας ο πρώτος, Έλληνας και ο δεύτερος. Εγώ κεραυνοβολημένος γύρισα και του είπα: μα πως είναι δυνατόν αφού εμένα δεν με προσπέρασε κανείς… πάντως ο Σπύρος Λούης δεν με προσπέρασε ποτέ. Θεός ‘σχωρέστον βέβαια αλλά αυτά είναι άτιμα πράγματα, όπως ακριβώς είπα και στον ίδιο μετά τον αγώνα μέσα στα αποδυτήρια». Όπου παρακάτω σελίδα 293.

«Όταν μπήκα στα αποδυτήρια πήγα αμέσως και βρήκα τον Λούη. Του είπα ότι αυτό που έκανε ήταν άτιμο. Επειδή όμως δεν ήθελα να αμαυρώσω την ημέρα ούτε να χαλάσω τους πανηγυρισμούς που γίνονται έξω, δεν θα κάνω ένσταση. Εσένα ας σε κρίνει ο Θεός». Όπου παρακάτω σελίδα 191.

«Από μικρό παιδί ήταν (ο Βασιλάκος) ένθερμος βασιλικός και στη συνέχεια αντιβενιζελικός…» σελ.276. Πως λοιπόν ο βασιλόφρων Βασιλάκος να εναντιωθεί στους βασιλείς που είχαν στεφανώσει ως πρώτον νικητή τον Λούη; Με τι καρδιά να κάνει ένσταση, και ποιος να την εξετάσει, που ο πρώτος ήταν Έλληνας και είχε ήδη δεόντως πανηγυριστεί η «νίκη» του από Λαό και Βασιλείς προτού τερματίσει ο πραγματικός 1ος νικητής ο Χαρίλαος Βασιλάκος;

Ο Χαρίλαος Βασιλάκος τερματίζει στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Σπάνια φωτογραφία του Ιωάννη Λαμπάκη.


«Τι τα θες και τα σκαλίζεις» σκεφτόμουν μετά την εύρεση τριών άγνωστων, θα έλεγα, δημοσιευμάτων σχετικών με τον 1ο Μαραθώνιο που έγινε στα πλαίσια της 1ης Ολυμπιάδος της νεότερης εποχής. Ήμουν γνώστης των δημοσιευμάτων του Ντόναλντ-Γεωργίου Μακφαίηλ αλλά και κάτοχος του βιβλίου του «Χαρίλαος Βασιλάκος και η αμφιλεγόμενη πρωτιά του Σπύρου Λούη. Από το Μαραθονήσι στον Μαραθώνα για τον Μαραθώνιο»[1]. Μέσα σε αυτό το βιβλίο υπάρχουν όλες οι αποδείξεις πως ο πραγματικός νικητής του αγώνα αυτού ήταν ο Χαρίλαος Βασιλάκος. 

Οι όμορφοι όμως μύθοι που κάνουν την καθημερινότητα χαριτωμένη δεν είναι ιστορία, διότι ούτε ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων δολοφόνησαν τον Ιππία λόγω της σκληρής διοίκησής του, ούτε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός σήκωσε την σημαία της Επαναστάσεως του 1821, ούτε τον Καποδίστρια δολοφόνησαν οι Αγγλογάλλοι και βέβαια ούτε η δοξολογία στην Καλαμάτα στις 23 Μαρτίου 1821 έγινε στους Αγίους Αποστόλους.

Χρειάζονται λοιπόν ιστορικά στοιχεία για να ξεκαθαρίσουμε τους μύθους από την ιστορία. Και για το προκείμενο θέμα, ιστορία είναι πως για να επιλεγούν οι Έλληνες που θα έτρεχαν στον Μαραθώνιο της Ολυμπιάδος (τότε έτρεξαν 40 χιλιόμετρα και όχι 42 χιλ. + 195 μέτρα μέσα στο Στάδιο του τερματισμού. -Η απόσταση των 42,195 μέτρων καθορίστηκε αρχικά κατά τους Ολυμπιακούς αγώνες του Λονδίνου του 1908. Η απόσταση των 42 χιλιομέτρων είναι η απόσταση μεταξύ των ανακτόρων του Ουίνδσορ και του Ολυμπιακού σταδίου στο Shepherds Bush στα δυτικά του Λονδίνου), έγινε ένας προκριματικός στις 10 Μαρτίου 1896 και ανεδείχθησαν οι έξι πρώτοι (ο Χαρίλαος Βασιλάκος 1ος  με χρόνο 3 ώρες και 17’). Ο Σπύρος Λούης (δεν ήταν στον πρώτο προκριματικό) έτρεξε έναν προκριματικό στις 24 Μαρτίου 1896, (ο οποίος διοργανώθηκε για επιλεγούν και άλλοι Έλληνες με προϋπόθεση να κάνουν χρόνο καλύτερο από αυτόν του Βασιλάκου. Ο Λούης λοιπόν έτρεξε «… 14 ημέρες μετά τους πρώτους προκριματικούς, 1 ημέρα πριν την έναρξη των Ολυμπιακών και 5 ημέρες πριν τον επίσημο Μαραθώνιο»[2], τερμάτισε 5ος με χρόνο 3 ώρες 18’ & 27’’ και δεν προκρίθηκε. Με παρέμβαση όμως του Γεωργίου Παπαδιαμαντόπουλου, αυλάρχη του Βασιλιά και υπεύθυνου του Μαραθωνίου των Α’ Ολυμπιακών, προστέθηκε στην λίστα των αθλητών που θα έπαιρναν μέρος στον επίσημο αγώνα».

Τώρα πως ένας ΜΗ αθλητής που έτρεξε στις 24/3/1896 την ίδια απόσταση με χρόνο 3 ώρες και 18’ έκανε στις 29/3/1896 χρόνο 2 ώρες και 59’ (δηλαδή λιγότερο κατά 20 λεπτά περίπου) είναι στα όρια του αδύνατου, όταν για να βελτιώσει σήμερα ένας αθλητής την επίδοσή του στον Μαραθώνιο πρέπει προσπαθεί για πολλά χρόνια.

«Δηλαδή στα 40 χιλιόμετρα ο Λούης έκανε:
Χρόνο προκριματικού ανά χιλιόμετρο = 4΄ 95’’
Χρόνο τελικού ανά χιλιόμετρο (τέμπο) = 4΄ 47’’

Διαφορά επίδοσης ανά χιλιόμετρο = 50’’.

Αποτέλεσμα : Βάσει των ανωτέρω, η «βελτίωση» της επίδοσης των 20 περίπου λεπτών αντιστοιχεί σε συνολική ωφέλεια 4 χιλιομέτρων περίπου. Ο χρόνος του Λούη αντιπαραβαλλόμενος με του Βασιλάκου είναι αδύνατον να θεωρηθεί ρεαλιστικός. Μοιάζει εξωπραγματικά βελτιωμένος (20 λεπτά) και η αναγωγή ανά χιλιόμετρο δεν οδηγεί σε εφικτό τότε ρυθμό».[3]

Για την ιστορία αναφέρεται παρακάτω η επίσημη σειρά των 3 πρώτων τερματισάντων :

1.      Σπυρίδων Λούης 2ώρες 58’ 50’’

2.      Χαρίλαος Βασιλάκος 3ώρες 6’ 03’’

3.      Γκιούλα Κέλνερ 3ώρες 6’ 35’’

 Είναι πολύ λίγο γνωστό, όπως πάρα πολλά ουσιαστικά στοιχεία, πως για να πάρει μέρος ο Λούης στον παράτυπο β΄ προκριματικό (για να προκριθούν περισσότεροι Έλληνες), στον οποίον βέβαια δεν προκρίθηκε αλλά με μεσολάβηση των ισχυρών προστατών του και πάλι, προστέθηκε, αλλάχθηκε ουσιώδης κανόνας στον Κανονισμό Συμμετοχής. Δηλαδή, ενώ ο Κανονισμός απαγόρευε την συμμετοχή αθλητών μη εγγεγραμμένων σε αθλητικούς συλλόγους, τον τροποποίησαν, παρά την αρνητική στάση του Αλυτάρχη Κωνσταντίνου Μάνου (παρακάτω υπάρχει σχόλιο για τον διορισμό του ως Αλυτάρχη εις βάρος άλλων σπουδαίων ανθρώπων του Αθλητισμού, και για τον αθλητικό σύλλογο που έφτιαξε), «…καθώς πλησίαζε η μέρα των αγώνων, μετά από απόφαση της Ειδικής Επιτροπείας παρασκευής Ελλήνων αθλητών, με τον Ανδρέα Ψύλλα πρόεδρο και την Σπυρίδωνα Λάμπρο γραμματέα, εντάχθηκαν στους καταλόγους και αγωνιζόμενοι που δεν ανήκαν σε κάποιο σύλλογο, παρά την έντονα αρνητική στάση του Κωνσταντίνου Μάνου, Αλυτάρχη και Αγωνοδίκη, ο οποίος ερμήνευσε με αυστηρότατο τρόπο τις προδιαγραφές που είχαν τεθεί στο Συνέδριο του 1894…».[4]

Βέβαια πρέπει να ειπωθεί πως πολύ λίγα Αθλητικά Σωματεία υπήρχαν τότε και, καθώς καταγράφονται από αθηναϊκή εφημερίδα[5], αναμεσά τους αναφέρεται και ο ιστορικός Μεσσηνιακός «… Κατά τους Πανελληνίους αγώνας οίτινες θέλουσι γίνει τον προσεχή Μάρτιο, ως εγράψαμεν, θέλουσι μετάσχει τα εξής σωματεία. Των Αθηνών τέσσαρα, ο Πανελλήνιος γυμναστικός σύλλογος, ο Εθνικός γυμναστικός σύλλογος, ο Αθλητικός Σύλλογος και Όμιλος των Φιλάθλων, του Πειραιώς ο Όμιλος των Πεζοπόρων, των Πατρών ο Παναχαϊκός και η Γυμναστική Εταιρία, του Μεσολογγίου ο Παναιτωλικός, των Καλαμών ο Γυμναστικός, της Κερκύρας ο Γυμναστικός, το Γυμνάσιον της Σμύρνης, οι Κύριοι αγωνισταί όσοι θα νικήσωσι εις τους Παγκυπρίους αγώνας …».

Σημείωση : Για να επιλεγούν οι καλαματιανοί αθλητές που θα εκπροσωπούσαν την πόλη στους Ολυμπιακούς αγώνες, οργανώθηκαν από τον Μεσσηνιακό στην θέση Φραγκόλιμνα, δύο προκριματικοί αγώνες στις 18 & 25 Φεβρουαρίου 1896.

 


Ο αείμνηστος Σαράντος Καργάκος, ο οποίος προλογίζει το παραπάνω αναφερθέν βιβλίο γράφει μεταξύ άλλων «..προσωπική μου άποψη είναι ότι ο Παπαδιαμαντόπουλος έβαλε παρατύπως τον Λούη στον κατάλογο των δρομέων για να σχηματισθεί ένας ευπρόσωπος αριθμός αθλητών. Οι ξένοι ήταν ελάχιστοι. Ασφαλώς για λόγους γοήτρου  ήθελε νικητής να αναδειχθεί κάποιος Έλληνας αθλητής και πιθανότατα ο Λούης τον οποίον είχε ορντινάτσα στο στρατό. Αλλά δεν πιστεύω ότι ο Λούης έκανε μέρος της διαδρομής φερόμενος πάνω σε κάρο ή άλογο. Ήξερε, ως Μαρουσιώτης, την περιοχή και λόγω του χάους που επικρατούσε κατά την διεξαγωγή του αγώνα, ακολούθησε άλλη, κρυφή και συντομότερη διαδρομή. Έτσι βρέθηκε μπροστά από τους Βασιλάκο, Μπελόκα και Φλάκ, σα να κατέβηκε από τον ουρανό».[6]

«Την νίκην σχεδόν την είχε προεξοφλήσει και δια τούτο τώρα δεν του έκαμνε και μεγάλην εντύπωσιν..», έτσι έγραψαν οι εφημερίδες την επόμενη της «νίκης» του μέρα, εννοώντας βέβαια τις ικανότητές του. Που να ‘ξεραν όμως τι είχε συμφωνήσει να σκαρώσει ο παμπόνηρος Μαρουσιώτης!!!

Ο Βασιλάκος συνέχισε να τρέχει σε αγώνες ο Λούης όμως δεν έτρεξε ποτέ ξανά. Ο Βασιλάκος θεωρείται ως εισηγητής του αγωνίσματος του Βάδην στην Ελλάδα. Ο Λούης επαναπαύτηκε στις «δάφνες» του και έφθασε μέχρι να συναντήσει τον Χίτλερ, ο οποίος τον κάλεσε με ειδική πρόσκληση, στην έναρξη της Ολυμπιάδος του 1936, λέγοντάς του και το αμίμητο «Τι χαμπάρια Φύρερ μου;;;;». Καλοπροαίρετοι ή μη υποστηρικτές του Λούη «επικαλούνται», για να αποσείσουν την κατηγορία αποδοχής της πρόσκλησης, πως δεν χαιρέτισε ναζιστικά σε καμιά στιγμή των αγώνων!!!

                    Η συνάντηση Λούη και Χίτλερ καταγράφηκε από την γερμανική προπαγάνδα με πολλές φωτογραφίες.

 Επανερχόμενος στο κύριο θέμα του παρόντος σημειώματος θα δώσω στον αναγνώστη τρία κείμενα που ανέσυρα τυχαίως από αθηναϊκές εφημερίδες κατά την διάρκεια της πολυετούς ενασχόλησής μου με την αναδίφηση από το Αρχείο της Βιβλιοθήκης της Βουλής.

Φαίνεται πως το κοινωνικοπολιτικό «σύστημα» που «καθιέρωσε» τον Λούη σαν 1ο νικητή του Μαραθωνίου το 1896, μετέπειτα τον αγνόησε και δεν του έκανε καμία τιμή διότι αθλητικά εξαφανίστηκε όπως ακριβώς εμφανίστηκε για να «παίξει» το παιχνίδι εξασφάλισης της 1ης νίκης από Έλληνα. Είναι γνωστό πως ο Λούης δεν δρούσε, δεν έτρεξε ποτέ ξανά μετά την αμφιλεγόμενη «νίκη» του το 1896 και δεν έκανε καριέρα αθλητική (στις μέρες μας κάποιοι εφηύραν  την θεωρία πως ο Λούης έτρεξε και νίκησε για να τον συμπαθήσει η ωραία Ελένη Κόντου, μετέπειτα σύζυγός του). Μετά τους Ολυμπιακούς του 1896 διεξήχθησαν άλλες οκτώ (8) ακόμη Ολυμπιάδες (1900 Παρίσι, 1904 ΗΠΑ, 1908 Λονδίνο, 1912 Στοκχόλμη, 1920 Αμβέρσα, 1924 Παρίσι, 1928 Άμστερνταμ, 1932 Λος Άντζελες) και σε καμία από αυτές δεν κλήθηκε τιμητικά από τους διοργανωτές αλλά ούτε και οι ελληνικές Κυβερνήσεις τον χρησιμοποίησαν.

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο, ο Σπύρος Λούης ήταν επίσημος προσκεκλημένους του Αδόλφου Χίτλερ. Δεν τον έστειλε η Ελλάδα ως αντιπρόσωπό της. Ο Λούης, 40 χρόνια μετά την «ιστορική του πρωτιά» στον Μαραθώνιο των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα (1896), ήταν πολύ χρήσιμος στην προπαγάνδα του Χίτλερ. Ο ηγέτης της ναζιστικής Γερμανίας ήθελε να διοργανώσει τους πιο λαμπερούς αγώνες στην ιστορία. Δεν είχαν γίνει και πολλές διοργανώσεις τότε. Παράλληλα ήθελε να δείξει τη δύναμη και την υπεροχή της πατρίδας του. Η Γερμανία, ηττημένη και ταπεινωμένη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν και πάλι δυνατή. Ο Χίτλερ ήθελε τον Λούη να βρίσκεται εκεί ως σύμβολο των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων.

Προετοιμάζοντας το έδαφος για την «επαναφορά» του στην επικαιρότητα του 1936 και την «προβολή» του Λούη ως εκείνου του σπουδαίου αθλητή που νίκησε στο για 1η φορά διεξαχθέν αγώνισμα του Μαραθωνίου του 1896, η γερμανική προπαγάνδα έγκαιρα άρχισε τα δημοσιεύματα προσπαθώντας να παραμεριστούν οι αμφιβολίες για τον αν ήταν ο πραγματικός νικητής ή όχι.

(Οφείλεται η προκαταβολική διευκρίνηση πως όσες ελληνικές εφημερίδες εκθείαζαν τον Χίτλερ το 1936 δεν ήταν ακριβώς γερμανόφιλες ούτε μπορούσαν να ξέρουν τα κρυφά ναζιστικά του σχέδια. Έβλεπαν έναν ηγέτη που ήταν λαοφιλής και επανέφερε στην Γερμανία στον πρωταγωνιστικό της τότε ρόλο).

«Δημιουργείται» λοιπόν ένα δημοσίευμα από μη αναφερόμενη γερμανική εφημερίδα και το αναδημοσιεύει μια αθηναϊκή εφημερίδα[7]. Ο τίτλος της έχει ξεκάθαρη στόχευση «Ο Μαραθώνιος των Ολυμπιακών του 1896 όπως περιγράφεται από τους Γερμανούς. Πως ενίκησεν ο Σπύρος Λούης». (Σημειωτέον πως Δεκαεννέα αθλητές από τη Γερμανία συμμετείχαν σε έξι αθλήματα στους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 στην Αθήνα. Κατέκτησε την τρίτη θέση στον πίνακα μεταλλίων με έξι χρυσά, πέντε ασημένια και δύο χάλκινα μετάλλια. Ένας Γερμανός ονόματι Γάλλε είχε δηλωθεί αλλά δεν εμφανίστηκε στην εκκίνηση του Μαραθωνίου).

Το να «πιστοποιούν» και να «αποδέχονται» οι Γερμανοί την πρωτιά κάποιου, ήταν, καθώς πιστευόταν και λεγόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια, «εγγύηση» του τύπου «ρε συ το λένε οι Γερμανοί», άρα τετελεσμένο και αξιόπιστο.

Μέλη της ελληνικής αποστολής και Γερμανοί αστυνομικοί συνοδεύουν τον Σπύρο λούη στο Ολυμπιακό Χωριό του Βερολίνου. Δεύτερος από αριστερά ο Γρηγόρης Λαμπράκης, μετέπειτα βουλευτής της ΕΔΑ που δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1963. Ο Λαμπράκης συμμετείχε ως αθλητής στο άλμα εις μήκος στους αγώνες.

Από https://retrosport.wordpress.com/wp-content/uploads/2015/07/81.jpg

«Εις τους Ολυμπιακούς αγώνας του Βερολίνου ο Μαραθώνιος θα λάβη πανηγυρικήν χροιάν. Ήδη από τώρα γράφουν αι γερμανικαί εφημερίδες δια τον αγώνα αυτόν και δια τον πρώτον Μαραθώνιον. Ένα-το πλέον χαρακτηριστικόν- άρθρον γερμανικής εφημερίδος, δια την νίκην του Λούη, δημοσιεύομεν κατωτέρω. Είναι ενδιαφέρον πως περιγράφουν οι ξένοι την νίκην του πρώτου ολυμπιονίκου Μαραθωνοδρόμου.

Το μεγαλύτερον γεγονός της πρώτης Ολυμπιάδος των νεωτέρων χρόνων, που έγινε το  έτος 1896 εις τας      Αθήνας, είναι ασφαλώς η νίκη του Λούη εις τον Μαραθώνιον, Ολίγον καιρόν πριν ο Λούης δεν είχεν ιδέαν τι σχέσιν έχει ο Μαραθώνιος δρόμος με τον Μαραθώνα, έως ότου μίαν ημέραν, την εποχήν που υπηρέτει στρατιώτης, επήρε ο συνταγματάρχης του ολόκληρον το σύνταγμά του, το επήγε  εις το Στάδιον, το οποίον τότε δεν ήτο έτοιμον, και τους ωμίλησε περί της εν Μαραθώνι μάχης. Τους είπε δηλαδή ότι προ χιλιάδων ετών εις μίαν αποφασιστικήν μάχην μεταξύ Ελλήνων και Περσών που έγινε  εις τον Μαραθώνα, κατόρθωσαν οι Έλληνες να πάρουν με το μέρος των την νίκην. Ένας δρομεύς έφερε την ευχάριστον είδησιν εις τας Αθήνας. Μόλις, ούτος, εις τα πρόθυρα των αρχαίων Αθηνών, είπε την λέξιν «νενικήκαμεν», λόγω των υπερανθρώπων προσπαθειών που κατέβαλεν εις τον μακρόν δρόμον, εσωριάσθη νεκρός.  «Τώρα λοιπόν –τους εξήγησε-γίνεται η άμιλλα των δρομέων εις το ίδιο κλασσικόν μήκος, δια να δοκιμασθή η αντοχή της σημερινής γενιάς». Ο Λούης είπε μισοαστεία ότι θα λάβη και αυτός μέρος, χωρίς να το πιστεύει και ο ίδιος, οι δε συνάδελφοί του φυσικά γέλασαν. Όταν μίαν ημέρα έγινε δοκιμαστικός δρόμος μερικών αθλητών, οι οποίοι έτρεξαν την απόστασιν εις 3 ώρας 5΄& 7’’, ο Λούης, πολίτης πλέον, ήταν μεταξύ των περιέργων που εχάζευαν. Αργότερον του διηγήθη κάποιος ότι καθένας που νομίζει ότι ημπορεί να ανθέξη έχει το δικαίωμα να λάβη μέρος εις το προκριματικόν δρόμον και αν τερματίση με χρόνον 3 ώρας 5΄ &  7΄΄ θα τον αφήσουν εις τον τελικόν.  Ο Λούης επίστευε ότι μεταξύ των 70 που θα ελάμβανον μέρος εις τον προκριματικόν, δεν θα έμενε ο τελευταίος και απεφάσισε να αγωνισθή και αυτός, χωρίς να πολυκαταλαβαίνη  από αυτού του είδους τον δρόμον. Εν πάση περιπτώσει ήλθε κατά σειράν 5ος και ακριβώς εις τον χρόνον, ως ανωτέρω γράφομεν. Αλλά-και τούτο τονίζομεν ιδιαιτέρως-με εντελώς κοινά υποδήματα εις ελεεινούς, γεμάτους πέτρες δρόμους. Μετά τέσσαρας ημέρας (;) έγινε η εκκίνησις των 17 τελικώς προκριθέντων δρομέων : 1 Αυστραλού, 1 Γάλλου, 1 Αμερικανού, 1 Γερμανού και 13 Ελλήνων. Ο Λούης, άσημος, όπως πάντοτε, έφερε τον αριθμόν 17, δηλ. ήτο ο 13ος των Ελλήνων. Ολίγας ημέρας ενωρίτερον επήγαν εις τον Μαραθώνα με γαϊδούρια. Έπρεπε εκεί να ξεκουρασθούν και να προετοιμασθούν. Ο Πρόεδρος της κοινότητος Μαραθώνος είχε την εντύπωσιν ότι τους προφύλαξε πολύ καλά από κάθε κατάχρησιν και δεν ήξερε πόσον ωραία είχαν περάσει εις τον καταυλισμόν των Ελλήνων, όπου έρρεε αφθόνως ο οίνος και εχόρτασαν από χορόν και τραγούδια.  Η εκκίνησις έγινε την ωρισμένην ώραν, δηλαδή εις τας 2μμ ακριβώς, χωρίς προηγουμένως πολλάς εντριβάς και τοιούτου είδους προπαρασκευάς. Το πολύ-πολύ να έτριψε ο ένας τα πόδια του άλλου με οινόπνευμα.

Κατ’ αρχάς προηγούντο με μεγάλην διαφοράν ο Γάλλος και ο Αυστραλός και εις το ήμισυ της αποστάσεως και οι 4 ξένοι ακολουθούμενοι από τον Έλληνα Βασιλάκον και κατόπιν τον Λούην. Καθ’ οδόν συνέβη  και το εξής: Ο Λούης έσβυσε την δίψαν του με ένα ποτήρι κρασί και προσθέτως κατεβρόχθισε  και ένα βρασμένο αυγό και χωρίς να  ενδιαφερθή καθόλου δια το τι ήτο δυνατόν να του συμβή, εξακολούθησε να τρέχη με κανονικόν βήμα. Όταν έφθασε τον συμπατριώτην του Βασιλάκον, τον οποίον ήξερε ως καλόν δρομέα, ενώ τον ίδιον τον εαυτό του εθεωρούσε απλώς αναπληρωματικόν, εβράδυνε το βήμα του και τον ηκολούθει. Δέκα χιλιόμετρα περίπου προ του τέρματος, ηρώτησε τον Βασιλάκον εάν ημπορή να τον εγκαταλείψη και επειδή εκείνος δεν έφερε αντίρρησιν επροχώρησε μόνος του. Διότι ο Βασιλάκος δεν ήτο σε φόρμα. Αν το είχεν αντιληφθή ενωρίτερον, θα επιτάχυνε από πριν το βήμα του και θα είχε τερματίσει εις καλλίτερον χρόνον. Προσπέρασε τον Αμερικανόν και τον Γερμανόν και δεν έμενον πριν από αυτόν παρά ο Αυστραλός και ο Γάλλος. Πολύ σύντομα προσπέρασε και αυτούς οι οποίοι ματαίως προσεπάθησαν να τον ακολουθήσουν κατά βήμα. Εν τω μεταξύ όμως ο καλός  σου ο Λούης κατέβασε ακόμη ένα ποτηράκι ρετσίνα και εκτός από πορτοκαλόζουμον είχε γευθή και ολίγον κονιάκ από ένα τουλούμι γεμάτο. Από το κονιάκ δεν έχει να περιμένη κανείς πολλά, αλλ’ αυτός ησθάνετο ότι κάθε γουλιά του έδινε περισσοτέρας δυνάμεις.

Ολιγώτερον του ενός χιλιομέτρου προ του τέρματος, αντελήφθη ο Λούης ένα ταγματάρχη έφιππον να προτρέχη δια ν’ αναγγείλη την έλευσίν του εις το Στάδιον. Όταν ολίγον αργότερον  ο εν λόγω αξιωματικός εις τα Προπύλαια του Σταδίου από ακράτητον χαράν και ενθουσιασμόν εφώναξε : «Ζήτω η Ελλάς», είχε φανή πλέον ο Λούης. Τότε ο κόσμος εξέσπασε εις κραυγάς χαράς και εφαίνετο ότι το πανδαιμόνιον δεν ήθελε να λάβη τέλος διότι προηγουμένως είχον όλοι κατσουφιάσει από το τελευταίον άγγελμα που έφερε ως πρώτον τον Αυστραλόν. Έμελλε όμως να συμβούν εις τον  Λούην δύο οχληρά γεγονότα. Πρώτον δεν ήξερε αν έπρεπε να προχωρήση προς τα δεξιά ή προς τ’ αριστερά έως ότου του έδωσαν να καταλάβη ότι εις το τέρμα του δρόμου ευρίσκεται πάντοτε ένας σπάγγος που πρέπει να κοπή απόν νικητήν. Αλλά εις τον Λούην δεν εφαίνετο αρκετή αυτή η δόξα. Κάποτε είχεν αντιληφθή ότι ο νικητής έπρεπε να κάμη ένα τιμητικόν γύρον εντός του Σταδίου και ηθέλησε και αυτός να μη φανή κατώτερος. Εξωργίσθη λοιπόν πολύ  εναντίον δύο ανθρώπων που τον εσταμάτησαν και μέσα εις τον ενθουσιασμόν των τον επήραν εις τους ώμους. Προσεπάθησε να απαλλαγή οπότε παρέστη  ανάγκη να πληροφορηθή ότι  επρόκειτο περί του τότε Διαδόχου Κωνσταντίνου και του αδελφού του πρίγκηπος Γεωργίου. Όταν αργότερον τον ηρώτησεν ο ίδιος ο Διάδοχος πως αισθάνεται τον εαυτόν του, παρεπονέθη δια την ανυπόφορον πείνα που είχεν.

Τον εγέμισαν δια την νίκην αυτήν με παντός είδους δώρα. Ράπται, υποδηματοποιοί, αρτοποιοί και πολλοί άλλοι του υπεσχέθησαν ότι θα τον συνετήρουν καθ’ όλον του τον βίον. Ακόμη και κυρίες. Αλλά κανενός την προσφοράν δεν εδέχθη. Επαναπαύετο επί των δαφνών του διότι η νίκη του ήτο δια την πατρίδα».

Μία ακόμα παρέλαση της ελληνικής αποστολής στους δρόμους του Βερολίνου

Από https://retrosport.wordpress.com/wp-content/uploads/2015/07/81.jpg


         Διευκρινιστική απάντηση στο παραπάνω δημοσίευμα δημοσιεύθηκε λίγες μέρες μετά[8] και ως επιστολογράφος φέρεται ο Χαρίλαος Βασιλάκος: «Ελάβομεν την κάτωθι επιστολή του Ολυμπιονίκου κ. Χαρ. Βασιλάκου την οποίαν και δημοσιεύομεν ευχαρίστως. Κύριε Διευθυντά, με ζωηρόν ενδιαφέρον ανέγνωσα χθες το αναδημοσιεθέν εις την αθλητικήν σας σελίδα άρθρον μιας γερμανικής εφημερίδος, ασχολουμένης με τον Μαραθώνιον του 1896. Επειδή τυγχάνω και εγώ Ολυμπιονίκης και χάρις αυτής ταύτης της ιστορικής  αληθείας, δημοσιεύσατε, εάν ευαρεστήστε, τα ακόλουθα : όταν κατά το 1896 εγίνοντο οι προκριματικοί αγώνες δια τον Μαραθώνιον δρόμον, έλαβον μέρος και εγώ μεταξύ 38 αθλητών. Ονομάζομαι Χαρίλαος Βασιλάκος, ήδη ελεγκτής α΄ τάξεως τελωνείου Πειραιώς, τότε δε σπουδαστής, έλαβον και εγώ μέρος και μεταξύ 38 συναθλητών μου ήλθον πρώτος και εκ συμπτώσεως είχον τον αριθμ. 1. Την απόστασιν των 42 χιλιομέτρων διέτρεξα εις 3 ώρας και 18 λεπτά και ουχί, ως αναγράφεται εις το κύριον άρθρον της γερμανικής εφημερίδος, εις 3 ώρας 5’ και 7’’. Αλλ’ εκτός των ανωτέρω ο Σπ. Λούης δεν είχε διόλου λάβει μέρος εις τους προκριματικούς και ούτε επομένως είχεν έλθει πρώτος. Αλλά κατόπιν μιας δημοσιεύσεως του τότε διευθυντού του Π. Νοσοκομείου κ. Σπύρου Μερκούρη, του βραδύτερον δημάρχου Αθηνών, δια της οποίας συνίστα όπως γίνη και νέος δοκιμαστικός αγών δια τον Μαραθώνιον δρόμον και θα γίνη δεκτός εκείνος, όστις ήθελε διατρέξει αυτόν με την αυτήν ώραν των 3 ωρών και 18’, ως την διέτρεξεν και ο Βασιλάκος. Και πράγματι γενομένου του αγωνίσματος διέτρεξε ο Σ. Λούης την απόστασιν ουχί ως αναγράφουν τα γερμανικά φύλλα αλλ’ εις 3 ώρας και 22 λεπτά.

Αλλ’ η επιτροπή των αγώνων δικαιολογήσασα την βραδύτητά του κατά 4 λεπτά, τον εδέχθη να λάβη μέρος εις τους Ολυμπιακούς επειδή την προηγουμένην είχε βρέξει και ο δρόμος ήτο λασπώδης. Όσον αφορά το βον μέρος της περιγραφής έχει ούτω : τον Λούην τον είχον αφήσει πολύ όπισθεν καταδιώκων τους Ευρωπαίους Φλάκ, Λερμουζό, και Μπλέηκ, και εις το Πικέρμι μόλις με έφθασε. Επειδή δεν τον εγνώριζον ποίος ήτο, καθόσον δεν ήτο αθλητής αλλ’ ούτε ήτο εγγεγραμμένος εις οιονδήποτε σύλλογον αθλητικόν, τον απεκάλεσα πατριώτην και τον παρεκάλεσα να τρέξωμεν μαζί από το Πικέρμι έως το Χαρβάτι, όπου ο Θεοφιλάτος είχε δημοσιεύσει ότι θα έδιδε εις τον πρώτον διερχόμενος εκείθεν Έλληνα ένα βαρέλι κονιάκ και ένα κρασί. Ο Λούης δεν εδέχθη τούτο και τον εγκατέλειψα αφήσας αυτόν κατά 500 μέτρα, ότε εις την κορυφήν του Σταυρού, πλησίον της Αγίας Παρασκευής, με έφθασε και πάλιν, και τότε επειδή τον εγνώρισα ποίος ήταν, τω είπον : «πατριώτη κουράγιο και τους φάγαμε». Εννοείται ότι προεπορεύοντο οι Λεμουρζό, Γάλλος, και ο Φλακ, Αμερικανός, και τον αφήκα να προπορευθή εμού κατά 30-40 βήματα, ίνα τον έχω ως αντρενέρ. Αλλά κατά κακήν τύχην ένας ρασοφόρος, επιστρέφων εις το χωρίον του, είπε εις ημάς τους τρέχοντας : «τι κάθεσθε! Οι Ευρωπαίοι ευρίσκονται στου Πυρή», δηλαδή εις τους Αμπελοκήπους, δύο ώρας μακράν από ημάς. Εις την ψευδή ταύτην πληροφορίαν μας εγκατέλειψαν οι συνοδοί μας αξιωματικοί και έσπευσαν προς το Στάδιον ίνα παραστούν εις την στιγμήν της εισόδου του πρώτου αθλητού. Τότε οι παριστάμενοι χωρικοί πέριξ της οδού Μαραθώνος, ηκολούθησαν τον Λούη ενθαρρύνοντες αυτόν. Κατόπιν των ηκολούθησαν άμαξαι, κάρρα, ποδήλατα, ίπποι κτλ.

Εγώ δε έχων υπ’ όψει μου το φυλετικόν ζήτημα, δεν έσπευσα να διασχίσω το πλήθος δια να τον νικήσω ή να τον συναγωνισθώ, διότι θα με εκτύπων και κατ’ ανάγκην παρέμεινα όπισθεν του πλήθους, ακολουθών αυτό. Ότε δε απηλλάγην της πολιορκίας ταύτης, πλησίον των στρατώνων, επέσπευσα το βήμα μου και κατόρθωσα να τον πλησιάσω καθ’ ήν στιγμήν έκοπτε την κλωστήν του τέρματος εντός του Σταδίου εγώ εισερχόμην εις το Στάδιον και η απόστασις δεν ήτο μεγαλυτέρα των 200 μέτρων. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια, αλλά δια να είμαι ειλικρινής, ως το είπον και τότε το λέγω και δια της αξιοτίμου εφημερίδος σας, ότι η νίκη του Λούη ήτο και είναι και νίκη δική μου, διότι είμεθα αμφότεροι Έλληνες. Ευχαριστών εκ των προτέρων δια την φιλοξενίαν της παρούσης, διατελώ με αγάπην και εκτίμησιν.

Χαρ. Βασιλάκος, Ολυμπιονίκης»

Εξαιρετικής σημασίας φωτογραφία από τον προκριματικό της 10/3/1896 στην πραγματική διαδρομή. Στην μέση ο Χαρίλαος Βασιλάκος, το γράφει η λεζάντα της αυθεντικής φωτογραφίας. Για τους δύο ακραίους δεν υπάρχουν σημειώσεις. Πραγματοποίησα συγκρίσεις προσώπων από σκίτσα εφημερίδων εποχής και το συμπέρασμα που έβγαλα είναι πως εικονίζονται, αριστερά της φωτογραφίας (με την ριγέ φανέλα) ο Δημήτριος Δεληγιάννης  και εκ δεξιών ο Σπύρος Μπελόκας. Τερμάτισαν 1ος Βασιλάκος, 2ος Μπελόκας, 3ος Δεληγιάννης.

Αρχείο : https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:1896_Olympic_marathon.jpg

 ΣΧΟΛΙΑ

Μόνο κάποιος άσχετος που δεν έτρεξε την διαδρομή θα μπέρδευε την απόσταση του Α΄ Μαραθώνιου δρόμου και θα την ονομάτισε ως 42 χιλιόμετρα, ενώ ήταν 40, έστω και 40 χρόνια μετά. Ο συντάκτης δεν μπορεί να είναι ο Βασιλάκος και να ισχυρίζεται πως έτρεξε 42 αντί για 40 χιλιόμετρα, διότι τα 42 χιλιόμετρα καθιερώθηκαν αργότερα το 1908 στο Λονδίνο.

Είναι ολοφάνερο πως οι δύο εκτεθείσες επιστολές αποτελούν μέρος μιας προσπάθειας για τον εξωραϊσμό της εικόνας του Σπύρου Λούη, η «νίκη» του οποίου στον Μαραθώνιο του 1896 είχε προκαλέσει πολλές αμφισβητήσεις, ο Λούης είχε ήδη περάσει στην λήθη αφού ποτέ δεν ξαναέτρεξε μετά το 1896, και βέβαια η φυλάκισή του το 1926 για «παραχάραξη στρατιωτικών εγγράφων» κάθε άλλο παρά ενίσχυαν την απόφαση του Χίτλερ και των επιτελών του να τον καλέσουν επίσημα στο Βερολίνο, ως εκπρόσωπο της Ελλάδος, της χώρας δηλαδή που από τα αρχαία χρόνια υπήρξε η μητέρα των Ολυμπιακών αγώνων και στους οποίους έπαιρναν μέρος μόνο Έλληνες στην καταγωγή. Ο Χίτλερ αυτό επεδίωκε με την πρόσκληση στον Λούη. Να φανεί δηλαδή το ναζιστικό καθεστώς ως συνεχιστής των αρχαίων Ελληνικών αγώνων μεταξύ ανθρώπων της Αρίας φυλής. Πρέπει να ληφθεί υπόψη και να μην το ξεχνάμε, πως όλα αυτά τα «κατασκευάσματα» με την αφή στην αρχαία Ολυμπία (με την βοήθεια του κοίλου κατόπτρου που ανήκε στο Πανεπιστήμιο και είχε κατασκευαστεί στην Γερμανία. Εμπνευστής της Αφής ήταν ο Γερμανός καθηγητής Κάρλ Ντίμ) και την λαμπαδηδρομία της Φλόγας ξεκίνησαν το 1936 για τους αγώνες στο Βερολίνο. 3.422 λαμπαδηδρόμοι μετέφεραν την Φλόγα το 1936 από την Αρχαία Ολυμπία μέχρι το Βερολίνο. Ο συμβολισμός αυτής της καινοτόμου τελετής ήταν να καταδείξει τη συνέχεια της Άριας φυλής, από την αρχαία Ελλάδα έως τη Γερμανία του 20ου αιώνα. Οι Ναζί τις λαμπαδηφορίες τους τίς είχαν ως μέσο προβολής των δράσεών τους. Η φλόγες των Ναζί μπερδεύτηκαν με την Φλόγα της Ολυμπίας και έγιναν εθιμοτυπία. Σχετικώς μπορεί να διαβαστεί

https://encyclopedia.ushmm.org/content/el/article/the-nazi-olympics-berlin-1936

Ο Λούης εκπροσωπούσε τυπικά και την Ελλάδα τους Ολυμπιακούς αγώνες του 1936. Ήταν ένας άνθρωπος του κρατικού περιβάλλοντος, «προστατευόμενος» της Βασιλικής εξουσίας εποχών Γεωργίου Α΄ & Β΄ (και πριγκηποπαίδων) και έγιναν αρκετές απόπειρες να «ωραιοποιηθεί» το παρελθόν του, μέχρι και λίγο μετά τον θάνατό του, (όπως θα διαβάσετε πιο κάτω). Είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως ο Βασιλάκος ποτέ δεν θα έγραφε την παραπάνω επιστολή διότι ο ίδιος έχει μεταφέρει τις αντιρρήσεις του για την αμφιλεγόμενη νίκη του Λούη το 1896, αλλά ποτέ δεν τις εξέφρασε δημόσια «Για να μην κάνει κακό στην Ελλάδα και στον Ελληνικό αθλητισμό». Βέβαια είναι άγνωστο αν ο Βασιλάκος «έμαθε» για την επιστολή που «έστειλε» και αν διαμαρτυρήθηκε. Όμως ως άνθρωπος της λογικής και αντιλαμβανόμενος το εχθρικό γι’ αυτόν περιβάλλον της εποχής του 1936, αμφιβάλλω αν αντέδρασε. Όπως γράφει και ο Θέμης Κουτσικόπουλος, ο ίδιος ο Βασιλάκος του είπε το 1952 «Ο ευπρεπής γέρων Χαρίλαος Βασιλάκος παρατήρησε: "Αυτά ξεχάστηκαν, ό,τι έγινε, έγινε. Πάντως όσο ζω θα υποστηρίζω ότι ο Λούης δεν μας κατέφθασε αλλά παρουσιάστηκε ουρανοκατέβατος".

Ο υπομονετικός αναγνώστης μπορεί να διαβάσει την μελέτη του Θάνου Κουτσικόπουλου,  παλαιού αθλητή και επτά φορές κριτής Ολυμπιακών Αγώνων, σχετικά με τον αληθινό νικητή του Μαραθωνίου του 1896.  https://taygetos-zeritis.blogspot.com/2012/09/1896.html.

Στο βιβλίο «100 χρόνια Νεοελληνικού Αθλητισμού 1830-1930» του Παύλου Μανιτάκη, στελέχους του ΣΕΓΑΣ, που εκδόθηκε το 1962 και περιλαμβάνει πάρα πολλά στοιχεία για την πρόοδο του Ελληνικού Αθλητικού κινήματος, υπάρχει αναφορά στον Μαραθώνιο του 1896. Ο συγγραφέας γράφει πολύ τυπικά και στην σελίδα 62 περιγράφει πως «…στο Πικέρμι, 20ο χιλιόμετρο, η σειρά είναι Λερμυζιώ, Φλάκ, Κέλνερ, Μπλέϊκ, και μακράν οι Έλληνες. Μετά 2 χιλιόμετρα, εις το λεγόμενον Χάνι, ήτο σταθμός αναψυκτικών (αλλά και θερμαντικών) δηλαδή οίνου (φυσικά ρετσίνα Μεσογείων), κονιάκ, λεμονάδας, πορτοκαλάδας, αυγών καθαρισμένων, ψωμιού και πορτοκαλιών. Εις το σημείον αυτό ο Μπλεϊκ είχε καταλάβει την 3ην θέσιν ενώ ο Κέλνερ ήτο 4ος….Φθάνει και ο Λούης εις το Χάνι και ως αναψυκτικόν κατεβάζει απνευστί ένα ποτήρι κρασί και φεύγει δρομαίως λέγων «όπου και αν είναι θα τους πιάσω»…. Εις το Χαρβάτι, 27ο χιλιόμετρο πρώτος ήτο ο Λερμυζιώ, δεύτερος ο Φλάκ, τρίτος ο Βασιλάκος, τέταρτος ο Κέλνερ, και πέμπτος ο Λούης υστερών 2 χιλιόμετρα του πρώτου… Σε λίγο αρχίζει ο σκληρός και εξαντλητικός ανήφορος, αλλά ο Λούης αναπτύξας μεγαλύτερη ταχύτητα ελαττώνει βαθμηδόν την διαφοράν του από τους πρώτους. Στο 31ο χιλιόμετρο πρώτος ήταν ο Λερμυζιώ, που σταμάτησε να κάνει εντριβή και τον πέρασε ο Φλάκ, ενώ ο Λούης πλησιάζει έως 1 χιλιόμετρο από τον πρώτο, έρχεται ακολουθούμενος από τον Βασιλάκο και τον Κέλνερ….».

Άραγε πως βρέθηκε μπροστά από τον Βασιλάκο ο Λούης; Ουρανοκατέβατος. Όπως το αποκάλεσε ο Βασιλάκος.

 

        Ο αθλητής Σπύρος Μπελόκας στην διάρκεια του αυθεντικού Μαραθωνίου του 1896.

 Η κρατική προστασία, που άλλους στηρίζει και άλλους καταδικάζει στην αφάνεια, (από το 1821 μέχρι το 1941 και μέχρι σήμερα άτομα με ύποπτο ρόλο στα εθνικά, πολιτικά και κοινωνικά θέματα, συνεχίζουν να υπάρχουν εμφανώς ή αφανώς και να απολαμβάνουν ελισσόμενα την προστασία για τις ποικίλες υπηρεσίες τους) συνεχίζει να λειτουργεί, και πάντα θα λειτουργεί, (βέβαια, με την έννοια της διαπίστωσης και όχι της μοιρολατρίας), τέσσερεις μέρες μετά τον θάνατο του Σπύρου Λούη (26 Μαρτίου 1940) συνεχίζει τις απρέπειες και ο συντάκτης αθηναϊκής εφημερίδας δημοσιεύει[9] τα παρακάτω, με τρανταχτό τίτλο :


Και να τι «αφηγήθηκε» στον ανώνυμο συγγραφέα του δημοσιεύματος ο Χαρίλαος Βασιλάκος : «Το Μαρούσι εκείνο το βράδυ κάηκε. Οι Μαρουσιώτες από την μεγάλη χαρά τους για την νίκη του συγχωριανού των, έβαλαν φωτιά στα «τόπια», όπως λένε. Ανάψανε μεγάλες φωτιές και οι ταβέρνες και τα σπίτια δίναν κρασί στους διαβάτες. Αλλά το γλέντι άναψε σε βαθμό εξωφρενικό όταν έφτασε μαζί με την παρέα του ο Σπύρος Λούης. Την βραδυά αυτή μου την αφηγήθη ο δεύτερος Ολυμπιονίκης του Μαραθωνείου κ. Χαρίλαος Βασιλάκος, αδελφικός φίλος του Λούη. Στο Μαρούσι ανταμώσαμε όλοι οι δρομείς Έλληνες και ξένοι. Κάθε ένας προσπαθούσε να ψυχολογήση τον αντίπαλόν του. Εγώ από τους Έλληνας δεν φοβόμουνα κανένα γιατί τους είχα νικήσει εις τους προκριματικούς. Μόνον οι ξένοι αποτελούσαν για μένα πρόβλημα. Αλλά μέσα στους δικούς μας προσπαθούσα να ανακαλύψω τον σύντροφόν μου που θα με ξεκούραζε στο δρόμο. Ήθελα την αβάντα μου. Τον Λούη αλήθεια δεν τον πρόσεξα. Ήτανε άγνωστος. 

1947. Ο Χαρίλαος Βασιλάκος (με την μαγκούρα) συνοδευόμενος αγκαζέ από τον σπουδαίο Κύπριο Μαραθωνοδρόμο Στέλιο Κυριακίδη (ένα χρόνο πριν είχε νικήσει στον Μαραθώνιο της Βοστώνης) προχωρούν σε κάποια τιμητική εκδήλωση. (Από το αρχείο μου χωρίς σημείωση προέλευσης)

Όταν άρχισε ο δρόμος εγώ έτρεχα με την γνωστήν τακτικήν μου. Αργά δια να έχω δυνάμεις εις το τέλος. Όταν με ξεπέρασε ο Λούης αισθάνθηκα μεγάλη χαρά γιατί είχα και έναν άλλον Έλληνα δυναμικό στο αγώνισμα. Από τους Αμπελοκήπους είχαμε αφήσει πίσω μας τον μοναδικό ξένο Μαραθωνοδρόμο, τον Κέλενερ. Προσπάθησα να πλησιάσω τον Λούη που επροπορεύετο καμμιά διακοσαριά μέτρα. Δεν κατόρθωσα να τον φτάσω γιατί αυτός έτρεχε σαν δαιμονισμένος. Πάντως και η δική μου χαρά ήτανε μεγάλη γιατί Μαραθώνειον εκέρδιζε Έλληνας. Δεν πειράζει που δεν ήλθα πρώτος. Πάντως αν δεν ήταν ο Λούης εγώ θα νικούσα, αφού ήλθα σε λίγα λεπτά από αυτόν στο Στάδιο.

Αφού ξεκουραστήκαμε μετά τον Μαραθώνειο, πρώτη σκέψις μας ήτο να γιορτάσουυμε το γεγονός. Τότε ο Λούης στ’ αποδυτήρια μας πρότεινε να πάμε στο Μαρούσι. Από την στιγμή εκείνη γίναμε οι καλύτεροι φίλοι μέχρι την τελευταία του στιγμή. Όταν φτάσαμε στο Μαρούσι τι να σας πω. Το βρήκαμε ανάστατο. Οι τουφεκιές μας ξεκούφαιναν τ’ αυτιά. Λες και κάνανε Ανάστασι. Στην πραγματικότητα είχανε δίκηο οι άνθρωποι. Ο πατριώτης τους ειχε νικήσει. Πρώτα πήγαμε στο σπίτι του Λούη όπου ο Σπύρος φίλησε το χέρι της μητέρας του και του πατέρα του. Αφού μας τράταραν στο σπίτι του μας άρπαξαν πλεόν οι φίλοι του. Δεν είχαμε βγη από το σπίτι του και ένας αγροφύλακας μας είπε πως μας περίμενε ο παπάς στο σπίτι του. Έτσι εγώ κι ο Λούης και καμμιά εικοσαριά φίλοι του ξεκινήσαμε για το σπίτι του παπά. Το σπότι του Λούη από του παπά δεν απείχε παρά 50 μέτρα. Αλλά για να φθάσουμε εκεί κάναμε δυό ολόκληρες ώρες. Έπρεπε από κάθε σπίτι που περνούσαμε να μπούμε μέσα να μας τρατάρουν. Γρηούλες άνοιγαν την πόρτα των σπιτιών των με μια παράκλησι : -Έλα Σπύρο με την παρέα σου να σε κεράσουμε κι εμείς.

Ο Σπύρος καλόκαρδος πάντοτε δεν χαλούσε χατήρι. Κι έτσι από σπίτι σε σπίτι φτάσαμε και στου παπά κατά τα μεσάνυκτα. Πόσο συγκινητική ήτανε η συνάντηση του Λούη με τον παπά του χωριού του! Ο Σπύρος θεοσεβέστατος τον αγαπούσε. Μόλις τον αντίκρυσε γονάτισε και με δάκρυα στα μάτια του φίλησε το χέρι. Η δυγκίνησις του παπά ήταν πολύ μεγάλη μα καιη δική μας μόλις και μετά βίας δεν εξεδηλούτο. Ύστερα από τα τυπικά, μόλις έδωσε το σύνθημα ο παπάς, το ρίξαμε στο γλέντι μέχρι το πρωί. Από το σπίτι του παπά θα πέρασαν όλοι οι κάτοικοι. Ο παπάς κάθε λόγο έλεγε : -Πιέτε Μαρουσιώτες απόψε. Πιέτε και χαρήτε στ’ αρχοντικό μου γιατί η νίκη του Σπύρου είναι σαν δική μου. Τόσο πολύ τον αγαπάω τον Σπύρο. Τον θεωρώ σαν παιδί μου. Η διάδοσις έλεγε πολλά για την αγάπη του παπά προς τον Λούη. Πάντως ο πόθος του παπά δεν κατόρθωσε να εκπληρωθή.

Το γλέντι στο Μαρούσι το συνεχίσαμε και μερικές μέρες ακόμη. Μέχρι το απόγευμα της 30 Μαρτίου γιατί την άλλη μέρα μας είχαν καλέσει στ’ Ανάκτορα.

Τώρα πιά ο Λούης δεν υπάρχει. Ο Λούης υπήρξε ο αθλητής που αγαπήθηκε πολύ από τον Ελληνικό λαό και που θα παραμείνη τ’ όνομά του αξέχαστο στη μνήμη όλων».

 ΣΧΟΛΙΟ

Είναι εμφανής η προσπάθεια να φανεί πως ο Βασιλάκος υπήρξε φίλος με τον Λούη αναγνωρίζοντας τη νίκη του και γλεντώντας μαζί του. Ανάξιο περαιτέρω σχολιασμού το κείμενο το οποίο είναι καταφανώς στον παραμυθιακό κόσμο του γράψαντος το παραπάνω δημοσίευμα.

Ο  αγώνας έγινε την Παρασκευή 29/3/1896. Το ίδιο βράδυ ο Λούης επέστρεψε στο χωριό του Μαρούσι και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους συντοπίτες του. Το Σάββατο 30/3/1896 συνεχίστηκαν οι πανηγυρισμοί. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως, σύμφωνα με τα γραφόμενα αθηναϊκών εφημερίδων, πως κάποιοι αξιωματικοί του στρατού πήγαν στο Μαρούσι να πάρουν τον Λούη για να παρευρεθεί σε γεύμα που είχαν οργανώσει προς τιμήν του, αλλά οι Μαρουσιώτες δεν τον άφηναν.[10] «…και εν τω μέσω του φρενιτιώντος εκείνου πλήθους, εν τω μέσω της μεθυστικής χαράς τοσούτου λαού, ο νικητής ατάραχος και αφελής κρατών την κυανόχρωμον ελληνικήν σημαίαν, εβάδιζεν ωσάν να μην του είχε συμβή τίποτε, ωσάν όλος εκείνος ο παραφρονών κόσμος εξεμηδενίζετο προ των οφθαλμών του. Εγέλα, εφώναζε ζήτω, όπως έκαμνε πάντοτε εις την ζωήν του, ωσάν μηδέν το εξαιρετικόν να των συνέβη. Την νίκην σχεδόν την είχε προεξοφλήσει και δια τούτο τώρα δεν του έκαμνε και μεγάλην εντύπωσιν…»[11]. Η βασιλική οικογένεια παρέθεσε γεύμα στις 31/3/1896 στα ανάκτορα στις 11.30πμ προς τιμήν όλων των συμμετεχόντων αθλητών, Ελλήνων και ξένων, και συνοδών τους. «…εις το γεύμα τούτο, το οποίο θα δοθή εν τη μεγάλη αιθούση του χορού και με αμφίεσιν των καλεσμένων κατά βούλησιν, θα παρακαθήσουν τα μέλη του Διεθνούς κομητάτου και όλων των επιτροπών των Ολυμπιακών αγώνων. Ο νικητής του Μαραθωνίου δρόμου, ο οποίος φωτογραφείται μάλιστα αύριον υπό της επιτροπής εις το Στάδιον, θα παραστή με την φουστανέλλαν του..».[12]

 ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΑΠΟΔΥΤΗΡΙΑ
Όμως στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθούν κάποια στοιχεία, για τα απόνερα της «νίκης» του Λούη, όπως τα κατέγραψαν οι Αθηναϊκές εφημερίδες. «Ο Λούης εισήλθεν εις τα αποδυτήρια ακμαιότατος. Οι σφυγμοί του ήτο κανονικότατοι… καθ’ όλον το διάστημα των συγχαρητηρίων ο Λούης διατήρησεν έκτακτον απάθειαν…-μπορείς να σηκωθείς να σε φωτογραφήσωμεν; -Γιατί όχι; Δεν εδείκνυεν την παραμικράν κόπωσιν. Εν τω μεταξύ ήρχισαν τα δώρα. Εν πρώτοις η δωρεά του κ. Συγγρού εξ 25.000 δραχμών. Έπειτα ένα βαρύτιμο χρυσούν ωρολόγιον της εκ Σμύρνης κυρίας Κοντούλη. Τρίτον της κυρίας Μπαχμέτιεφ κομψότατον αργυρούν φιαλίδιον μεγάλης αξίας με καλλιτεχνικάς γλυφάς. Αλλ’ ο νικητής έμενε πάντοτε απαθέστατος υπό την βροχήν αυτήν των δώρων και τα βλέμματα του θαυμασμού[13]…».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Για το πόσο «στημένη», σε πολλά θέματα, υπήρξε η Α΄ σύγχρονη Ολυμπιάδα του 1896, φθάνει και μόνο να θιγεί το θέμα του Αλυτάχη. Ο σπουδαιότερος Έλληνας Γυμναστής, πρόεδρος του Πανελληνίου Γ.Σ. και Διευθυντής του Εθνικού Γυμναστηρίου Αθηνών Ιωάννης Φωκιανός και ο Ιωάννης Χρυσάφης Γυμναστής και Πρόεδρος του Εθνικού Γ.Σ. ήταν οι μόνοι άξιοι να αναλάβουν την θέση του Αλυτάρχη των αγώνων[14]. Αντ’ αυτών επελέγη, κατά υπόδειξη του Διαδόχου και της Ολυμπιακής Επιτροπής, ο Κωνσταντίνος Μάνος, στενός φίλος της βασιλική οικογένειας και μέλος της Ολυμπιακής Επιτροπής, ο οποίος για να παρουσιάσει «έργο» ίδρυσε μέσα σε λίγες μέρες νέο αθλητικό σύλλογο, τον «Αθλητικόν Σύλλογον Αθηνών», στον οποίον εγράφησαν ως αθλητές παιδιά των αριστοκρατικών οικογενειών της εποχής και φίλοι της βασιλείας.  (Για να δοθεί ένα μέρος των αλχημειών που διέπραξε ο Κ. Μάνος, θα χρειαστούν εκατοντάδες σελίδες). Βέβαια από την άλλη πλευρά ο Κωνσταντίνος Μάνος υπήρξε σπουδαία προσωπικότητα και οφείλεται ευγνωμοσύνη για τις ποικίλες εθνικές και πολιτιστικές προσφορές του. 

http://www.pasoipa.org.gr/lefkoma/pilot_details/?id=36

Εξ αριστερών προς τα δεξιά. Εξαπλωμένοι : Αλυτάρχης Κ. Μάνος. Αρχιτέκτων του Σταδίου Α. Μεταξάς. Καθήμενοι : Α΄ σειρά: Λέεϊν Κόνολλυ, άγνωστος νεαρός, Λούης, Κέρτις (κρατών το γόνατο), Πρίγκιψ Νικόλαος, Φλάκ (κεφαλή), Τάϋλερ (ο ακραίος δεξιά), Β΄ σειρά : Κλάρκ (κεφαλή), Παρασκευόπουλος (κεφαλή), Γκάρετ (κεφαλή), Χαλκοκονδύλης (κοιτών δεξιά), Χάϋτ. Γ΄ σειρά: Λοχαγός Χατζηπέτρος κήρυξ, άγνωστος (με το ψάθινο),  Πρίγκιψ Γεώργιος, Διάδοχος Κωνσταντίνος, Μπλέϊκ (με μύστακα). Όρθιοι : άγνωστος, Τζαίημσον, Μπέρκε.

Από το βιβλίο «100 χρόνια νεοελληνικού αθλητισμού 1830-1930» του Παύλου Ν. Μανιτάκη, σελ.69. Έκδοση Αθήναι 1962. Βιβλιοθήκη Μεσσηνιακού Γ.Σ.1888.

Ακόμα το ότι διορίστηκε ο πατρινός στρατιωτικός και πολιτικός Γεώργιος Παπαδιαμαντόπουλος, στενός φίλος της βασιλικής οικογένειας, ως αλυτάρχης του Μαραθωνίου δρόμου έχοντας στην επίβλεψή του  συνοδούς ιππείς που έλεγχαν την διαδρομή, είναι ένα ακόμη δείγμα για το πόσο ελεγχόμενα υπήρξαν όλα. Ας μην ξεχνάμε πως σε αγώνα δρόμου 20 χιλ.στην Πάτρα, στα πλαίσια των Παναχαϊκών αγώνων, τον Μάιο του 1896, ένα μήνα μετά τους Α΄ Ολυμπιακούς, παίρνουν μέρος ο Χαρίλαος Βασιλάκος και Αμαρουσιώτες δρομείς οι, Κων/νος Παλαιός (ανιψιός του Λούη ο οποίος τον συνοδεύει στην Πάτρα), Δριβέλλας και Αλεμέλας. Στην διαδρομή ο Βασιλάκος «…διερχόμενος του χωρίου Ροϊτικα δέχεται παρά τίνος παράφρονος καταστηματάρχου κατάμουτρα ποτήριον οίνου. Ο Βασιλάκος δεν θέλει να εξακολουθήσει..».

Όλα αυτά συνέβησαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του στρατιωτικού, πολιτικού, αφέτη και επιτηρητή του επίσημου Μαραθωνίου το 1896 Γεωργίου Παπαδιαμαντόπουλου.


[15]

Αμφιβάλλει κάποιος πως ο Βασιλάκος δεν είχε ανοίξει βεντέτα με τους Αμαρουσιώτες υποστηρικτές του Λούη. Γιατί άραγε;;;;;;;


 

 

 

 

 


  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Εκδόσεις «Αδούλωτη Μάνη» 2012, Αρεόπολη.

[2] Ό.π. σελ.155.

[3] Ό.π. σελ.194.

[4] Διδακτορική διατριβή του Σταύρου Α. Τσόνια στο ΤΕΦΑΑ Σερρών με τίτλο «Α’ Διεθνείς Ολυμπιακοί αγώνες 1896. Μαραθώνιος δρόμος. Η γένεση και το χρονικό». Σέρρες 2016, σελ. 75-77.

[5] Εφημερίδα Αθηνών «Εστία», φύλλο της 4/2/1896μ σελ.2-3.

 

 

 

[6] Ό.π. σελ.12.

[7] Εφημερίδα Αθηνών «Βραδυνή», φύλλο της 14/2/1936 σελ. 3.

[8] Εφημερίδα Αθηνών «η Βραδυνή», φύλλο της 21/2/1936, σελ.4.

[9] Εφημερίδα Αθηνών «Ελληνικό Μέλλον», φύλλο της 30/3/1940, σελ.2.

[10] «Ακρόπολις», φύλλο της 31/3/1896, σελ.2.

[11] «Άστυ», φύλλο της 31/3/1896, σελ. 2.

[12] «Ακρόπολις» φύλλο της 31/3/1896, σελ. 2.

[13] «Ακρόπολις», φύλλο 30/3/1986, σελ.2.

[14] «Αθλητική ηχώ», φύλλα 25, 26, 27, 28, 29/1/1950.

[15] Εφημερίδα Αθηνών “Ακρόπολις», φύλλο της 22/5/1896, σελ. 3.